Στο μικροσκόπιο ο «θησαυρός» της Λέσβου

2538

Σημαντικές είναι οι προοπτικές που ανοίγονται για τα προϊόντα της λεσβιακής γης αλλά και γενικότερα των νησιών του Βορείου Αιγαίου μέσα από το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα της Περιφέρειας, μετά την κίνηση της Περιφερειάρχη, Χριστιάνας Καλογήρου, να διασφαλίσει την χρηματοδότηση και άρα την ένταξη 9 προτάσεων έργων που είχαν υποβληθεί, συνολικού προϋπολογισμού 4 εκατ. ευρώ.

Μετά την απόφαση της κ. Καλογήρου για τη θετική αξιολόγηση αυτών των προτάσεων σε αυτή τη φάση, σε εξέλιξη βρίσκεται η περίοδος των ενστάσεων και ακολούθως αναμένεται η ένταξη και η υπογραφή των συμβάσεων, ώστε να ξεκινήσει σταδιακά η υλοποίησή τους.

Δύο από τα συνολικά 9 έργα αφορούν τη δημιουργία ερευνητικών κέντρων για το φυσικό πλούτο των νησιών μας, καθώς επίσης και για το ελαιόλαδο, το μέλι και το κρασί, που αναμένεται να μετατρέψουν σε πόλους έλξης τον Παπάδο της Γέρας, αλλά και τον παλιό Σταθμό Γεωργικής Έρευνας όπου στεγάζεται το Εργαστήριο Ελαιολάδου.

Η προοπτική για τη δημιουργία αυτών των δύο ερευνητικών κέντρων άνοιξε από τις προγραμματικές συμβάσεις που υπέγραψε τον προηγούμενο χρόνο η Περιφερειάρχης με το Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο  για την εκπόνηση της μελέτης για το βιοδραστικό περιεχόμενο του ελαιολάδου και των υποπροϊόντων της ελιάς, όπως επίσης και τη μελέτη που υλοποιεί η ομάδα του Καθηγητή Λέανδρου Σκαλτσούνη για τη φυτοχημική ανάλυση φυτών και βοτάνων. Στην πορεία η Περιφέρεια έβαλε μέσα στο παιχνίδι και το μέλι και το κρασί του Βορείου Αιγαίου, με αποτέλεσμα να δημιουργηθεί μία πολύ στενή συνεργασία με το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο και να ανοίξει ο δρόμος για την δημιουργία των Ερευνητικών Κέντρων στο νησί μας. Με άλλα λόγια, η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, μέσω του  Επιχειρησιακού της Προγράμματος, έρχεται να καλύψει στο νησί μας το ερευνητικό κενό από την έλλειψη ενός Ινστιτούτου, μετά και το κλείσιμο του Σταθμού Γεωργικής Έρευνας του Κάτω Τρίτους, στις εγκαταστάσεις του οποίου λειτουργεί το εργαστήριο ελαιολάδου, το οποίο ωστόσο μέχρι τώρα λόγω της υποστελέχωσης δεν έχει αναπτύξει μία δραστηριότητα που θα το συνδέει με την παραγωγική διαδικασία.

Αυτό το κενό έρχεται να καλύψει το έργο «Ερευνητικές υποδομές για την ανάπτυξη καινοτόμων προϊόντων ελιάς και αμπέλου», με δικαιούχο το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και προϋπολογισμό 526.765 ευρώ. Πρόκειται για ένα πρόγραμμα που θα υλοποιηθεί σε συνεργασία με το Πανεπιστήμιο Αιγαίου και τον Ελληνικό Οργανισμό Δήμητρα και προβλέπεται  η αξιοποίηση των κτιριακών υποδομών του παλιού Σταθμού Γεωργικής Έρευνας, όπου λειτουργεί σήμερα το Εργαστήριο Ελαιολάδου. Συγκεκριμένα θα γίνει η προμήθεια υπερσύγχρονου και πανάκριβου  τεχνολογικού εξοπλισμού που θα εγκατασταθεί στον παλιό Σταθμό Γεωργικής Έρευνας και θα γίνει στελέχωση με ερευνητές, ώστε να αναπτυχθεί η ερευνητική δραστηριότητα σε κάθε τομέα του ελαιολάδου και του κρασιού.

Όπως μας ανέφερε ο καθηγητής Νίκος Θωμαΐδης «μέσω του προγράμματος θα γίνει έρευνα για το ρόλο του μικροκλίματος στην παραγωγή και την ποιότητα του ελαιολάδου». Με άλλα λόγια θα ερευνηθούν σε διάφορες περιοχές της Λέσβου οι κλιματολογικές συνθήκες και πώς αυτές επιδρούν στην παραγωγή της ελιάς και την ποιότητα του ελαιολάδου. Μέσα απ’ αυτό το έργο θα προκύψουν εξαιρετικά χρήσιμες κατευθύνσεις για την παραγωγική – καλλιεργητική διαδικασία προς τους αγρότες,  όπως επίσης και για τις περιόδους κατά τις οποίες θα πρέπει να προβαίνουν σε συγκεκριμένες ενέργειες. Με την αξιοποίηση όλου αυτού του εξοπλισμού και του ερευνητικού προσωπικού θα γίνονται αναλύσεις στα δείγματα του ελαιολάδου που παράγεται στο νησί μας από τους αγρότες και μάλιστα αυτές οι αναλύσεις θα φτάνουν σε βάθος με μοριακές αναλύσεις και γενετική ταυτοποίηση.

