Της Σαρακοστής

237

Ξεκινάμε τη νηστεία, ό,τι πιο υγιεινό έχει δημιουργήσει η χριστιανική θρησκεία στην ορθοδοξία και μαζί το τέλειο detox αν φυσικά γίνει σωστά και δεν επιδοθούμε με μανία στο χαλβά του μπακάλη. Εννοείται πως είναι προτιμότερο να βάζουμε λιγότερο λάδι στα λαδερά και μάλιστα από πάνω με το που τα κατεβάζουμε από τη φωτιά. Έτσι τα έτρωγε πάντα ο μπαμπάς και εγώ που τότε τα έβρισκα νερόβραστα και όχι τόσο νόστιμα, τώρα ανακαλώ και διορθώνω. Αν όλα πάρουν μια μορφή λιτότητας και μέτρου – διότι εδώ που τα λέμε έτσι λέει και η θρησκεία και η αρχαία φιλοσοφία μας – ε, ναι, τότε θα λειτουργήσει η νηστεία και ως διατροφή και θα επαναπροσδιοριστεί ο οργανισμός μας.

Ο αστακός (1)

Μέσα σ’ όλα αυτά που λέγονται και γράφονται αυτές τις μέρες για νηστεία, γαστρονομία και συνταγές για τούτο ή εκείνο, εμένα μου λείπει το συγκλονιστικότερο θαλασσινό: Ο αστακός.
Όχι του Λάνθιμου φυσικά, αλλά εκείνο το θαλασσινό τερατάκι που μου έφερνε ο μπαμπάς από τη Σκάλα Σκαμνιάς ή από το Σίγρι, όταν ήμουν μικρή και νόμιζα πως θα το έχω πάντα στη ζωή μου σε αφθονία, όπως τότε.
Τότε που ο κύριος Σπύρος Παυλής, ο μπαμπάς της συμμαθήτριάς μου της Σοφίας και συνάδελφος του μπαμπά, πήγαινε στα ψαρέματά του και ενίοτε μαζί με όλη την άλλη ψαριά, έφερνε και αστακούς. Θυμάμαι σαν χτες την κυρία Καίτη στο σπίτι της Βαρειάς όταν μας τράταρε με γαλαντομία βραστό αστακό με σπιτική μαγιονέζα, όταν εγώ η τυχερή βρισκόμουν εκεί για παιχνίδι, λες και ήταν απόλυτα φυσιολογικό. Στις εποχές, δηλαδή, που δεν θα το διανοούνταν κανείς, εμείς από τη μια παίζαμε με τον γυμνό Αμερικάνο λαστιχένιο κούκλο της Σοφίας που της τον είχαν στείλει οι θείες της από την Αμερική – τον λάτρευα αυτόν τον κούκλο – και από την άλλη τρώγαμε αστακό με απόλυτη φυσικότητα σ’ ένα απλό καθημερινό τραπέζι.
Ίσως τελικά δεν είναι τυχαίο που εμείς εδώ στο νησί καθώς μεγαλώναμε με όλα τα καλά και με αυτή την γαστρονομική κουλτούρα, όχι μόνο δεν υστερούμε σε γκουρμεδιές, αλλά τις αναγνωρίζουμε από τα γεννοφάσκια μας. Τόσα οφείλω στους γονείς μου που με το κατοχικό δικό τους σύνδρομο φρόντισαν τόσο πολύ να μην μας λείψει τίποτα.
Αν υπήρχε και τρόπος να επικοινωνήσουμε αυτή τη φαγητική μας κουλτούρα στα πέρατα της γης μπορεί το νησί μας να γινόταν talk of the world για τη γαστρονομία μας κι όχι για το μεταναστευτικό.
Ούτε τότε, ούτε τώρα μπαίνω στη διαδικασία να παραδεχτώ πως ό,τι έχει μικρή προσφορά στην αγορά δημιουργεί τη μεγάλη ζήτηση.
Γιατί πάντα θα σκέφτομαι πως εγώ θέλω όλα να υπάρχουν εν αφθονία για όλους.


Ο αστακός (2)

