Στην εποχή των millennials

192

Τη στιγμή που τα social media κατακλύζονται από ήχους και εικόνες η γεύση παίρνει άλλες διαστάσεις και αναδεικνύονται σαφώς οι ξεχασμένες τοπικές κουζίνες, η αυθεντικότητα. Η αναζήτηση της ταυτότητας και το νέο μαγειρικό ήθος μπαίνει στο μικροσκόπιο, καθώς η μοριακή γαστρονομία αρχίζει να φαντάζει πεπερασμένη…
Τελικά η νοστιμιά έρχεται πρώτη.
Αμέσως μετά η καθαρότητα και η ποιότητα της πρώτης ύλης που φαίνεται να είναι εξίσου σημαντική με την γεύση.

Η τάση πάει μπροστά και ποτέ πίσω

Εμείς συχνά παίζουμε το ρόλο του απόηχου, που ενώ απορρίπτουμε πολλά από το παρελθόν έρχεται η στιγμή που τα αποζητάμε ξανά και ξανά με μια νέα όμως εμφάνιση. Γεύση με νέες προδιαγραφές προσαρμοσμένη στην νέα τάξη πραγμάτων. Να φαίνεται καλά στη φωτογραφία του κινητού, να βρίσκεται σε εντυπωσιακά πιάτα, να στήνεται με τσέρκι κι ας είναι ένας ταπεινός μουσακάς ή μια απλή φάβα. Το ζήτημα είναι να μπαίνει όμορφα στο κάδρο, αλλά και να ξεσηκώνει τη μνήμη και τον ουρανίσκο.


Η ποιότητα μετράει και η προέλευση του προϊόντος παίζει πλέον πρωτεύοντα ρόλο. Ποιότητα στην πρώτη ύλη ακόμα και στα αναψυκτικά και στα αφεψήματα. Αντικαθίστανται σιγά-σιγά όλα εκείνα τα ζαχαρούχα ανθυγιεινά ροφήματα-αφεψήματα με οργανικούς χυμούς φρούτων χαμηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη.
Οι Millennials αγκάλιασαν τη χορτοφαγία. Έμαθαν να τρώνε περίεργα λαχανικά σαν τη λαχανίδα μας που όπου το λέω με κοιτούν με ανοιχτά αυτιά και μάτια. Και όμως εμείς εδώ στο νησί τρώμε κάθε χειμώνα λαχανίδα και μάλιστα στα εστιατόρια και στις ταβέρνες μας. Οι άλλοι στην υπόλοιπη Ελλάδα μπορεί και να μην την ξέρουν, πλην μερικών εξαιρέσεων. Οι Άγγλοι, Αμερικάνοι, Αυστραλοί κλπ. Στο αγγλοσαξονικό μπλοκ δεσπόζει ένα άλλο είδος λαχανίδας, το kale, που ήρθε πρόσφατα και στις λαϊκές της Αθήνας και είναι ένα αντίστοιχο super food. Πάντως ευτυχώς οι γενιές αυτές μετά το 2000 άρχισαν να παίρνουν την πλειοψηφία των πρωτεϊνών που χρειάζονται σε καθημερινή βάση από εναλλακτικές πηγές πέραν του κρέατος. Σκέψου τα ταπεινά φασόλια, τις φακές, αλλά και την Νοτιοαμερικανική κινόα και το chia.
Το άλλο φαινόμενο στην εστίαση είναι τα μεγάλα κοινόχρηστα τραπέζια, που στα εστιατόρια γίνονται άποψη και συνήθεια.
Σαν μοναστηριακά, που μπορούν να κάθονται μαζί διάφοροι συνδαιτυμόνες. Τα εστιατόρια που τα υιοθέτησαν δημιουργούν έτσι ένα κλίμα οικειότητας. Οι θαμώνες πιάνουν κουβέντα και έτσι έχει βρεθεί μια διέξοδος για επικοινωνία σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από την αποξένωση του Ίντερνετ, του facebook και του insta.
Το άλλο χαρακτηριστικό είναι όλα τα ροζ που βρίσκονται στην κορυφή των προτιμήσεων.
Σκέψου το ροζ blog της φίλης μου Εύης Φέτση που λειτουργεί στον οδηγό διασκέδασης F&L και κάνει θραύση.
https://www.blondconfusion.com
Έτσι ξαφνικά, δεχτήκαμε ένα μεγάλο κύμα των media να εστιάζει, στα ροζ. Κρασιά, ποτά και αφεψήματα.

Μπισκότα σουσαμένια νηστίσιμα

Υλικά

1/2 φλ. βούτυρο μαλακωμένο
1 φλ. ελαφρύ λάδι
3/4 φλ. ζάχαρη
1/2 φλ. χυμό φρέσκου πορτοκαλιού
1 κ.γλ. σόδα σκόνη
1 κ.γλ. μπέικιν πάουντερ
4 φλ. αλεύρι απλό (κοσκινισμένο)
1/3 φλ. σουσάμι
1/2 φλ. σόδα αναψυκτικό

Εκτέλεση

Βάζουμε σε ένα μπολ το βούτυρο, το λάδι, τη ζάχαρη και τα αναμειγνύουμε πολύ καλά με το σύρμα για λίγα λεπτά να λιώσει η ζάχαρη.
Διαλύουμε τη σόδα μαγειρικής στο χυμό πορτοκαλιού και τα προσθέτουμε στο μίγμα.
Ρίχνουμε το κοσκινισμένο αλεύρι και ζυμώνουμε, να απορροφηθεί το αλεύρι.
Με χοντρό πλάστη ανοίγουμε τη ζύμη σε φύλλο πάχους 0,5 εκ. και κόβουμε μπισκότα σε ό,τι σχήμα θέλουμε με κουπ πατ.


Σε ένα βαθύ πιάτο βάζουμε το σουσάμι και τη σόδα (αναψυκτικό). Βουτάμε ένα-ένα τα μπισκότα στο βρεγμένο με σόδα σουσάμι και τοποθετούμε σε ταψί με λαδόκολλα, αραιά το ένα από το άλλο. Προθερμαίνουμε το φούρνο. Ψήνουμε τα μπισκότα για περίπου 20 λεπτά, στους 160 βαθμούς C στον αέρα, ή στους 180 βαθμούς C στις αντιστάσεις.
Σβήνουμε το φούρνο και τα αφήνουμε μέσα να τραβήξουν την υγρασία τους για 10 λεπτά. Στη συνέχεια, τα βγάζουμε και τα τοποθετούμε σε σχάρα να κρυώσουν καλά και να είναι κριτσανιστά.