Εθνοφαρμακολογία των νησιών της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου (Οικογένεια Oleaceae)

287

του Βαγγέλη Αξιώτη*

Συνεχίζουμε τις εθνοφαρμακολογικές αναφορές της βιοποικιλότητας των νήσων της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου με την οικογένεια Oleaceae.

Στην οικογένεια Oleaceae ανήκει φυσικά η ελιά (Olea europaea subsp. oleaster). Βρίσκεται σε όλα τα νησιά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Το πανάρχαιο δέντρο της Μεσογείου, το οποίο έδωσε τις ποικιλίες της καλλιεργούμενης ελιάς. Είναι πασίγνωστη η εθνοφαρμακολογική χρήση του ελαιόλαδου από τα πανάρχαια χρόνια και θα αναφερθούμε σε αυτή σε επόμενο άρθρο. Φυσικά στην συγκεκριμένη στήλη έχουν γίνει αναφορές τόσο για τον ισχυρισμό υγείας του ελαιόλαδου, όσο και για την εκμετάλλευση των υποπροϊόντων από την διαδικασία της ελαιοποίησης (29 Ιανουαρίου 2018, 12 Φεβρουαρίου και 26 Φεβρουαρίου 2018) στα οποία μπορεί ο καθένας να ανατρέξει διαδικτυακά στην ιστοσελίδα της εφημερίδας.

Στην ίδια οικογένεια ανήκει και το γνωστό γιασεμί (Jasminum officinale) με τα υπέροχα λευκά άνθη. Τα φύλλα του γιασεμιού περιέχουν σαλικυλικό οξύ και έχουν αναφερθεί χρήσεις ως αναλγητικό και αντιπυρετικό. Έπειτα από σύνθλιψη των φύλλων, ο χυμός μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε επιθέματα για τους κάλους των ποδιών, αλλά και στις εκκρίσεις των αυτιών. Για την ρίζα υπάρχουν εθνοφαρμακολογικές αναφορές για την θεραπεία των τριχόφυτων (μυκητιάσεις του δέρματος), με επάλειψη συμπυκνωμένων υδατικών εκχυλισμάτων (έπειτα από βρασμό). Από τα άνθη του γιασεμιού με υδροαπόσταξη παράγεται αιθέριο έλαιο με το υπέροχο χαρακτηριστικό άρωμα το οποίο έχει αντισηπτική και αντισπασμωδική δράση. Στα άνθη έχουν αναφερθεί 6 διαφορετικές τριτερπενικές σαπωνίνες στις οποίες πιθανόν να οφείλεται και η αντισηπτική δράση. Τα αιθανολικά εκχυλίσματα από τα άνθη του γιασεμιού έχουν εμφανίσει σε μελέτες in vitro σημαντική δράση σε βακτήρια, όπως Staphylococcus aureus, Enterococcus faecalis, Escherichia coli και Pseudomonas aeruginosa. Πρέπει να αναφερθεί επίσης ότι το αιθέριο έλαιο από τα άνθη του χρησιμοποιείται ευρέως στην αρωματοποιία, σαν αφροδισιακό και υπάρχουν αναφορές για την χρήση του κατά της ανικανότητας, της νευρικής υπερέντασης και των διαταραχών των εμμήνων.

Ένα άλλο ευρέως καλλιεργούμενο φυτό της ίδιας οικογένειας είναι και το Λιγούστρον (Ligustrum lucidum, εικόνα 1). Καλλωπιστικό φυτό στις αυλές των σπιτιών πασίγνωστο στην κινεζική λαϊκή ιατρική.  Φύλλα βαθυπράσινα, ωοειδή με οξύ άκρα και μακρό μίσχο. Άνθη λευκά σε πυκνούς σχηματισμούς με ανθοφορία από τον Αύγουστο – Οκτώβριο. Σαν καλλιεργούμενα θα βρούμε επίσης και τα L. vulgare, L. ovalifolium και L. japonicum. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν αποδείξει ότι το εκχύλισμα του φυτού έχει αντιφλεγμονώδη, αντιδιαβητική και ηπατοπροστατευτική δράση. Επίσης οι καρποί του φυτού χρησιμοποιούνται ως αντισηπτικοί, αντιβακτηριακοί, καρδιοτονωτικοί, διουρητικοί και τονωτικοί. Σύγχρονες μελέτες έχουν δείξει ότι εμφανίζεται μία σημαντική αύξηση του αριθμού των λευκών αιμοσφαιρίων και ειδικότερα προλαμβάνει την καταστολή της χημειοθεραπείας στον νωτιαίο μυελό. Επίσης παρατηρείται σημαντική αύξηση των φαγοκυττάρων και τα LAK κύτταρα με αποτέλεσμα να εμφανίζει αντικαρκινική δράση. Τα αποτελέσματα είναι αμφίβολα. Εργασίες αναφέρουν ότι στην παρουσία του ολεανολικού οξέος μπορεί να οφείλεται και η αντιδιαβητική δράση του. Επίσης χρησιμοποιείται εναντίον ορισμένων ιών (Α, Β flu virus, ResSynV, Herpes simplex). Η δοσολογία είναι 1-3 κουταλιές του γλυκού (5-15γρ.) ημερησίως, κονιοποιημένων ή σε κάψουλες καρπών, ή 3-5ml βάμματος 3 φορές ημερησίως. Δεν πρέπει να χρησιμοποιείται από έγκυες ή θηλάζουσες μητέρες. Υπάρχουν μεταβολίτες όπως η ligustrin, syringin που μπορεί να έχουν τοξική επίδραση σε μεγάλες ποσότητες προκαλώντας κοιλιαλγία, ναυτία, εμετούς, διάρροια, εμετούς, αδυναμία, κεφαλαλγία και μπορεί να προκληθεί μέχρι και ο θάνατος μετά από κατανάλωση μεγάλης ποσότητας καρπών.

