Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Κοινωνιολόγου
Ο απόστολος Παύλος στο αποστολικό ανάγνωσμα της Κυριακής (Α΄ Κορ. δ΄ 9-16), απευθυνόμενος στους Κορινθίους, μιλάει για τον αγώνα των αποστόλων. Έμμεσα επιθυμεί ν’ αναφερθεί και στο δικό του κόπο. Αυτό το λέει προς τους χριστιανούς, όχι για να ντραπούν, αλλά για να τους καθοδηγήσει στον πνευματικό δρόμο της αλήθειας και της δικαιοσύνης. Επίσης, αναφέρει και κάτι άλλο: «Οι χριστιανοί να μην χάνουν τον χρόνο τους, αλλά να τον εκμεταλλεύονται». Στο τέλος γράφει: «Έχουμε πολλούς διδασκάλους, αλλά όχι πολλούς πατέρες». Μάλιστα, λέει πως «ο ίδιος τους γέμισε πνευματικά εν Χριστώ και τους καλεί να γίνουν μιμητές του, όπως και ο ίδιος είναι μιμητής του Χριστού».
Αξίζει να σταθούμε σε μερικά σημεία. Το πρώτο είναι η έννοια της «εξαγοράς-εκμετάλλευσης του χρόνου». Ουσιαστικά, ο απόστολος Παύλος μάς λέει πως η ζωή που μας δόθηκε είναι σημαντική και πολύτιμη. Χρειάζεται να εξετάζουμε τον εαυτό μας, όχι καταπιεστικά, αλλά δημιουργικά, ώστε να βλέπουμε αν η ζωή μας έχει περιεχόμενο. Αν ο χρόνος που περνάει έχει ουσία και ζωή. Άλλωστε, χαρακτηριστικό της πνευματικής ζωής είναι η εμπειρία της ζωής και της χαράς. Ο χρόνος, δηλαδή, είναι δημιουργικός όταν τον ζούμε. Πότε τον ζούμε; Όταν είμαστε εν Χριστώ.
Αυτό που προτείνει το αποστολικό ανάγνωσμα, είναι να ξεφύγουμε απ’ την ανία, την οποία μπορούμε να βιώνουμε και εντός της θρησκευτικής ζωής, όταν προσεγγίζουμε το τυπικό μέρος και όχι το ουσιαστικό, αλλά και την ανία της καθημερινότητας, όταν ζούμε χωρίς λόγο ζωής. Πώς φαίνεται αν ζούμε πνευματικά; Όταν και στα ελάχιστα βρίσκουμε το Θεό. Ποια είναι η «αμαρτία»; Το πολύτιμο να φθείρεται μέσα μας και να μην αποκαλύπτεται. Επομένως, η αξιολόγηση της ζωής δεν είναι ένα ηθικό γεγονός, αλλά είναι να βλέπουμε αν αυτό που κάνουμε στην καθημερινότητά μας, έχει μέσα του ζωή και χαρά.
Ταυτόχρονα, υπάρχει μια αντίφαση: Ο απόστολος Παύλος μιλάει για πνευματική ζωή, ενώ ο ίδιος σαν να διαμαρτύρεται για το πόσο πάσχει. Αυτό δεν το κάνει για να προκαλέσει ενοχές στους χριστιανούς, αλλά επιθυμεί να τους δείξει τον πόθο του για να έχουν και οι ίδιοι ζωή. Γι’ αυτό, μας εισάγει, μετέπειτα, στην έννοια της «πατρότητας». Για τον καθένα μας μπορεί αυτή η έννοια να λάβει διάφορες σημασίες. Όμως, ο απόστολος Παύλος μάς φανερώνει την αληθινή διάσταση της έννοιας. Το πρώτο είναι ότι η αληθινή πατρότητα εκφράζεται με το πόσο έτοιμος είναι κανείς να «σταυρωθεί».