Ο αστακός είναι ένα από τα αναίμακτα εκείνα που θα μπορούσε κανείς να φάει στη νηστεία.
Μας λείπει όμως. Είναι απολύτως σπάνιος στα ψαράδικα.
Άσε που κάποτε απειλήθηκαν με αφανισμό εδώ στα νερά του Αιγαίου καθώς οι επιτήδειοι ψάρευαν τις έγκυες αστακίνες πριν γεννήσουν. Καταστροφή. Θαρρώ πως το προλάβανε. Στις ακτοφυλακές δείχνει να κάνουν καλή δουλειά.
Η ακριβή τιμή είναι ένα άλλο θέμα. Αλλά αυτό μπορεί κανείς να το διαχειριστεί. Δεν είναι δα και γόβες CHRISTIAN LOUBOUTIN. Έλεος πια. Κάποιες φορές στη ζωή μας κάνουμε μια υπέρβαση. Σε όλα. Αντί για μια ακριβή ενυδατική θα φάω έναν αστακό βρε παιδί μου.
Αντί για ένα τόμαχοκ ας πούμε. Αντί για μια γόβα. Αντί… αντί… αντί.
Λέτε να μην αξίζει τον κόπο μια τέτοια απόλαυση;
Ο αστακός είναι η πολυτέλεια.
Ο αστακός είναι και θα παραμείνει ο βασιλιάς.
Κάτι σαν το χαβιάρι.
Σαν τον οίνο της Καμπανίας.
Σαν την αγκινάρα της Ιερουσαλήμ*
Ο αστακός θα είναι πάντα το δυσεύρετο.
Κάνω γκαλόπ στα ψαράδικα της Μυτιλήνης.
Ζητώ αστακό.
Μου λένε δεν υπάρχει.
Ρωτώ αν είναι η εποχή του ψαρέματος. Πάντα μ’ ενδιαφέρει να μην δημιουργούμε πρόβλημα στη φύση.
Μου λένε ναι “αλλά δεν βρίσκουμε κι ό,τι βρίσκουμε τα πάμε κατευθείαν στα εστιατόρια και στις ταβέρνες».
Στις μεγάλες πόλεις βρίσκεις πιο εύκολα. Ατλαντικού ή Ειρηνικού. Στην Αυστραλία τους πουλάνε σαν σαρδέλες. Ζωντανούς, βραστούς ή ωμούς. Και η τιμή αρκετά λογική. Μεγάλη χώρα, βλέπετε, με χιλιάδες μίλια ακτογραμμή. Δεν υπάρχει ψάρι που να μην βρίσκεις στις ψαραγορές της. Ίσως να μην είναι τόσο νόστιμα, όπως στις αγκαλιές της Μεσογείου και στους βραχώδεις κόλπους του Αιγαίου. Αλλά υπάρχει η αφθονία. Εκείνη η αφθονία που όλα τα κάνει προσιτά.
Δεν ξέρω ποιο είναι πιο καλό.
Η στέρηση δημιουργεί άλλα ένστικτα και άλλη απόλαυση.
Κι από την άλλη τη νοστιμιά τη βελτιώνεις με μαγειρικά τεχνάσματα – άλλωστε υπάρχουν τόσες και τόσες συνταγές για αστακούς!
Πάει τέλειωσε και φέτος η Καθαρή Δευτέρα χωρίς τον πολυπόθητο αστακό μου. Την περάσαμε με νοστιμότατα καλαμαράκια τηγανητά, ολόφρεσκα, κυδώνια και χτένια από τον κόλπο της Καλλονής, καλόγνωμες και ταραμοσαλάτα με λαγάνα και χαλβά. Και μαζί με ένα γλυκόπιοτο ούζο Σαμαρά. Και του χρόνου!

Νηστίσιμο λαχανόρυζο

(όσο ακόμα έχουμε λάχανα εποχής)

Υλικά

1 μέτριο λάχανο, ψιλοκομμένο
2 μέτρια κρεμμύδια, ψιλοκομμένα
1 φλιτζ. τσαγιού ρύζι γλασέ, πλυμένο, στραγγισμένο
1/2 φλιτζ. ελαιόλαδο
1 κουτ. σούπας πελτές
αλάτι, πιπέρι
κόκκινο καυτερό πιπέρι
χυμός από 1/2 λεμόνι
μαϊντανός, ψιλοκομμένος

Εκτέλεση

Σε μια μεγάλη κατσαρόλα σοτάρουμε στο λάδι, το κρεμμύδι. Μόλις μαραθεί, απαλά, ρίχνουμε το λάχανο και ανακατεύουμε.
Προσθέτουμε 1½ ποτήρι νερό, αλατίζουμε και σκεπάζουμε. Μαγειρεύουμε σε μέτρια φωτιά για περίπου 20 – 30 λεπτά ή μέχρι σχεδόν να μαλακώσει το λάχανο. Προσθέτουμε τον πελτέ διαλυμένο σε 1/2 φλιτζάνι νερό, τα μπαχαρικά και το ρύζι. Υπολογίζουμε στην κατσαρόλα να έχει περίπου 3 φλιτζάνια υγρό και προσθέτουμε όσο χρειάζεται. Αποσύρουμε από τη φωτιά, πριν απορροφήσει όλο το υγρό, προσθέτουμε το λεμόνι και το μαϊντανό, σκεπάζουμε και αφήνουμε το ρύζι να φουσκώσει και να τραβήξει και τα υπόλοιπα υγρά.

* Αγκινάρα της Ιερουσαλήμ είναι ένα ακριβό λαχανικό ρίζας με κονδύλους. Το πρωτοβρήκαμε στην αμερικάνικη ήπειρο, από ιθαγενείς Ινδιάνους, και το έφεραν στην Ευρώπη το 1610 οι Γάλλοι μετανάστες της Βόρειας Αμερικής. Σερβίρεται με ή χωρίς το δέρμα και μαγειρεύεται όπως η πατάτα: Ψητή, βραστή ή στον ατμό, ενώ κάνει και νοστιμότατες σούπες. Δοκιμάστε το στο Λονδίνο όποτε βρεθείτε γιατί εδώ σπανίζει.