Αντίστοιχες θα είναι οι υπηρεσίες και για τα προϊόντα αμπέλου. Πρόκειται, δηλαδή, για μια σημαντική ευκαιρία, ένα πρωτόγνωρο για τα δεδομένα του νησιού μας εφαλτήριο τόσο για την ανάπτυξη των καλλιεργειών όσο και για την προώθηση των τοπικών προϊόντων, μέσω της ανάδειξης των ποιοτικών τους χαρακτηριστικών με την επιστημονική σφραγίδα του Καποδιστριακού Πανεπιστημίου.

 

Για τα φυτά και το μέλι 

Το δεύτερο Ερευνητικό Κέντρο θα γίνει στον Παπάδο της Γέρας και μάλιστα διερευνάται το ενδεχόμενο στέγασής του στις παλιές αποθήκες του Αγροτικού Συνεταιρισμού της περιοχής, καθώς προς τα εκεί οδηγεί τις εξελίξεις ο φαρμακοποιός Βαγγέλης Αξιώτης (γιος του χειρουργού Μάκη Αξιώτη), ο οποίος αποτελεί στενό συνεργάτη του καθηγητή Λέανδρου Σκαλτσούνη. Ο τίτλος του έργου είναι «Δημιουργία Κέντρου Αριστείας Φυσικών Προϊόντων για την ανάδειξη τοπικών προϊόντων και παραδοσιακών προϊόντων διατροφής των νησιών Βορείου Αιγαίου», με δικαιούχο το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών και προϋπολογισμό 662.800 ευρώ.

Το Κέντρο προβλέπεται να αξιοποιήσει τη βιοποικιλότητα και τα προϊόντα αγροδιατροφής των νησιών, ενώ παράλληλα θα γίνεται ερευνητική ανάλυση, καταγραφή και  πιστοποίηση των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών των φυτών, φυτικών ιστών, καρπών, σπόρων και υποπροϊόντων. Αναλύσεις, μελέτες, επιστήμονες – ερευνητές θα βάλουν στο μικροσκόπιο τα φυτά και τα βότανα του τόπου μας, το γλυκάνισο, τη μαστίχα της Χίου με υπερσύγχρονο τεχνολογικό εξοπλισμό για τις αναλύσεις.

 

Η μεγάλη ευκαιρία

Τα δύο αυτά ερευνητικά κέντρα αποτελούν μια μεγάλη ευκαιρία για τον τόπο μας ώστε να γυρίσει μια σημαντική σελίδα στον αγροτικό τομέα, καταφέρνοντας για πρώτη φορά να αναδείξει και να πιστοποιήσει τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του φυσικού πλούτου των νησιών του Βορείου Αιγαίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την προστιθέμενη αξία που θα έχουν και θα τα οδηγήσει σε ενισχυμένη θέση στην αγορά,  ενώ ταυτόχρονα θα τα συνδέσει με την φαρμακοβιομηχανία και τη βιομηχανία των καλλυντικών, τροφοδοτώντας συνάμα τις εξελίξεις και για την ανάπτυξη δραστηριοτήτων με τη δημιουργία μικρών μονάδων εκχύλισης και μεταποίησης και στα νησιά της περιφέρειάς μας. Πρόκειται για την κάλυψη ενός σημαντικού κενού που υπήρχε στη Λέσβο και το Βόρειο Αιγαίο στον ερευνητικό τομέα, για ένα μεγάλο όραμα που θα χαράξει τις εξελίξεις του μέλλοντος  για τα αγροτικά μας προϊόντα και τον φυτικό πλούτο. Αυτό είναι το σημείο στο οποίο εστιάζει, απαντώντας σε σχετική ερώτηση των «Νέων της Λέσβου», η Περιφερειάρχης, Χριστιάνα Καλογήρου.

«Σε μια εποχή οικονομικής κρίσης, δύσκολου ανταγωνισμού και ανάγκης ποιότητας, η ερευνητική διαδικασία αποτελεί όχι μόνο προϋπόθεση, αλλά και εγγύηση μιας στέρεα θεμελιωμένης στρατηγικής προόδου και ανάπτυξης», επισημαίνει η κ. Καλογήρου. Και συνεχίζει: «Στηρίζουμε ως Περιφέρεια  ενεργά τις ερευνητικές υποδομές στα νησιά μας. Τα αποτελέσματα που προκύπτουν από την ερευνητική και επιστημονική διαδικασία, πιστοποιούν την αξία των προϊόντων μας και αναδεικνύουν τη δυνατότητα αξιοποίησής τους, όπως και του φυσικού μας χώρου και της πολιτιστικής μας κληρονομιάς.

Τα επιστημονικά αποτελέσματα θα αποτελέσουν εργαλείο και εφόδιο για τους ανθρώπους των νησιών μας, καθώς πιστοποιημένα θα ανοίξουν τον δρόμο για την αξιοποίηση πολλών τομέων δράσης προσθέτοντας μεγάλη υπεραξία και σήμερα και στο βάθος του χρόνου», σημειώνει καταλήγοντας η Περιφερειάρχης.

 

Σάρκα και οστά

 Η υλοποίηση των δύο Ερευνητικών Κέντρων αναμένεται να αρχίσει να παίρνει σάρκα και οστά μέσα στο 2019, ίσως μάλιστα το δεύτερο εξάμηνο του επόμενου έτους, καθώς θα πρέπει προηγουμένως να προκηρυχθούν διαγωνισμοί για την προμήθεια του σημαντικής αξίας τεχνολογικού εξοπλισμού για τις αναλύσεις και στις δύο περιπτώσεις. Δεν αποκλείεται, ωστόσο, ένα τμήμα του εξοπλισμού να μεταφερθεί από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο στη Λέσβο, καθώς επί της ουσίας τα δύο Ερευνητικά Κέντρα θα αποτελούν παραρτήματα του Πανεπιστημίου Αθηνών.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