Η Φιλλύρα η πλατύφυλλος (Phillyrea latifolia) κοινός «κότσινας» είναι αειθαλής θάμνος, τον οποίο θα τον βρούμε σε όλα τα νησιά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Μπορεί να φτάσει σε ύψος μέχρι και τα 2,5μ. με γκρίζο κορμό και νεαρούς βλαστούς με χνούδι. Φύλλα βαθυπράσινα, δερμοειδή, οδοντωτά ή μη με 7-10 ζεύγη πλάγιων νεύρων. Τα άνθη είναι λευκά, μερικές φορές με ερυθρά χείλη και η ανθοφορία του παρατηρείται από τον Μάρτιο-Μάιο. Οι καρποί του είναι ρόγες σαρκώδεις, σφαιρικές – ωοειδείς (σαν μικρές ελιές) οι οποίες είναι κυανόμαυρες όταν ωριμάσουν. Θεωρείται διουρητικό, εμμηναγωγό και σαν υδατικό εκχύλισμα χρησιμοποιείται για πλύσεις της στοματικής κοιλότητας. Στην κινέζική ιατρική χρησιμοποιείται για την θεραπεία της οστεοπόρωσης. Επίσης σε μία τελευταία εργασία από το πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης γίνεται αναφορά για την πιθανή δράση εκχυλισμάτων των φύλλων του στην μείωση του βάρους σε πειραματόζωα και επομένως την υπολιπιδαιμική δράση του. Παράλληλα γίνεται αναφορά για την αντιδιαβητική δράση του φυτού. Δράσεις κοινές με όλα τα είδη της οικογένειας Oleaceae.

Τέλος, στην οικογένεια αυτή ανήκουν και δύο άλλα είδη. Η σύριγγα η κοινή (Syringa vulgaris, εικόνα 2) ή πασχαλιά με τα υπέροχα μωβ ή λευκά άνθη και ο Φράξινος ή κοινός Μελιός. Για την σύριγγα υπάρχουν αναφορές για τα φύλλα της και τους καρπούς της, εκχυλίσματα των οποίων θεωρούνται ότι έχουν αντιπυρετική και αντιπαρασιτική δράση. Ο φλοιός και τα φύλλα μπορούν να μασηθούν και από τα παιδιά σε έλκη στο στόμα. Από τα άνθη της πασχαλιάς με υδροαπόσταξη παραλαμβάνουμε το αιθέριο έλαιο που χρησιμοποιείται στην αρωματοποιία.

Για τον Μελιό στον άτλαντα του Strid για τα φυτά του Αιγαίου, γίνεται αναφορά για δύο διαφορετικά είδη. Fraxinus angustifolia, που εμφανίζεται μόνο στην Λέσβο και Fraxinus ornus με ένα μόνο στίγμα στην ανατολική Λέσβο (Μυτιλήνη), στην βόρεια Σάμο και στην βόρεια Ικαρία. Είναι δέντρα που φτάνουν μέχρι τα 25μ. με φλοιό γκρίζο με σχισμές. Τα άνθη είναι χωρίς κάλυκα και στεφάνη και η ανθοφορία του είναι από τον Μάρτιο – Απρίλιο. Εθνοφαρμακολογικά έχει αναφερθεί ότι θα φύλλα του Μελιού είναι ελαφρά καθαρκτικά και διουρητικά. Επίσης ο φλοιός του δέντρου περιέχει μεγάλες ποσότητες ταννίνης και φυσικά μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την στυπτική του δράση.

(Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο «Φυτά της Ελλάδας. Η έρευνα στην Λέσβο», Μάκης Αξιώτης, Βαγγέλης Αξιώτης, εκδόσεις Ενδελέχεια).

  • *Φαρμακοποιός / Χημικός Φαρμάκων, διδάκτορας Ιατρικής σχολής “La Sapienza” της Ρώμης
  • Μεταδιδακτορικός ερευνητής της Φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.