Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΩΝ 200 ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΩΝ ΣΤΗΝ ΚΑΙΣΑΡΙΑΝΗ – ΠΛΑΙΣΙΟ, ΤΕΚΜΗΡΙΑ, ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΤΗΡΙΑ ΣΗΜΕΙΩΜΑΤΑ: Πρωτομαγιά 1944

Spread the love

του Παράσχου  Μανιάτη*

Εκτελεστική σύνοψη

Την 1η Μαΐου 1944, 200 πολιτικοί κρατούμενοι – στη μεγάλη τους πλειονότητα κομμουνιστές, παλιοί «Ακροναυπλιώτες» και «όμηροι» – εκτελέστηκαν από τις γερμανικές αρχές κατοχής στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, σε μια οργανωμένη πράξη αντιποίνων. Η αφορμή που επικαλέστηκαν οι κατακτητές ήταν η ενέδρα της ελληνικής αντίστασης στους Μολάους Λακωνίας (27 Απριλίου 1944), όπου σκοτώθηκε ο Γερμανός υποστράτηγος Φραντς Κρεχ και μέλη της συνοδείας του. 

Το γεγονός δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από δύο αλληλένδετα συστήματα εξουσίας: Από τη μία, την κατοχική «τεχνολογία» ομηρίας και μαζικών εκτελέσεων (ως μέσο τρομοκράτησης και αποσύνδεσης της κοινωνίας από την αντίσταση), από την άλλη, τη μακρά προϊστορία προπολεμικών διώξεων, που γέμισε τις φυλακές με πολιτικούς αντιπάλους και άφησε – μέχρι την Κατοχή – μια «δεξαμενή» ομήρων διαθέσιμη για εξόντωση. 

Στην καρδιά της αφήγησης βρίσκεται ο Ναπολέων Σουκατζίδης, διερμηνέας του στρατοπέδου, ο οποίος – σύμφωνα με συγκλίνουσες μαρτυρίες – αρνήθηκε να σωθεί αν αυτό σήμαινε ότι θα πέθαινε άλλος στη θέση του. Τα αποχαιρετιστήρια σημειώματα, γραμμένα βιαστικά ή πεταμένα στον δρόμο προς την εκτέλεση, λειτουργούν ως πρωτογενή τεκμήρια ανθρώπινης φωνής μέσα στη μηχανή των αντιποίνων. 

Πολιτικοστρατιωτικό πλαίσιο και η λογική των αντιποίνων

Η μαζική εκτέλεση της Πρωτομαγιάς του 1944 αποτελεί κορυφαία (και τη μαζικότερη σε μία ημέρα) εφαρμογή της πολιτικής αντιποίνων στην κατεχόμενη Ελλάδα, με βασικό εργαλείο τους «ομήρους»: Κρατούμενους που δεν επιλέγονταν επειδή αποδείχθηκε ενεργός συμμετοχή τους σε συγκεκριμένη ενέργεια, αλλά επειδή μπορούσαν να «πληρώσουν» συμβολικά και πρακτικά για αυτήν. Στο αθηναϊκό περιβάλλον του 1944, το σύστημα αυτό συνδέθηκε οργανικά με το Στρατόπεδο Συγκέντρωσης Χαϊδαρίου: Έναν κεντρικό κόμβο κράτησης, ανακρίσεων και μεταγωγών, που – όπως καταγράφεται σε πανεπιστημιακή ιστορική επισκόπηση – λειτούργησε ως «βασική δεξαμενή ομήρων» για εκτελεστικά αποσπάσματα, με κύριο τόπο εκτελέσεων το Σκοπευτήριο. 

Η ιδιαιτερότητα της Καισαριανής είναι ότι «έδεσε» δύο χρονικότητες καταστολής: Την προπολεμική αντικομμουνιστική πολιτική (που παρήγαγε μακροχρόνιους πολιτικούς εγκλεισμούς, όπως στην Ακροναυπλία) και τη ναζιστική κατοχική τρομοκρατία (που αξιοποιούσε αυτούς τους εγκλείστους ως ανταλλάξιμη ύλη). Στη δημόσια μνήμη – και σε πηγές που αναπαράγουν πρωτογενή γράμματα -επαναλαμβάνεται ότι πολλοί από τους 200 κρατούνταν αδιάλειπτα από τη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά και στη συνέχεια παραδόθηκαν στους κατακτητές μέσω του διοικητικού «continuum» κράτησης. 

Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το Χαϊδάρι – και ειδικά το Μπλοκ 15 ως χώρος απομόνωσης και προθαλάμου εκτελέσεων – δεν ήταν απλώς «φυλακή». Ήταν ο μηχανισμός που επέτρεπε στη γερμανική διοίκηση να μετατρέπει μια στρατιωτική απώλεια στην ύπαιθρο σε πολιτικό σοκ στην πρωτεύουσα: Να χτυπάει επιλεκτικά (ή/και παραδειγματικά) όσους θεωρούσε «επικίνδυνους», ιδίως κύκλους συνδεδεμένους με το ΚΚΕ και την ευρύτερη αντιστασιακή υποδομή του ΕΑΜ. 

Από τους Μολάους στη διαταγή αντιποίνων

Οι γερμανικές αρχές κατοχής «τεκμηρίωσαν» δημόσια την εκτέλεση ως αντίποινα. Σε πηγή-τεκμήριο ελληνικού πολιτιστικού αποθετηρίου (με μουσειακή τεκμηρίωση), καταγράφεται ότι η επιλογή των 200 συνδέθηκε ρητά με την επίθεση του ΕΛΑΣ και τον θάνατο του υποστράτηγου Κρεχ στους Μολάους, ενώ επισημαίνεται και το κρίσιμο επεισόδιο: Ότι στον κατάλογο των μελλοθανάτων περιλαμβανόταν ο Σουκατζίδης, στον οποίο ο διοικητής του Χαϊδαρίου, Καρλ Φίσερ, φέρεται να είπε να μείνει στη θέση του και εκείνος να αρνήθηκε. 

Η ίδια σύνδεση (ενέδρα-αντίποινα-εκτέλεση 200) εμφανίζεται και σε πανεπιστημιακή έρευνα για το Χαϊδάρι, με ρητή αναφορά στη στρατιωτική ιδιότητα του Κρεχ (διοικητής της 41ης Μεραρχίας Οχυρών) και στη χρονολόγηση της ενέδρας στις 27 Απριλίου 1944. 

Ωστόσο, η ιστοριογραφία και η δημοσιογραφία δεν είναι απολύτως ομόφωνες σε όλες τις λεπτομέρειες: Υπάρχει δημοσιευμένη εκδοχή που υποστηρίζει ότι το γεγονός μπορεί να τοποθετείται νωρίτερα (π.χ. 12 Απριλίου) και ότι η ημερομηνία της γερμανικής ανακοίνωσης ίσως προσαρμόστηκε για να ενισχυθεί η αίσθηση «επείγοντος» και νομιμοποίησης των αντιποίνων. Επειδή η διαφορά αυτή επηρεάζει τη χρονολόγηση της αφορμής, είναι σημαντικό να δηλώνεται ως αβεβαιότητα: Η 27η Απριλίου 1944 εμφανίζεται ως σταθερή αναφορά σε τεκμηριωμένες πηγές (μουσειακή/πανεπιστημιακή), ενώ η 12η Απριλίου προκύπτει από ερμηνευτική ανάγνωση δευτερογενών αφηγήσεων. 

Το βέβαιο είναι ότι η εκτέλεση εντάσσεται σε μια ευρύτερη κατοχική πολιτική που είχε ήδη «ανακοινωθεί» ως δόγμα αντιποίνων (με συγκεκριμένες αναλογίες εκτελέσεων ανά νεκρό ή τραυματία Γερμανό στρατιώτη), ώστε να λειτουργεί προληπτικά, τρομοκρατικά και παραδειγματικά. Σε νεότερη δημοσιογραφική ανασύνθεση, παρατίθεται χαρακτηριστικά η λογική «ποσοστώσεων» εκτέλεσης και η δημόσια γνωστοποίησή της από τον στρατιωτικό διοικητή Ελλάδος Βίλεμ Σπάιντελ

