Ο λυρικός Δημ. Βερναρδάκης

119

Ο Δρ. Παναγιώτης Δημ. Βερναρδάκης* μας έστειλε από την Ποιητική Συλλογή «Ψάπφα» του πατέρα του τη μετάφραση από τα αρχαία Ελληνικά ενός ποιήματος του Μουσαίου, μαζί με σχόλια αναφορικά με την πλοκή του μύθου.

Στο βιβλίο «Ο ΑΡΧΑΙΟΣ  ΑΙΟΛΙΚΟΣ  ΛΥΡΙΣΜΟΣ – Σαπφώ και Αλκαίος – » που βασίζεται σε κείμενα του Δημ. Γρ. Βερναρδάκη, διασκευασμένα από τον υποφαινόμενο, συμπεριλαμβάνονται, όπως και στην «Ψάπφα», ποιήματα αρχαίων Ελλήνων ποιητών που δεν ανήκουν στον Αιολικό Λυρισμό.

Από τις πολλές θετικές κριτικές για την «Ψάπφα»1), αναφέρω εδώ μια που δημοσιεύθηκε στον «Νουμά», το περιοδικό των δημοτικιστών  (τεύχος 2 (781) Μάρτης-Απρίλης 1924, σελ. 150):

«Ο παλιός συνεργάτης του «Νουμά» κ. Δημ. Γρ. Βερναρδάκης συγκέντρωσε την ποιητική του εργασία -πρωτότυπα και μεταφράσματα – σ’ έναν τόμο με την επιγραφή «Ψάπφα». Οι στίχοι του έχουνε πολλή ζωντάνια, και χρώμα καθαρό Ιωνικό. Ο Μυτιληνιός ποιητής στα ερωτικά του δεκατετράστιχα μας δείχνει το μεθήσι της αγάπης, σαν «ανάερη μοσκοβολιά αγγελικών ονείρων»2). Ο δρόμος του έρωτα, του αισταντικού έρωτα, γεμάτος ανοιξιάτικα λουλούδια, μύρα Απριλιάτικα, δίχως κανένα σύγνεφο μπόρας ή πίκρας παράπονο:

Έμεινε μόνο το φιλί σταπόσκια ενός ονείρου,

Σα θύμηση από λούλουδα σε χειμωνιάτικη ώρα.

Πέρα στο γαλανό νησί, που το φλογίζει η αγάπη,

Μου χάρισεν η δροσαυγή την άνθινη ομορφιά Σου.3)

Οι λυρικές ζωγραφιές μας τραβούνε την προσοχή κ΄ ένα ποιητικό αγέρι μας συνεπαίρνει και μας φέρνει σε κόσμους ονειρεμένους. Μα ο ποιητής ξαίρει να ζωντανεύη ακόμα και τους παλιούς, τους αρχαίους λυρικούς ποιητές της Ιωνίας. Ό,τι έχει μεταφράσει από τα τραγούδια τής Σαπφώς, του Αλκαίου, του Ξενοφάνη, του Καλλίνου, του Μιμνέρμου, του Ίωνα, του Μουσαίου, είνε αποδομένο με την πιο ζωηρή έκφραση…

  • 1) Την εποχή εκείνη δημοσιεύθηκαν πολλές θετικές κριτικές για την «Ψάπφα», όπως του Ψυχάρη, του Φ. Πολίτη, του Δημ. Ταγκόπουλου, του Κώστα Αθάνατου, του Roussel,στο περιοδικό «Libre», του Philéas Lebeque κ.ά.
  • 2)Πρώτος στίχος από το δεύτερο τετράστιχο του σονέτου «Και το μεθήσι ανείπωτο…», σελ. 312)
  • 3)Πρόκειται για το δεύτερο τετράστιχο του σονέτου «Σιμά μου πάλι ολόφαντη…», σελ. 253).

Ο ίδιος ο Ψυχάρης σαν διαβάσει την «Ψάπφα», τα «Τραγούδια της Αγάπης», ενθουσιασμένος θα του απευθύνει σε επιστολή του τη φράση: «Είστε ποιητής!». Για τους στίχους του επίσης ο Ψυχάρης θα πει: «Λαμπρόχυτοι στίχοι, εύκολοι, αρμονικοί, γεμάτοι καρδιά, χρώματα, γεμάτοι και ψυχή…» (Αρχείο Παν. Δ. Βερναρδάκη).

ΜΟΥΣΑΙΟΥ: ΗΡΩ ΚΑΙ ΛΕΑΝΤΡΟΣ (στ. 309 -τέλος)

«Νὺξ ἦν, εὖτε μάλιστα βαρυπνείοντες ἀῆται…».