Μάλιστα, διαχωρίζει την έννοια του «διδασκάλου» απ’ τον «πατέρα» ως προς αυτό: Ο «διδάσκαλος» απλώς λέει θεωρίες και συμβουλές, ενώ ο «πατέρας» μεταδίδει ζωή και φως. Εμείς σήμερα έχουμε βαρεθεί τους δασκάλους και τους καθηγητές που μας λένε τι να κάνουμε και πώς να ζούμε. Αυτό που έχουμε, τελικά, ανάγκη είναι η ζωή μας να είναι όντως ζωή. Να μεταδίδουμε φως και χαρά. Όσο υπάρχει αυτό το κενό μέσα μας, τόσο μας αρέσει, σαν εκτόνωση, να κάνουμε τους διδασκάλους στους άλλους και να εξηγούμε.
Όμως, γρήγορα βλέπουμε πως δεν μπορούμε κανέναν ν’ αλλάξουμε, ούτε τον εαυτό μας. Άλλωστε, δεν είναι αυτό το νόημα. Η διδασκαλία του Χριστού δεν είναι «ηθική», αλλά μας «ενεργοποιεί» ώστε ν’ ανακαλύψουμε το νόημα και τη ζωή. Εφόσον εμείς «γευόμαστε» τον Χριστό, και μόνο που υπάρχουμε και αναπνέουμε, μεταδίδουμε ζωή. Ο απόστολος Παύλος, δηλαδή, μας λέει: «Να κακοπαθούμε, όχι για να κακοπαθούμε, να ασκητεύουμε, όχι για να ασκητεύουμε. Η κακοπάθεια και η άσκηση είναι μια διαρκής αναζήτηση της ζωής». Αυτό σημαίνει «εξαγοράζουμε-εκμεταλλευόμαστε» τον χρόνο μας. Να ζωντανέψουμε και να υπάρχουμε.
Όταν λέει ο απόστολος Παύλος «σας γέννησα πνευματικά», εννοεί: «Σας μετέδωσα αυτή τη ζωή. Σας έδωσα πρόσωπο, σας έδωσα τη δυνατότητα να υπάρχετε». Πότε υπάρχουμε; Όταν αναζητούμε και βρούμε το λόγο ύπαρξης. Ο αληθινός πατέρας είναι αυτός που μπορεί να μας πει το λόγο που έχουμε ανάγκη, ώστε να αναστηθούμε. Σήμερα ο άνθρωπος δεν έχει ανάγκη ν’ ακούσει πολλά πράγματα, αλλά ν’ ακούσει ένα λόγο που θα τον «ξυπνήσει» και θα τον «ενεργοποιήσει». Έτσι ξεκινά να «λειτουργεί η καρδιά του». Αυτός είναι ο λόγος του Θεού.
Επειδή δεν έχουμε λόγο Θεού, «σπάμε το κεφάλι» μας να αλλάξουμε τους ανθρώπους. Δύο-τρεις κουβέντες θέλουμε για να «ξυπνήσουμε». Αυτές οι κουβέντες που θα είναι φορέας του λόγου του Θεού, που θα μας «ζωντανέψει», που θα μας γεμίσει και θα πηγαίνουμε από πνευματική «γέννα» σε πνευματική «γέννα». Πώς μπορούμε να καταλάβουμε πως όλο αυτό είναι αποκάλυψη του Θεού; Όταν δεν έχουμε φόβο και αγωνία. Ούτε για μας, ούτε για κανέναν.
Χρειάζεται να ξεκαθαρίσουμε κάτι σημαντικό: Θέλουμε να αλλάξουμε τους ανθρώπους γύρω μας όπως τους έχουμε στο μυαλό μας, σύμφωνα με τις δικές μας τακτικές, ή θέλουμε ο αδελφός μας να είναι «ζωντανός», να έχει ζωή και χαρά; Θέλουμε τον άλλον να τον ελέγχουμε και να τον εξουσιάζουμε, ή να είναι ικανός ν’ αναλάβει την ευθύνη της ζωής του; Κατ’ αυτό τον τρόπο, εμπιστευόμαστε την αγάπη του Θεού. Αυτή είναι η πραγματική ελευθερία, αλλά και αυτή είναι η μετάδοση της αληθινής ζωής.



