ΑΛΟΦΥΤΑ: Ωσμωρυθμιστικά βιολογικά εργαστήρια με φαρμακευτικές ιδιότητες. Μέρος Α’ (Eryngium maritimum και Crithmum maritimum)

του Βαγγέλη Αξιώτη*

Πραγματοποιώντας κανείς μία βόλτα στις παραλίες των νησιών κατά την περίοδο του καλοκαιριού και κυρίως από τον μήνα Ιούνιο έως και τις αρχές ή τα μέσα Οκτωβρίου, θα παρατηρήσει τα υπέροχα «παράλια φυτά», πολλά από τα οποία έχουν αξιόλογη δράση και ευρεία χρήση στην τοπική εθνοφαρμακολογία. Τα Eryngium maritimum, και Crithmum maritimum είναι δύο από αυτά τα είδη στα οποία θα αναφερθώ παρακάτω.

Τα παραπάνω είδη φυτών απαρτίζουν την λεγόμενη «αλοφυτική βλάστηση». Δηλαδή φυτά τα οποία μπορούν και αντεπεξέρχονται σε ακραίες περιβαλλοντικές συνθήκες και στην ξηρασία των αλατούχων εδαφών. Σύμφωνα με τον Steiner (1934) τα αλόφυτα μπορούν να διαχωριστούν με βάση τα ποσοστά άλατος που υπάρχουν στο φυτό. Υπάρχουν φυτά που μπορούν και ρυθμίζουν τα επίπεδα αλατότητας με ειδικούς μηχανισμούς και αυτά που την συσσωρεύουν. Δηλαδή μπορούν να κατηγοριοποιηθούν με βάση την μορφολογία τους σε εκκριτικά και μη.

Τα εκκριτικά αλόφυτα αποβάλλουν την περίσσεια αλατότητας από τo εσωτερικό τους, μέσω αδενικών κυττάρων που διαθέτουν (Marschner 1995), ενώ τα μη εκκριτικά συσσωρεύουν μεγάλες ποσότητες νερού, έτσι ώστε τα επίπεδα τοξικότητας λόγω της υψηλής αλατότητας, να μειώνονται (Weber 2008). O πολύπλοκος και εντυπωσιακός βιοχημικός μηχανισμός είναι θέμα εκατομμυρίων ετών εξέλιξης και γονιδιακής προσαρμογής, με αποτέλεσμα να μπορούν να προσροφούν τα άλατα και να τα απομονώνουν στα κενοτόπια των κυττάρων τους, ενώ οι οργανικές συμβατές διαλυτές ενώσεις παίζουν τον ρόλο της ωσμωτικής προσαρμογής στο κυτταρόπλασμα. Ο μεταβολισμός αυτών των φυτών (συσσωρευτές άλατος) είναι προσαρμοσμένος ώστε να μην παρουσιάζονται δυσλειτουργίες παρουσία των υψηλών συγκεντρώσεων ιόντων.

Η συσσώρευση των ιόντων στα χυμοτόπια βοηθάει έτσι ώστε η συγκέντρωσή τους στο κυτταρόπλασμα να είναι χαμηλή. Το δυναμικό τώρα του νερού του κυτταροπλάσματος εξισορροπείται ωσμωτικά με εκείνο του χυμοτοπίου έτσι ώστε να αποφύγει την αφυδάτωση. Παράλληλα υπάρχει διάκριση με βάση το ενδιαίτημα στο οποίο αναπτύσσονται και έτσι έχουμε τα υδροαλόφυτα που εμφανίζονται σε παραθαλάσσιες περιοχές με μεγάλη υγρασία και τα ξηροαλόφυτα, τα οποία αναπτύσσονται σε αλατούχα εδάφη, τα οποία χαρακτηρίζονται από έλλειψη υγρασίας (Youssef 2009). Είμαστε λοιπόν καθημερινά παρατηρητές ενός μοναδικού ωσμωρυθμιστικού εργοστασίου της φύσης, πανέμορφα από άποψη αισθητικής και με σημαντικές φαρμακευτικές ιδιότητες.