Πρόκειται για την απόδοση στη δημοτική μέρους ενός ποιήματος που αναφέρεται στον πασίγνωστο μύθο της Ηρώς και του Λέανδρου. Ο αρχαίος ποιητής Μουσαίος ήταν μαθητής – και κατά τον Διόδωρο τον Σικελιώτη γιος – του Ορφέα. Το ποίημά του «Τα καθ’ Ηρώ και Λέανδρον» αποτελείται από 345 στίχους. Η πλοκή του μύθου έχει περιληπτικά ως εξής:

Η Ηρώ ήταν ιέρεια της Αφροδίτης. Ως ιέρεια απαγορευόταν να ερωτευθεί γιατί ήταν αφιερωμένη στη θεά. Ο Λέανδρος ήταν ένας νεαρός από την Άβυδο που την ερωτεύτηκε. Το ίδιο και η Ηρώ που δεν μπόρεσε να πνίξει τα συναισθήματά της. Κάθε βράδυ ο Λέανδρος περνούσε κολυμπώντας τον Ελλήσποντο για να είναι κρυφά μαζί της. Η Ηρώ άναβε ένα λυχνάρι κάθε νύχτα στην κορυφή του πύργου της, για να τον οδηγεί και το ζευγάρι ζούσε έναν υπέροχο έρωτα. Πριν όμως ξημερώσει, ο Λέανδρος έφευγε και βρίσκονταν πάλι το επόμενο βράδυ. Αυτό γινόταν κάθε βραδιά. Και οι νέοι συνέχιζαν να είναι ερωτευμένοι με πάθος. Κάποτε όμως ήλθε η άσχημη εποχή του χειμώνα και οι δύο εραστές αναγκάστηκαν να χωριστούν με υποσχέσεις πως η άνοιξη θα τους φέρει και πάλι κοντά. Το επόμενο όμως βράδυ η Ηρώ, είτε γιατί δεν άντεξε τον χωρισμό από τον αγαπημένο της, είτε εξαιτίας της συνήθειας, άναψε το λυχνάρι. Ο Λέανδρος είδε το φως και αμέσως έπεσε στη θάλασσα για να πάει κοντά στην αγαπημένη του. Την ώρα που πάλευε με τα άγρια κύματα, το φως έσβησε και ο νέος δεν κατάφερε να βρει τον προσανατολισμό του. Πάλεψε χωρίς επιτυχία με τη μανιασμένη θάλασσα και το πρωί το άψυχο κορμί του βρέθηκε να επιπλέει κοντά στην ακτή. Η Ηρώ αντίκρισε τον αγαπημένο της νεκρό, τον αγκάλιασε και μαζί βυθίστηκαν στη θάλασσα…

Μνημοσύνη

Ψηφιακή Βιβλιοθήκη της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας

ΜΟΥΣΑΙΟΣ: Τὰ καθ’ Ἡρὼ καὶ Λέανδρον

          Νὺξ ἦν, εὖτε μάλιστα βαρυπνείοντες ἀῆται

310    χειμερίαις πνοιῇσιν ἀκοντίζοντες ἰωὰς

          ἀθρόον ἐμπίπτουσιν ἐπὶ ῥηγμῖνι θαλάσσης.

          καὶ τότε δὴ Λείανδρος ἐθήμονος ἐλπίδι νύμφης

          δυσκελάδων πεφόρητο θαλασσαίων ἐπὶ νώτων.

         ἤδη κύματι κῦμα κυλίνδετο, σύγχυτο δ ̓ ὕδωρ,

315   αἰθέρι μίσγετο πόντος, ἀνέγρετο πάντοθεν ἠχὴ

μαρναμένων ἀνέμων. Ζεφύρῳ δ ̓ ἀντέπνεεν εὖρος

καὶ νότος εἰς βορέην μεγάλας ἐφέηκεν ἀπειλάς·

καὶ κτύπος ἦν ἀλίαστος ἐρισμαράγοιο θαλάσσης.

αἰνοπαθὴς δὲ Λέανδρος ἀκηλήτοις ἐνὶ δίναις

320    πολλάκι μὲν λιτάνευε θαλασσαίην Ἀφροδίτην,

πολλάκι δ ̓ αὐτὸν ἄνακτα Ποσειδάωνα θαλάσσης,

Ἀτθίδος οὐ βορέην ἀμνήμονα κάλλιπε νύμφης.

ἀλλά οἱ οὔ τις ἄρηγεν, Ἔρως δ ̓ οὐκ ἤρκεσε Μοίρας.

πάντοθι δ ̓ ἀγρομένοιο δυσάντεϊ κύματος ὁλκῷ

325    τυπτόμενος πεφόρητο. ποδῶν δὲ οἱ ὤκλασεν ὁρμὴ

καὶ σθένος ἦν ἀνόνητον ἀκοιμήτων παλαμάων.

πολλὴ δ ̓ αὐτόματος χύσις ὕδατος ἔρρεε λαιμῷ

καὶ ποτὸν ἀχρήιστον ἀμαιμακέτου πίεν ἅλμης.

καὶ δὴ λύχνον ἄπιστον ἀπέσβεσε πικρὸς ἀήτης

330    καὶ ψυχὴν καὶ ἔρωτα πολυτλήτοιο Λεάνδρου.

