Τενοντοελυτρίτιδα De Quervain

770

Πάλλης Δημήτριος MD, MSc

Ορθοπεδικός Χειρουργός – Γ.Ν.Α. «ΚΑΤ»

Μεταπτυχιακή ειδίκευση στα Μεταβολικά Νοσήματα των Οστών

Η πάθηση περιγράφηκε για πρώτη φορά το 1895 και εμφανίζεται σε μεγαλύτερο ποσοστό στις γυναίκες ηλικίας 30 – 50 ετών προσβάλλοντας συνήθως τον κυρίαρχο καρπό. Η τενοντοελυτρίτιδα De Quervain είναι μία αντιδραστική πάχυνση του ελύτρου γύρω από το βραχύ εκτείνοντα και το μακρό απαγωγό του αντίχειρα. Είναι αποτέλεσμα έντονης και παρατεταμένης καταπόνησης, αν και μπορεί να εμφανιστεί αυτόματα σε γυναίκες μέσης ηλικίας και μερικές φορές κατά την εγκυμοσύνη.

Ποια είναι η κλινική εικόνα της πάθησης;

Ο ασθενής παραπονείται για πόνο και οίδημα στην κερκιδική πλευρά του καρπού. Ο πόνος έχει σταδιακή έναρξη και αυξάνεται κυρίως με τη σύλληψη αντικειμένων. Μπορεί να παρατηρηθεί ακόμα και κριγμός κατά τις κινήσεις του αντίχειρα. Στο ιστορικό μπορεί να αναφέρεται μία έντονη δραστηριότητα του αντίχειρα και του καρπού, όπως το κλάδεμα, το πλύσιμο και στύψιμο των ρούχων. Δεν αποκλείεται όμως να υπάρχει και ορατή διόγκωση στο κάτω άκρο της κερκίδας όπου το έλυτρο του τένοντα είναι σκληρό και παχύ.

απεικόνιση κατανομής του πόνου στην τενοντοελυτρίτιδα De Quervain

 

Πώς γίνεται η διάγνωση;

Η διάγνωση γίνεται με βάση το ιστορικό και την κλινική εξέταση με ειδικές δοκιμασίες. Η παθογνωμονική δοκιμασία είναι το Finkelstein test κατά το οποίο ο ασθενής βάζει τον αντίχειρά του μέσα στην παλάμη, κάνοντας μία γροθιά, ενώ ο εξεταστής φέρει τον καρπό σε προσαγωγή. Το test είναι θετικό όταν προκληθεί έντονος πόνος στην περιοχή της ανατομικής ταμπακοθήκης, στην κερκιδική πλευρά του καρπού. Η επανάληψη της δοκιμασίας με τον αντίχειρα ελεύθερο είναι σχετικά ανώδυνη. Ακτινογραφικός έλεγχος δεν απαιτείται εκτός και αν στην περιοχή υπάρχει υποψία κατάγματος. Η διαφοροδιάγνωση περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο την αρθρίτιδα στη βάση του αντίχειρα.

Θετικό Finkelstein’s.

Σχηματική απεικόνιση της δοκιμασίας Finkelstein

 

Ποιες είναι οι θεραπευτικές επιλογές;

Στα αρχικά στάδια η θεραπεία είναι συντηρητική με εφαρμογή νάρθηκα, τροποποίηση δραστηριοτήτων, χορήγηση ΜΣΑΦ (μη στερεοειδή αντιφλεγμονώδη φάρμακα) και ανάπαυση. Το επόμενο βήμα της συντηρητικής αντιμετώπισης είναι η έγχυση κορτικοστεροειδών στο έλυτρο των τενόντων. Τελευταίες μελέτες δίνουν μία υπεροχή στην έγχυση των κορτικοστεροειδών σε σχέση με την εφαρμογή νάρθηκα, ενώ μετά την έγχυση η εφαρμογή νάρθηκα και η χορήγηση ΜΣΑΦ δεν φαίνεται να βελτιώνουν το τελικό αποτέλεσμα.

Σε αποτυχία της συντηρητικής αντιμετώπισης θέση έχει πλέον η χειρουργική θεραπεία που συνίσταται στη διάνοιξη του τενόντιου ελύτρου. Απαιτείται προσοχή ώστε να μην τραυματισθούν οι ραχιαίοι αισθητικοί κλάδοι του κερκιδικού νεύρου. Ο ασθενής επιστρέφει στις δραστηριότητές του μόλ

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here