- Η καθυστέρηση της μετεγγραφής της απόφασης στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο έχει οδηγήσει σε σειρά πρακτικών προβλημάτων, καθώς, σύμφωνα με τη νομοθεσία δεν μπορούν να προχωρήσουν έργα συντήρησης.
- Το κτήριο εξαιρείται από τη διαχείριση του Υπερταμείου και παραμένει στην κυριότητα και ευθύνη του Υπουργείου Οικονομικών.
Παρά το γεγονός ότι από το 2022 υπάρχει τελεσίδικη δικαστική απόφαση που ορίζει πως το κτήριο της Γενικής Γραμματείας Αιγαίου και Νησιωτικής Πολιτικής στη Μυτιλήνη ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο, το ιστορικό ακίνητο παραμένει σε νομική εκκρεμότητα. Η καθυστέρηση της μετεγγραφής της απόφασης στο αρμόδιο κτηματολογικό γραφείο έχει οδηγήσει σε πλήθος πρακτικών προβλημάτων, καθώς, σύμφωνα με τη νομοθεσία, δεν μπορούν να προχωρήσουν έργα συντήρησης, ενεργειακής αναβάθμισης ή άλλες τεχνικές παρεμβάσεις χωρίς την ολοκληρωμένη εγγραφή στο όνομα του Δημοσίου.
Η μετεγγραφή της απόφασης, που καθορίζει το ιδιοκτησιακό καθεστώς, εκκρεμεί εδώ και τρία χρόνια, γεγονός που προκαλεί εμπλοκή στη λειτουργία της Γενικής Γραμματείας. Οι αρμόδιες υπηρεσίες περιορίζονται μόνο σε μικρές τεχνικές εργασίες, όπως επισκευές επιχρισμάτων και εσωτερικές βελτιώσεις, καθώς δεν επιτρέπονται επεμβάσεις που απαιτούν άδειες οικοδομικών εργασιών ή σκαλωσιές. Το αποτέλεσμα είναι ότι το κτήριο, ένα από τα πιο εμβληματικά της Μυτιλήνης, παρουσιάζει φθορές και δεν μπορεί να συντηρηθεί επαρκώς.
Η καθυστέρηση αυτή έχει τις ρίζες της στην πολύχρονη δικαστική διαμάχη γύρω από το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου. Η υπόθεση ξεκίνησε πριν από σχεδόν δύο δεκαετίες, όταν ο τότε Δήμος Μυτιλήνης και μετέπειτα Δήμος Λέσβου διεκδίκησε το ακίνητο, υποστηρίζοντας ότι ανήκει στην τοπική αυτοδιοίκηση. Η τότε δημοτική αρχή επικαλέστηκε ιστορικά έγγραφα και διοικητικές πράξεις προηγούμενων ετών, επιμένοντας πως το ακίνητο είχε παραχωρηθεί ή περιέλθει υπό τη διαχείρισή του.
Η υπόθεση εκδικάστηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης στις 4 Μαΐου 2011, με τον τότε Δήμο Λέσβου να καταθέτει αγωγή κατά του Ελληνικού Δημοσίου. Το δικαστήριο, μετά από εξέταση των στοιχείων, απέρριψε την αγωγή, κρίνοντας ότι το ακίνητο, καθώς και ο περιβάλλον χώρος του, ανήκουν εξ’ ολοκλήρου στο Δημόσιο. Στην απόφαση αναφέρεται ρητά ότι το κτήριο αποτελεί περιουσία του κράτους και ότι η χρήση του από το τότε Υπουργείο Αιγαίου είχε νομική βάση.
Παρά την ήττα στο Πρωτοδικείο, ο δήμος είχε ανακοινώσει πρόθεση να ασκήσει έφεση, επικαλούμενος ότι δεν υπήρχαν κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη θέση του. Ωστόσο, η έφεση δεν ανέτρεψε την πρωτόδικη απόφαση, και η υπόθεση ολοκληρώθηκε δικαστικά το 2021, με την τελεσίδικη απόφαση να εκδίδεται το 2022. Η απόφαση αυτή επιβεβαιώνει ότι το ακίνητο ανήκει στο Ελληνικό Δημόσιο και υπάγεται στη διαχείριση του Υπουργείου Οικονομικών μέσω της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου.
Στο μεσοδιάστημα, είχε προκύψει ένα ακόμη νομικό ερώτημα που επιβράδυνε τη διαδικασία κι αφορούσε στο εάν το κτήριο θα εντασσόταν στη διαχείριση του Υπερταμείου (Ελληνική Εταιρεία Συμμετοχών και Περιουσίας), όπως πολλά άλλα δημόσια ακίνητα, ή αν θα εξαιρούνταν. Η συζήτηση αυτή κράτησε μήνες και προκάλεσε πρόσθετες καθυστερήσεις, καθώς χρειάστηκαν γνωμοδοτήσεις από νομικές υπηρεσίες και διυπουργικές αποφάσεις. Τελικά, κρίθηκε ότι το κτήριο εξαιρείται από τη διαχείριση του Υπερταμείου και παραμένει στην κυριότητα και ευθύνη του Υπουργείου Οικονομικών.
Παρ’ όλα αυτά, η υλοποίηση της απόφασης παραμένει ημιτελής. Η μη ολοκληρωμένη μετεγγραφή έχει δημιουργήσει εμπόδια όχι μόνο στη συντήρηση αλλά και στη δυνατότητα ένταξης του κτηρίου σε προγράμματα χρηματοδότησης ή ενεργειακής αναβάθμισης. Σημαντικά έργα, που είχαν σχεδιαστεί για τη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης και την προστασία του μνημειακού χαρακτήρα του, δεν μπορούν να προχωρήσουν, καθώς απαιτείται πλήρης νομική κατοχύρωση της ιδιοκτησίας.
Η Γενική Γραμματεία Αιγαίου, που εξακολουθεί να στεγάζεται εκεί, αντιμετωπίζει έτσι μια παράδοξη κατάσταση. Ενώ το κτήριο είναι τυπικά «περιουσία του Δημοσίου», πρακτικά δεν μπορεί να αξιοποιηθεί ούτε να συντηρηθεί, όπως προβλέπει ο νόμος. Το γεγονός αυτό έχει προκαλέσει ανησυχία, καθώς το κτήριο θεωρείται «κόσμημα της Μυτιλήνης» και αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της διοικητικής και πολιτιστικής ταυτότητας της πόλης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προσπάθειες των δημοτικών αρχών της Λέσβου –τόσο του τότε Δήμου Μυτιλήνης, όσο και του πρώην Δήμου Λέσβου, να κατοχυρώσουν την ιδιοκτησία του ακινήτου δεν απέδωσαν. Παρά τον πολυετή αγώνα και τη δημοσιότητα που είχε λάβει η υπόθεση τα προηγούμενα χρόνια, η τελεσίδικη απόφαση δεν έγινε ευρέως γνωστή και πέρασε σχεδόν απαρατήρητη.
Σήμερα, το ιστορικό κτήριο, που συνδέεται με την παρουσία του κράτους στο Αιγαίο και τη νησιωτική πολιτική, παραμένει σε νομικό και διοικητικό μετέωρο. Η ολοκλήρωση της μετεγγραφής αποτελεί πλέον αναγκαίο βήμα, όχι μόνο για λόγους νομιμότητας, αλλά και για να διασφαλιστεί ότι το «κόσμημα της Μυτιλήνης» θα παραμείνει λειτουργικό, ασφαλές και αντάξιο της ιστορικής του αξίας.



