Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια

Πιάνεται η ψυχή σου σαν αντικρίσεις το πεσμένο δέντρο στο έδαφος, όρθιο και περήφανο αφήνει στο χώμα απ’ όπου γεννήθηκε την τελευταία του πνοή, μια πνοή για την πνοή μας που χάνεται.

Στέκεσαι βουβός και κοιτάζεις το συνεργείο του Δήμου, με συνοπτικές διαδικασίες να διεκπεραιώνει, να  το κόβει και να ετοιμάζει τα κομμάτια για τη χωματερή, καθώς καλούν τους εργάτες που πρέπει να πάνε κι αλλού. Και άξαφνα αρχίζουν να περνούν μπροστά σου σαν ταινία οι εικόνες από τη μέρα που το φύτεψαν, τότε που ήσουν 15 χρόνια πιο νέος, που έλιωνες την πέτρα 35άρης. Θυμάσαι τα χρόνια που περνούσαν και το καμάρωνες να μεγαλώνει και μεγάλωνες κι εσύ μαζί του. Θυμάσαι το παιχνίδι των παιδιών τα καλοκαίρια στη σκιά του και εκείνο το πρωινό του Νοέμβρη που κοντοστάθηκες κάτω απ’ τα κλαδιά του για να γλιτώσεις το μπουρίνι.

Τόσα πρωινά περνούσες και περνούσες απ’ το πάρκο και του ‘λεγες καλημέρα και να που τώρα πια, μεσόκοπος εσύ, στέκεσαι μουδιασμένος στη μέση του πάρκου και το κοιτάζεις πεσμένο σαν να ψάχνεις τα μάτια του. 

«Έλα μην κάνεις έτσι, ένα δέντρο είναι», λέει και σε ταρακουνά ο εργάτης, κλείνοντας την καρότσα του φορτηγού και φωνάζοντας τον οδηγό για να φύγουν.

Πράγματι ένα δέντρο είναι, τι αξία έχει ένα δέντρο στη σύντομη ζωή μας και ποιος να ασχοληθεί! Όλοι κοιτούν το φανταχτερό σιντριβάνι του πάρκου και τους ξύλινους πάγκους, από δέντρο κι αυτοί.