Ακούει κανείς;

864

Η ερώτηση του εκδότη ήταν σαφής:

Έχετε εστιατόρια υψηλής γαστρονομίας στο νησί;

Απάντησα αργά καθώς αναλογιζόμουν με δυσκολία αυτό το ΟΧΙ.

Το όχι ήταν ηχηρό, όπως και η απουσία της υψηλής γαστρονομίας από τη Λέσβο.

Εκείνης της υψηλής γαστρονομίας που περιβάλλεται από όλα αυτά του επονομαζόμενου fine dining και όπως ανέφερα ΗΧΗΡΑ ΑΠΟΥΣΙΑΖΕΙ.

Φυσικά ομολογώ πως η νόστιμη τοπική και σπιτική κουζίνα δεν απουσιάζει ούτε από τα σπίτια μας, ούτε από τις ταβέρνες του νησιού μας.

ΘΑ ΗΘΕΛΑ όμως να καταλάβω γιατί τούτο το νησί διακατέχεται από μια άρνηση στα νέα δρώμενα.

Γιατί δεν παίρνει χαμπάρι του τι γίνεται στην πρωτεύουσα και στα άλλα νησιά.

Γιατί παραμένει στιβαρά στην παράδοσή του και μόνον.

 

Μάλλον επειδή…

Νιώθει σαν κράτος εν κράτει…

Ίσως γιατί οι Μυτιληνιοί νιώθουν ξεχωριστοί και μοναδικοί…

Γιατί,  γιατί, γιατί…

Θα μου πείτε εδώ γίναμε ξανά το νησί της προσφυγιάς κι αυτή τη φορά φιλοξενούμε πραγματικούς ξένους από τα πέρατα της γης και εγώ μιλάω για high class restaurant;

Η καταντροπιασμένη Αμυγδαλέζα μας βρήκε εδώ στη Μόρια.

Κι εγώ σκέφτομαι το fine dinning… αν είναι δυνατόν!

Η αλήθεια είναι πως με προβληματίζει η μοίρα αυτού του τόπου…

…του τόπου μου.

Δυσκολεύομαι  να αποδεχτώ το γεγονός πως η glorious city – η λαμπρή πόλη Μυτιλήνη του 1880 – με τα αρχοντόσπιτα και τους περιποιημένους μαχαλάδες έγινε σε πολλά μέρη η τσιμεντούπολη – θλιμμένη Χρυσομαλλούσα – με δρόμους χωρίς πεζοδρόμια και αυλές, όπου χτίστηκαν τερατουργήματα εργολάβων που πλούτισαν για να χρεοκοπήσουν στη συνέχεια, και να μας αφήσουν  το δεινό στίγμα τους.

Για τα εγκλήματα αυτά θα πληρώσει άραγε κανείς; Ποτέ;

Πάμε πίσω στην υψηλή γαστρονομία.

Ποιος θα την άντεχε σ’ αυτή την πόλη;

Με αυτές τις συνθήκες κανένας, πρέπει να ομολογήσω.

Ούτε καν στο Μόλυβο.

Ούτε οι ντόπιοι, ούτε οι ξένοι θα το άντεχαν.

Γιατί λοιπόν;

Από μια πρόχειρη υπόθεση εργασίας μπορώ να πω:

Γιατί ΔΕΝ ΥΠΟΣΤΗΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΠΟΥΘΕΝΑ.

Έχουμε μάθει να τρώμε με 12-15 ευρώ το άτομο. Άντε και 25-30 αν φάμε ψάρι και δεν θέλουμε να πληρώσουμε παραπάνω.

Σιγά μην δώσουμε 100 ευρώ το άτομο για να έχουμε τον σερβιτόρο στο κεφάλι μας… το γκαρσόνι δηλαδή…

Εμφιαλωμένο κρασί; Ακριβό; Γιατί;

Μάλλον λέω.

Δεν έχουμε την κουλτούρα τελικά αυτής της υψηλής γαστρονομίας;

Εμείς τρώμε στιλ μεζέ. Όλα μαζί. Δεν έχουμε πρώτα, δεύτερα.

Δεν θέλουμε λινά τραπεζομάντιλα; Κρυστάλλινα ποτήρια;

Γιατί όμως στα σπίτια μας έχουμε τα πιο όμορφα και καλόγουστα κοφτά χειροποίητα κεντήματα, τα εξαιρετικά ποτήρια, τα ασημικά, τους δίσκους, κλπ. κλπ.

