Εθνοφαρμακολογία των νησιών της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (Οικογένεια Boraginaceae)

του Βαγγέλη Αξιώτη*

 

 

 

 

Συνεχίζουμε τις εθνοφαρμακολογικές αναφορές στα νησιά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου με την οικογένεια Boraginaceae. Σε αυτή την οικογένεια ανήκουν τα φυτά του γένους Heliotropium. Επτά διαφορετικά είδη έχουν αναφερθεί στα νησιά (Heliotropium curassavicum, H.dolosum, H.europaeum, H. hirsutissimum, H. lasiocarpum, H. suaveolens, H. supinum). Όπως σε όλα τα άρθρα, γίνεται μία επιλεγμένη αναφορά σε κάποια είδη από κάθε οικογένεια.


Έτσι λοιπόν, τo Heliotropium europaeum (εικόνα 1) θα το βρούμε σε όλα τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Είναι κοινό φυτό στους ελαιώνες και στις άκρες των δρόμων. Ετήσιο, με μαλακό τρίχωμα, όρθιο, διακλαδιζόμενο, έως 0.5μ. Φύλλα ωοειδή με μαλακό τρίχωμα με βραχύ μίσχο, πράσινα ή γκριζωπά. Άνθη λευκά ή ωχρά λιλά, με κίτρινο κέντρο, σε στάχεις μονόπλευρους, ψαλιδωτούς και χωρίς φύλλα. Κορώνα σωληνοειδής, 3-4χιλ., με 5 λοβούς και χωρίς εξογκώματα στην είσοδο. Κάλυκας 2.5χιλ. από 5 λογχοειδείς, έντονα τριχωτούς λοβούς, χωρισμένους σχεδόν έως την βάση, που παραμένουν στην καρποφορία. Στίγμα στύλου κωνικό με μακρό, χωρισμένο στα δύο άκρα. Δεν έχει άρωμα και η ανθοφορία του είναι από τον μήνα Ιούνιο – Οκτώβριο.


Πρέπει να γίνει γνωστό ότι τα φυτά του συγκεκριμένου γένους περιέχουν αλκαλοειδή της πυρρολιζιδίνης, τα οποία μπορούν να προκαλέσουν σοβαρές βλάβες στο ήπαρ καθώς κλείνουν τα ηπατικά φλεβίδια και οδηγούν στην νέκρωση. Προκαλούν θάνατο στα ζώα και αναφέρονται ηπατικές βλάβες σε ανθρώπους που έλαβαν με άλλη τροφή σπόρους από τα συγκεκριμένα φυτά ή τα χρησιμοποίησαν για θεραπευτικούς σκοπούς. Η Ευρωπαϊκή επιτροπή για την Ασφάλεια των Τροφίμων (EFSA), έχει πλέον αναφέρει επίσημα πως η παρουσία των αλκαλοειδών πυρρολιζιδίνης στα τρόφιμα, χαρακτηρίζεται πλεον ως δυνητικός κίνδυνος υγείας λόγω της αυξημένης πιθανότητας εμφάνισης καρκινογενέσεων. Ιδιαίτερη σημασία έχει και στην προσοχή αν βρίσκεται κοντά σε μελίσσια, καθώς μπορεί να αναφερθούν συγκεντρώσεις των αλκαλοειδών σε μέλια που βρίσκονται στο εμπόριο.
Στην ίδια οικογένεια ανήκει επίσης και το Buglossoides arvensis (Λιθόσπερμον το αγροδίαιτον, εικόνα 2). Είναι κοινότατο φυτό στους ελαιώνες. Χαμηλό έως μεσαίου μεγέθους, ετήσιο, με αδρό τρίχωμα, και βλαστό όρθιο, μονήρη, ελάχιστα διακλαδιζόμενο. Φύλλα μακρόστενα, πλατύτερα μετά το μέσον, τα ανώτερα λεπτότερα, γραμμοειδή, οξύληκτα, όρθια. Άνθη λευκά, μπλε ή ανοικτά βυσσινί, 6-9χιλ., σε μονήρεις ακραίους σχηματισμούς. Η ανθοφορία του είναι από τον Ιανουάριο – Ιούνιο. Οι καρποί του είναι καφέ, σκληροί και παρουσιάζουν εξογκώματα. Εθνοφαρμακολογικά έχει αναφερθεί στα νησιά η διουρητική δράση από το έγχυμα των φύλλων του.