Στην οικογένεια λοιπόν των Apiaceae ανήκει το Eryngium maritimum (εικόνα 1). Κοινό φυτό σε όλες τις παραλίες των νησιών, μικρό έως μεσαίο, πολυετές, σκληρό φυτό. Τα φύλλα είναι δερμοειδή, κυανοπράσινα, με 3-5 λοβούς και κυματοειδή οδοντωτά χείλη, με τα νεύρα και τα χείλη λευκωπά. Τα άνθη του είναι κυανά, σε πυκνές στρογγυλές κεφαλές. Η ανθοφορία του είναι από τον Ιούλιο έως και τα τέλη Σεπτεμβρίου. Στις εθνοφαρμακολογικές αναφορές θα βρούμε για τις χρήσεις της ρίζας σαν διουρητική, αποχρεμπτική για χρόνιους αναπνευστικούς ασθενείς. Στο ουροποιητικό σύστημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί στην κυστίτιδα, ουρηθρίτιδα, νεφρολιθίαση και στην προστατίτιδα. Η συλλογή του πρέπει να γίνει το Φθινόπωρο από φυτά τουλάχιστον 2 ετών. Επιστημονικές εργασίες αναφέρουν ότι το αιθέριο έλαιο από το υπέργειο τμήμα του φυτού, καθώς επίσης και της ρίζας του παρουσιάζει αντιμικροβιακή, αντιοξειδωτική και αντιφλεγμονώδη δράση λόγω της πλούσιας σε σύσταση σε  φαινολικά οξέα, φλαβονοειδή και τερπένια. Αποτελεί ένα φυτό με πολύ μεγάλο ενδιαφέρον, σε όλες τις παραλίες των νησιών και αξίζει να επαναπροσδιορίσουμε την φαρμακευτική του αξία.

Το δεύτερο φυτό που ανήκει στην ίδια οικογένεια είναι το Crithmum maritimum (εικόνα 2). Πολύ κοινό φυτό σε όλες τις παραλίες των νησιών κατά την περίοδο του καλοκαιριού, πολυετές, σαρκώδες, διακλαδιζόμενο, προς το γαλαζοπράσινο. Τα φύλλα 2-3 φορές χωρισμένα με γραμμοειδή, οξύληκτα στρογγυλής διατομής τμήματα. Τα έλυτρα των φύλλων παπυροειδή, μακρά, γύρω από τον βλαστό. Τα άνθη είναι κίτρινα, 2 χιλ., σε ομπρέλες 3-6εκ., με πρωτεύουσες ακτίνες 8-20. Η ανθοφορία του είναι από τον Ιούλιο – Οκτώβριο. Οι καρποί του είναι ωοειδείς με προέχουσες παχιές πλευρές. Στην εθνοφαρμακολογία είναι γνωστή η χρήση του αιθέριου ελαίου για την αντιμικροβιακή του δράση. Το μεγαλύτερο ποσοστό είναι το λιμονένιο που του προσδίδει αντιοξειδωτική δράση in vitro. Σημαντική δράση αντιμικροβιακή και αντιοξειδωτική εμφανίζουν in vitro και τα αιθανολικά εκχυλίσματα των υπέργειων τμημάτων του φυτού. Μελέτες για την δράση των παραπάνω εκχυλισμάτων σε βιοχημικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με παθήσεις του κεντρικού νευρικού συστήματος είναι υπό εξέλιξη. Επίσης πρέπει να αναφέρουμε ότι τα φύλλα του φυτού τρώγονται σαν σαλάτα και γίνονται τουρσί.

(Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο «Φυτά της Ελλάδας. Η έρευνα στην Λέσβο», Μάκης Αξιώτης, Βαγγέλης Αξιώτης, εκδόσεις Ενδελέχεια).

*Ο Βαγγέλης Αξιώτης είναι Φαρμακοποιός / Χημικός Φαρμάκων, διδάκτορας Ιατρικής σχολής “La Sapienza” της Ρώμης.
Μεταδιδακτορικός ερευνητής της Φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.