«Ελπίς», επίνειον (σκάλα) του Πολιχνίτου

Του Αριστείδη Κυριαζή
Μερικοί ερευνητές έγραψαν ότι η Σκάλα Πολιχνίτου ονομάστηκε «Ελπίς», από τον Κύριλλο Μουμτζή (1867-1925) που χειροτονήθηκε Μητροπολίτης Μυτιλήνης στις 13-5-1897, όταν την επισκέφθηκε το 1900 ενώ η μέχρι σήμερα πρώτη γνωστή καταγραφή της ονομασίας «Ελπίς» είναι από το 1881, συγκεκριμένα:
Το 1881, ο Γεώργιος Αρχοντόπουλος, σημείωσε: «Πολιχνίτος. Η επίσημος αύτη της Λέσβου κωμόπολις απέχει επίσης 8 ώρας της πρωτευούσης και ημίσειαν ώραν της θαλάσσης• περιέχει οικίας χριστιανικάς 1.050 και 60 οθωμανικάς• έχει ναόν τον άγιον Γεώργιον, και σχολεία ελληνικόν και αλληλοδιδακτικόν μετά Παρθεναγωγείου. Πλησίον του Πολιχνίτου υπάρχουσι και θερμά λουτρά, τα οποία προ ολίγων ετών έλαβον μεγάλην υπόληψιν. Ημίσειαν δε ώραν μακράν υπάρχει μονύδριον με ναόν την κοίμησιν της Θεοτόκου καλούμενον Δαμάντριον (ίσως Δαμάνδριον ως αληθώς μοναχικού βίου δαμάζον τους άνδρας). Περί την ημίσειαν ώραν της κωμοπόλεως ταύτης παραλίως υπάρχει επίνειον (σκάλα) υπό το όνομα «Ελπίς» έχον και νεόδμητον ναΐσκον επ’ ονόματι των γενεθλίων Ιωάννου του Προδρόμου• υπάρχουσι δε ενταύθα οικίαι τινες, εργαστήρια και αποθήκαι». («Λεσβιακά. Ήτοι Ιστορική και Γεωγραφική Περιγραφή της Λέσβου». Στο περιοδικό Σαπφώ. Τόμος πρώτος. Έτος Α΄. Τεύχος Η΄. Αύγουστος. Μυτιλήνη 1881, σ. 172-173. Φωτογραφία από τη Δημόσια Βιβλιοθήκη Μυτιλήνης).
Για την προέλευση της ονομασίας της Ελπίδας-Σκάλας Πολιχνίτου συνειρμικά μάς οδηγούν τα ονόματα «Ελπίδα» και «Ελπιδήφορος», τα οποία καταγράφονται επιγραφικά στα κτηματολόγια της εποχής 285-305 μ.Χ. του Ρωμαίου αυτοκράτορα Γάιου Διοκτηλιανού για τα σημερινά γειτονικά τοπωνύμια «Τύδα, Άσπρες πέτρες και Τέμενος», που βρίσκονται βορειοανατολικά της Ελπίδας- Σκάλας Πολιχνίτου στην περιοχή του ακρωτηρίου «Κουρτήρ», όπου συγκεκριμένα στο κτηματολόγιο IG XII 2, 79 υπάρχει η καταγραφή «χω(ρίον) Τύδαι Ελπι[δήφορος] αμπ(έλων) πρώτ(ων) ιούγ(ερα) […] χω(ρίον) Λευκή ακ[τ]ή συν τεμένει», στο κτηματολόγιο IG XII 2, 422 καταγράφεται το όνομα «Ελπίδα ήρω[ς, χρη]-στέ χαίρε» και στο IG XII 2, 76 αναφέρεται δύο φορές το όνομα «Ελπιδήφορος».
Αριστείδης Κυριαζής
[email protected]