Ανεξίτηλα σημάδια

676

Ανήκω στη γενιά που για πολλά χρόνια πέρασε ζάχαρη.

Ήταν ολοφάνερο εκείνο το φως στο βάθος του τούνελ.

Η glam δεκαετία του ‘80 ερχόταν με ταχύτητα βολής.

Απομακρυσμένα  τα ίχνη της κατοχής και του εμφυλίου είχαν ξεπεραστεί σχεδόν ακόμα και από τους ίδιους τους γονείς μας, ενώ εκείνα της δικτατορίας μας άγγιξαν μεν αλλά ξώφαλτσα.

Ανήκω σ’ αυτά τα κορίτσια που μεγάλωσαν λίγο με Μπάρμπι – το λίγο από επιλογή – (οι άλλες φιλενάδες μου Πέγκυ και Καλλιόπη μεγάλωσαν μόνο με την Μπάρμπι, τις αλλαξιές και τα φανταχτερά ρούχα, τα κουκλόσπιτα και τα κουζινικά της). Εγώ, βλέπετε, είχα και την αλάνα, τ’ αγόρια που κλοτσάγανε την μπάλα, παίζανε μπίλιες (γαζές) και κρυφτό/ κυνηγητό πάνω στα ποδήλατα.

Η ζωή μας

Η ξεγνοιασιά, ξέρετε, δεν είναι το αυτονόητο. Είναι όμως θέμα ηλικίας και καταγωγής. Όταν ξυπνάς το πρωί και η μαμά σου τραγουδάει “άστα τα μαλλάκια σου ανακατεμένα”, ο μπαμπάς στιβαρός στο ρόλο του μέντορα και κουβαλητή και η γειτονιά απαστράπτουσα με τις καθαρές τακτοποιημένες αυλές, τους κλαδεμένους θάμνους  και τα μοσχοβολιστά ανθισμένα τριαντάφυλλα, γιατί  να ζοριστείς; Γιατί να μην τα βλέπεις όλα άσπρα;

Οι σχέσεις μας σαν παιδιά με τους γονείς, οι σχέσεις των γονιών μας, η ζωή και ο θάνατος, η θρησκεία και η τέχνη υπάρχουν όλα μέσα στην ιστορία όλων μας.

Άλλοτε τα ζούμε χαλαρά, ζωηρά, χαρούμενα, χρωματιστά κι άλλοτε σαν έντονες και σκληρές αντιθέσεις.

Όλα τα θυμάμαι και χαμογελώ καθώς πυκνοί στοχασμοί εναλλάσσονται με βιώματα και καθημερινές εικόνες.

Γύρω – γύρω θάλασσα

Δεν περνούσα χάλια αν και όλες οι παιδικές μου αναμνήσεις κατακλύζονται από αυτή την αίσθηση της απομόνωσης. Το νησί περιβρέχεται από θάλασσα και πάντα αυτό με προβλημάτιζε. Έζησα στο πετσί μου τις απαγορεύσεις πλοίων ή αεροπλάνων λόγω καιρού, τις ατέλειωτες νύχτες του χειμώνα που άρχιζαν από τις 5 το απόγευμα, τους άδειους δρόμους της αγοράς, τη σκοτεινιά του Μακρύ Γιαλού.

Μόνο στο πατάρι της Φοντάνας είχε κόσμο και αυτό το πλήρωσα ακριβά όταν πήγα με τη σχολική ποδιά μου και τον αδελφό μου Δημήτρη να μοιραστώ ένα «σικάγο».

Την επομένη ο κ. Κακάμπουρας με κάλεσε στο γραφείο, αλλά ευτυχώς γλίτωσα την αποβολή. Άλλος ένας λόγος που παραλίγο να πάρω αποβολή ήταν το ότι φορούσα χρωματιστά καλσόν που μου έστελνε η θεία Έθελ από την Αυστραλία. Αλλά τότε η μαμά πήγε στον γυμνασιάρχη, του τα έχωσε για τα καλά και έκτοτε δεν είχα θέματα.

Έτσι κυλούσε η ζωή μου, έπαιζα τον ρόλο που είχα επιλέξει και ήμουν υπέροχα μέσα σ’ αυτόν. Νομίζω μάλιστα πως αυτό το ρόλο, τον διατηρώ μέχρι τώρα.

Τα πάρτι μας

Οι μαμάδες μας στα γενέθλιά μας τα δίνανε όλα. Τα δικά μου γίνονταν πάντα αποκριάτικα μια και ο Φλεβάρης έπεφτε πάντα μέσα στο τριώδιο. Μασκέ λοιπόν, τα πάρτι γενεθλίων μου.

Πότε μπαλαρίνα, κάου-μπόι, παπαγαλάκι, Ντόμινο, Άνοιξη. Τα τραταρίσματα άφθονα και νόστιμα.