333    Ἡ δ ̓ ἔτι δηθύνοντος ἐπαγρύπνοισιν ὀπωπαῖς

ἵστατο κυμαίνουσα πολυκλαύτοισι μερίμναις.

335    ἤλυθε δ ̓ ἠριγένεια καὶ οὐκ ἴδε νυμφίον Ἡρώ.

πάντοθι δ ̓ ὄμμα τίταινεν ἐς εὐρέα νῶτα θαλάσσης,

εἴ που ἐσαθρήσειεν ἀλωόμενον παρακοίτην

λύχνου σβεννυμένοιο. παρὰ κρηπῖδα δὲ πύργου

δρυπτόμενον σπιλάδεσσιν ὅτ ̓ ἔδρακε νεκρὸν ἀκοίτην,

340    δαιδαλέον ῥήξασα περὶ στήθεσσι χιτῶνα

ῥοιζηδὸν προκάρηνος ἀπ ̓ ἠλιβάτου πέσε πύργου.

κὰδ δ ̓ Ἡρὼ τέθνηκε σὺν ὀλλυμένῳ παρακοίτῃ.

ἀλλήλων δ ̓ ἀπόναντο καὶ ἐν πυμάτῳ περ ὀλέθρῳ.

Και η απόδοση του Δημ. Γρ. Βερναρδάκη:

Είτανε νύχτα, που στριγγά βουίζουν οι Ανέμοι,

Φυσήματα απ ̓ το στόμα τους φαρμακερά ξερνώντας

Κι όλοι στ’ ακρόγιαλα μαζί αγκομαχητά ξεσπάνε.

Τότες με ελπίδα ο Λέαντρος να φθάσει στην καλή του,

Ανέφοβος στη θάλασσα πέφτει, τη μανιασμένη.

Σμίγουνε πια τα κύματα, κυλούν και τρικυμίζουν,

Κι ως στα ουράνια φτάνουνε· κι ολούθε τώρα αντάρα,

Πολύσκιαχτη σηκώνεται και τα στοιχειά παλεύουν·

Ο Απηλιώτης με μανιά το Ζέφυρο χτυπάει.

Κι αγνάντια στο Βοριά φυσά η Νοτιά και φοβερίζει.

Ο Λέαντρος στην τρικυμιά, στη μαύρη ανεμοζάλη,

Την Αφροδίτη του γιαλού συχνοπερικαλούσε,

Μαζί κι αυτό τον Ποσειδό της θάλασσας αφέντη·

Περικαλούσε το Βοριά και τούφερνε στο νου του,

Τον έρωτά του τον παλιό με μιαν Αθηνιοπούλα.

Κανείς δεν τον παράστεκε, κι ο Έρωτας ακόμα,

Την άραχλη δεν θέλησε Μοίρα του να μποδίσει·

Τα κύματα ολοτρόγυρα χυμίζουν λυσσασμένα,

Ζητώντας να τον καταπιούν· λυγάν ταγόνατά του,

Απόκαναν τα χέρια του κι αποσταμένα πέφτουν,

Κ’ η θάλασσα τον πότιζε πικράρμυρο φαρμάκι.

Αγέρας έσβυσε πικρός τ’ άπιστο το λυχνάρι,

Και την αγάπη και ζωή του δόλιου τού Λεάντρου.

Κι όσο πιο αργούσε, τώρα αυτή με ξάγρυπνα τα μάτια,

 Έστεκε καρτερώντας τον και τρώγαν την οι έγνιες.

 Ήρτε η Αυγή και της Ηρώς το ταίρι ακόμα νάρτει·

Κυτάει μες στον πλατύ γιαλό, μην κάπου ξεχωρίσει,

Τον άντρα της, που απάντεχε, στο κύμα να πλανιέται,

Αφού τη νύχτα τ’ άπιστο λυχνάρι της εσβήστη·

Στου πύργου τα μπροσθέμελα, σαν είδε ναχτυπιέται,

Πάνω στα βράχια οΛέαντρος, πολυώρα πεθαμένος,

Τον πέπλο της τότες αυτή τον πλουμιστό ξεσκίζει

Γύρω απ ̓ τα στήθια της, και πια, δίχως καμιάν ελπίδα,

Ρίχνεται μες στη θάλασσα απ ̓ τον ολόρτο πύργο·

Γιατί έτσι η Μοίρα τόγραψε να παν αδερφωμένοι,

Το θάνατο κ’ οι δυό μαζί ζευγάρι ν’ ανταμώσουν.

 

O Παναγιώτης Δημ. Βερναρδάκης, γιος του Δημ. Γρ. Βερναρδάκη και εγγονός του Γρηγ. Ν. Βερναρδάκη (αδελφού του σοφού Δημ. Ν. Βερναρδάκη), είναι διπλ. οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Μάιντς (Mainz) και διδάκτωρ οικονομικών επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης (Frankfurt/M). Εκτός των οικονομικών ασχολείται και με φιλολογικά και ιστορικά θέματα. bernardakis@outlook.