H Alkanna tinctoria (Αλκάννα η βαφική, εικόνα 3) ανήκει επίσης στην ίδια οικογένεια. Είναι και αυτό κοινό φυτό που θα το βρούμε στις άκρες των δρόμων, κύρια στις όχθες και σε αμμώδη εδάφη. Είναι έντονα τριχωτό φυτό, πολυετές, απλωμένο έρπον με ξυλώδη βάση. Τα φύλλα του είναι γραμμοειδή – λογχοειδή, τα κατώτερα αρκετά στην βάση, έμμισχα, τα ανώτερα άμισχα, περιβάλλουν τον βλαστό με καρδιόσχημη βάση. Τα άνθη είναι λαμπρά μπλε, μερικές φορές ωχρά μοβ, 6-8χιλ., σε διακλαδιζόμενες ταξιανθίες.
Η ανθοφορία του είναι από τον Φεβρουάριο – Απρίλιο. Η ρίζα του φυτού χρησιμοποιείται εξωτερικά σε αιμορροΐδες, χρόνια έλκη, κατακλίσεις και κνησμώδη εξανθήματα. Έχει αντιβακτηριακή, στυπτική και αντικνησμώδη δράση. Συλλέγεται και αποξηραίνεται το φθινόπωρο. Χρησιμοποιείται ευρέως σε εμπορικά σκευάσματα (αλοιφή) και έχει άριστη επουλωτική δράση σε επιφάνειες με εγκαύματα. Από την ρίζα, εξάγεται και μία ερυθρά χρωστική με την οποία χρωματίζουν το ξύλο και το μάρμαρο. Η χρωστική εμπεριέχεται στην ρίζα σε ένα ποσοστό 5%-6%. Είναι οι λιποδιαλυτοί εστέρες της naphthazarin, όπως η Alkannin. Το φυτό περιέχει και αυτό αλκαλοειδή της πυρρολιζιδίνης (triangularine 0,25%-0,3%) τα οποία προκαλούν βλάβες στο ήπαρ και στον πνεύμονα. Έτσι είναι απαγορευτική η χρήση του εσωτερικά.
Από τα διαφορετικά είδη Echium που εμφανίζονται στα νησιά μας (E. angustifolium, E. arenarium, E. italicum, E. parviflorum, E. plantagineum, E. vulgare) θα αναφερθώ στο κοινότατο Echium plantagineum (εικόνα 3). Είναι ένα βραχύ έως μεσαίου μεγέθους φυτό, όρθιο, ετήσιο ή διετές, με μαλακή τρίχωση. Τα φύλλα είναι ωοειδή, τα ανώτερα λογχοειδή, με προέχοντα πλάγια νεύρα, χωρίς μίσχο και περιβάλλοντα κατά το ήμισυ τον βλαστό. Τα άνθη είναι ερυθρωπά που μετατρέπονται σε μπλε, βιολέ – μπλε ή βυσσινιά. Η ανθοφορία του είναι από τον Φεβρουάριο – Ιούλιο. Το φυτό το χρησιμοποιούσαν παλιά στα δήγματα της οχιάς, ή του σκορπιού με μάσημα ή πίνοντας τον χυμό του. Περιέχει τανίνη και εχινιδίνη, ενώ η ρίζα αλλαντοϊνη, η οποία έχει επουλωτικές ιδιότητες. Το φυτό αποξηραμένο είναι ελαφρό διουρητικό και μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά των νευρικών πονοκεφάλων. Τσάι από τα φύλλα είναι ευεργετικό σαν εφιδρωτικό, διουρητικό, αποχρεμπτικό και στους πόνους των φλεγμονών. Εξωτερικά οι ανθισμένες κορυφές χρησιμοποιούνται σαν επιθέματα στα εγκαύματα. Έχει αντιμικροβιακή δράση. Από την ρίζα του παίρνουμε μία κόκκινη χρωστική. Το έλαιο που εξάγεται από τους σπόρους είναι πλούσιο σε ακόρεστα λιπαρά οξέα και θεωρείται ένα πολύτιμο συμπλήρωμα διατροφής.


Η τελευταία αναφορά για την συγκεκριμένη οικογένεια είναι για το είδος Borago officinalis (εικόνα 4). Θα το βρούμε στα νησιά Λέσβο, Χίο, Σάμο και Ικαρία. Το κοινό μποράτζο χρησιμοποιείται στην σαλάτα. Είναι όρθιο, ετήσιο, τριχωτό, με ισχυρούς διακλαδιζόμενους βλαστούς. Τα φύλλα της βάσης σε ροζέτα, ωοειδή-λογχοειδή, έμμισχα, με κυματοειδή φύλλα. Τα άνθη είναι λαμπρά μπλε με λευκωπό κέντρο, 20-25χιλ., αστεροειδή με ένα κώνο από μαύρους-βυσσινί ανθήρες, σε ευρείς διακλαδιζόμενες ανθοταξίες. Η ανθοφορία του είναι από τον Μάρτιο – Ιούνιο. Τα φύλλα του και λιγότερο τα άνθη του έχουν διουρητική, αποχρεμπτική και ελαφρά κατευναστική δράση. Το έγχυμα δίνεται σε πυρετό, σε προβλήματα του ανώτερου αναπνευστικού και των νεφρών. Εξωτερικά σαν κατάπλασμα ωφελεί τα φλεγμονώδη οιδήματα. Τα φύλλα συλλέγονται αργά την Άνοιξη και το καλοκαίρι. Χάνουν τις ιδιότητές τους μετά από ένα έτος αποθήκευσης. Οι σπόροι δίνουν έλαιο πλούσιο σε γ-λινολενικό οξύ, το οποίο δρα ευεργετικά στην αντιμετώπιση της υπέρτασης. Εξωτερικά θεραπεύει δερματοπάθειες, ενώ εσωτερικά βοηθάει στην προεμμηνορυσιακή ένταση. Αλκαλοειδή της πυρρολιζιδίνης εμπεριέχονται και σε αυτό το φυτό και έτσι η μεγάλη χρήση των φύλλων και των ανθέων μπορεί να προκαλέσει βλάβη στο ήπαρ.

(Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο «Φυτά της Ελλάδας. Η έρευνα στην Λέσβο», Μάκης Αξιώτης, Βαγγέλης Αξιώτης, εκδόσεις Ενδελέχεια).
*Φαρμακοποιός / Χημικός Φαρμάκων, διδάκτορας Ιατρικής σχολής “La Sapienza” της Ρώμης