Στο εστιατόριο δεν το απολαμβάνουμε;

Μα κι αν γίνει, κι αν εμφανιστεί ένα τρίστερο ρεστοράν στην πόλη μας;

Πόσες φορές θα πάμε εμείς;

Πόσοι είμαστε για να μπορέσουμε να στηρίξουμε ένα high εστιατόριο;

Πόσες φορές το χρόνο να πάμε για να φάμε με 100-150 ευρώ το κεφάλι;

Ε, λοιπόν, δεν γίνεται όσο κι αν κάποιοι διαθέτουν το βαλάντιο για να το κάνουν.

Γιατί χρειάζεται να υπάρχουν πολλοί άνθρωποι που αντέχει η τσέπη τους.

Γιατί δεν έχουμε τουρισμό.

Δεν έχουμε αυτόν τον τουρισμό που θα το στήριζε.

Μετά εμείς δεν έχουμε προϊόντα με ονομασία προέλευσης τρανταχτή σε παγκόσμιο επίπεδο.

Δες στο Πιεμόντε της Ιταλίας. Έχουν την λευκή τρούφα της Άλμπα σε παγκόσμια πρώτη θέση.

Η Σαντορίνη έβαλε τη φάβα της και το αγύρτικο κρασί της.

Η Μύκονος, την κοπανιστή της μαζί με τις παραλίες της.

Η Κρήτη, τη γαστρονομία της, που δικαίως την πρόβαλε σαν τη καλύτερη διατροφή.

Εμείς τι έχουμε κάνει με το ουζέλ’

-του χταπουδέλ’

-του κτσι (κουκί)

-το λαδοτύρι;

 

Κύριοι…

Δεν έχουμε προβάλει τίποτα γι’ αυτό το νησί και την αυθεντικότητά του.

-Ούτε τα ωραία ραδίκια του, τα κρεατικά του, τις ελιές του,

-ούτε τις νότιες παραλίες του – τα Φτελιά, τα Μυρσίνα, το Λιγονάρι, που είναι μοναδικά μαζί με τόσα αγέρωχα χωριά, και βουνά και τοποθεσίες.

Δεν έχουμε γρήγορα καράβια, φτηνά αεροπλάνα, καΐκια να ενώνουν τους κόλπους και να κάνουν το γύρο του νησιού, να φέρνουμε κάποιες δεκάδες χιλιάδες τουρίστες με υψηλό βαλάντιο, με ξενοδοχεία υψηλής ποιότητας και υψηλό σέρβις.

Τι μας έμεινε λοιπόν; Η Μόρια και οι πρόσφυγες;

Το χάσαμε;

Μήπως όμως μπορούμε να το βρούμε; Σιγά-σιγά και μεθοδικά;

Υπάρχει κανένα αυτί να ακούει;

 

Αυγά μάτια με μπέικον και ντομάτες

Υλικά

6 φέτες μπέικον

150 γραμμ. ντοματίνια κομμένα στη μέση

4 κ.σ. ελαιόλαδο

6 ολόφρεσκα αυγά

1 κλαδάκι φρέσκια ρίγανη

λίγη πράσινη σαλάτα

6 φέτες φρυγανισμένο ζυμωτό ψωμί

αλάτι και φρεσκοκοπανισμένο πιπέρι

 

Εκτέλεση

Ροδίζουμε το μπέικον σε μέτρια φωτιά, να γίνει τραγανό, να βγάλει το λίπος του και να το πετάξουμε.

Βάζουμε το ελαιόλαδο στο ίδιο τηγάνι. Προσεκτικά σπάμε τα αυγά και τα σιγοτηγανίζουμε μέχρι να σταθεροποιηθεί το ασπράδι, αλλά ο κρόκος να παραμείνει μελάτος.

Αλατοπιπερώνουμε και ρίχνουμε δίπλα στα αυγά το τραγανό μπέικον και τα ντοματίνια ίσα που να ζεσταθούν.

Πασπαλίζουμε με τη ρίγανη. Σερβίρουμε αμέσως πάνω στο φρυγανισμένο ψωμί. Συνοδεύουμε με πράσινη σαλάτα.

Ο μπαμπάς μου,

ο υπέροχος Φώτης Γιαλούσης τα έτρωγε κριτσανιστά.

Crispy eggs, τα λένε παγκοσμίως και είναι υπέροχα καθώς το ασπράδι καίγεται λίγο στις άκρες του αλλά ο κρόκος πάντα μελωμένος.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