Το κλασικό “χάρτινο πιατάκι” είχε το κέικ μαρμπρέ, το σπιτικό τυροπιτάκι με το φύλλο γιαουρτιού και τα υπέροχα μυτιληνιά τυριά (γραβιέρα, κασέρι), το κριτσινάκι τυλιγμένο με ζαμπόν, το κρακεράκι αλειμμένο με το “χαβιάρι” από το σωληνάριο. Το σοκολατάκι μαργαρίτα, καμία καραμέλα “γαρίδα” και ό,τι άλλο.

Η τούρτα τις πιο πολλές φορές σπιτική – η δική μου τουλάχιστον – μια και η μαμά ήταν χρυσοχέρα. Τα πρώτα χρόνια θυμάμαι ένα σιμιγδαλένιο κέικ σιροπιασμένο, με αμύγδαλα και γιαούρτι. Στη συνέχεια είχαμε τούρτα σοκολάτα με σαβαγιάρ και αργότερα, καθώς μεγαλώναμε, ήρθε και η Μον Μπλαν με τα κάστανα βγαλμένα από το πρες πουρέ σαν μακαρόνια. Η γαστρονομία τότε όπως και τώρα, ακολουθούσε τους ήχους της εποχής.

Τυχερή

Νιώθω τυχερή σαν χρυσομαλλιώτισσα.

Αυτή η γειτονιά, αυτήν την εποχή.

Πριν γίνουν οι χωματόδρομοι άσφαλτοι, πριν χτιστεί η αλάνα, όταν έσφυζε από ζωή ο πύργος του Βουγδή και η κυρία Κική με το δεκάποντο και το ellegant ταγιέρ της, πήγαινε το πρωί της Κυριακής στην Παναγία για τον εκκλησιασμό.

Αυτή η εικόνα κατεγράφη ανεξίτηλα μέσα μου.

Γλύκισμα με σιμιγδάλι, γιαούρτι και αμύγδαλα

Χωρίς χτύπημα, όλα ανακατεμένα μέσα σε μια λεκάνη. Καμιά φορά η μαμά έβαζε και 2-3 αυγά. Έτσι από το νου της αδιαφορώντας για τη δοσολογία. Πάντα έβγαινε θεϊκό, νόστιμο και περιζήτητο. Και πάντα όταν μας ρώταγε «τι να σας φτιάξω” εμείς αυτό της ζητούσαμε!

 

Υλικά

 300 γρ. σιμιγδάλι χοντρό

200 γρ. σιμιγδάλι ψιλό

100 γρ. ζάχαρη άχνη

500 γρ. γιαούρτι πρόβειο

200 ml γάλα

1 κ.σ. μαγειρική σόδα

1 λεμόνι, ξύσμα και χυμός

1/2 κ.γ. μαστίχα Χίου σκόνη, κοπανισμένη

100 γρ. αμύγδαλα ασπρισμένα κομμένα σε λεπτά μπαστουνάκια

Για το σιρόπι:

800 ml νερό

500 γρ.  ζάχαρη

1 ξυλάκι κανέλα

1 λεμονιού η φλούδα

Εκτέλεση

Προθερμαίνουμε το φούρνο στους 180°C.

Λαδώνουμε ένα ταψί  20×30 εκ. περίπου.

Φτιάχνουμε το σιρόπι: Σε μια κατσαρόλα ρίχνουμε όλα τα υλικά για το σιρόπι και τα βράζουμε σε μέτρια θερμοκρασία. Μόλις πάρει βράση κατεβάζουμε τη θερμοκρασία και σιγοβράζουμε μέχρι να δέσει, για 8-10 λεπτά περίπου. Κατεβάζουμε από τη φωτιά και αφήνουμε το σιρόπι να κρυώσει εντελώς.

Για το γλυκό: Χτυπάμε σε μια λεκάνη, το σιμιγδάλι, τη ζάχαρη και το γιαούρτι μέχρι να ενσωματωθούν τα υλικά και αφρατέψει το μείγμα. Διαλύουμε τη σόδα στο γάλα και την προσθέτουμε στο μείγμα συνεχίζοντας το χτύπημα.  Προσθέτουμε τα αμύγδαλα, το ξύσμα λεμονιού και τη σκόνη μαστίχας. Ανακατεύουμε. Αδειάζουμε το μείγμα στο λαδωμένο ταψί και ψήνουμε για 1,5 ώρα.

Βγάζουμε το γλυκό από το φούρνο και όπως είναι καυτό το περιχύνουμε με το κρύο σιρόπι.

Μόλις κρυώσει και απορροφήσει πλήρως το σιρόπι, το κόβουμε σε κομμάτια και το σερβίρουμε.

Tip

Μπορείτε να το συνοδέψετε με παγωτό βανίλια ή φρεσκοχτυπημένη σαντιγί.

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here