Χαϊδάρι, πομπή και εκτέλεση

Στην πρακτική της 1ης Μαΐου, η εκτέλεση δεν ήταν ένα «ακαριαίο» επεισόδιο, αλλά μια διαδικασία που ξεκινά στο Χαϊδάρι και καταλήγει στο Σκοπευτήριο με ενδιάμεση τη διαδρομή, όπου οι μελλοθάνατοι τραγουδούν, γράφουν μικρά σημειώματα και τα πετούν στον δρόμο, ελπίζοντας ότι θα βρεθούν από περαστικούς και θα φτάσουν στους δικούς τους ή στις οργανώσεις της αντίστασης. Αυτή η λεπτομέρεια καταγράφεται σε ειδική ιστορική σελίδα αστικής «διαδρομής μνήμης» (με αναφορές σε αρχειακά τεκμήρια και μαρτυρίες). 

Στην ίδια τεκμηριωτική αφήγηση σημειώνεται επίσης μια κρίσιμη πτυχή: Η ταφή των 200 στο Γ’ Νεκροταφείο Αθηνών, με προετοιμασμένους ατομικούς τάφους, και η αρχική δυσκολία ταυτοποίησης, καθώς «κανείς δεν γνώριζε τα ονόματα των θυμάτων» εκείνη τη στιγμή και τα ρούχα παραδόθηκαν μέσω της Αρχιεπισκοπής, ανοίγοντας έναν δεύτερο κύκλο πένθους: Το δράμα της αναγνώρισης μέσα από φθαρμένα ρούχα, έγγραφα ή μικρές σημειώσεις. Η ίδια σελίδα παραπέμπει σε συγκεκριμένα αρχειακά τεκμήρια, όπως αναφορά αστυνομικού τμήματος (1/5/1944) για την εκτέλεση πολιτών από τις γερμανικές αρχές κατοχής και κατάλογο νεκρών σε επετειακό φυλλάδιο, με προέλευση από τα Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας. 

Παράλληλα, η κατοχική εμπειρία της πρωτεύουσας είχε ήδη συγκροτήσει το Χαϊδάρι ως «μηχανή» παραγωγής εκτελέσεων. Η πανεπιστημιακή έρευνα για το στρατόπεδο καταγράφει τη διαδοχή διοικητών – με τον SS-ταγματάρχη Πάουλ Όττο Ραντόμσκι και κατόπιν τον Φίσερ – και εξηγεί γιατί το Χαϊδάρι εξελίχθηκε σε νευραλγικό κόμβο καταστολής και αντιποίνων, ειδικά την άνοιξη-καλοκαίρι 1944, όταν οι εκτελέσεις και οι μαζικές συλλήψεις κλιμακώθηκαν. 

Στην ίδια «διαδρομή μνήμης» σημειώνεται ότι έγιναν προσπάθειες παρέμβασης για αμνηστία από τον Αρχιεπίσκοπο Δαμασκηνό, οι οποίες αποδείχθηκαν μάταιες. Η αναφορά αυτή φωτίζει ότι, ακόμη και αν υπήρχε θεσμική/εκκλησιαστική πίεση, το σύστημα αντιποίνων είχε ήδη αποφασίσει να λειτουργήσει ως επίδειξη ισχύος. 

Ναπολέων Σουκατζίδης: Τεκμηριωμένο βιογραφικό και ρόλος

Ο Ναπολέων Σουκατζίδης γεννήθηκε στην Προύσα το 1909 και παρουσιάζεται σε μουσειακή τεκμηρίωση ως στέλεχος του ΚΚΕ που συνελήφθη επί Μεταξά (1937). Κατά την Κατοχή συγκαταλέγεται στους πολιτικούς κρατούμενους που παραδόθηκαν στους Γερμανούς. Η γλωσσομάθειά του τον έφερε στη θέση του διερμηνέα στο Χαϊδάρι. Στην κρίσιμη στιγμή της επιλογής των 200, ο διοικητής του στρατοπέδου (Καρλ Φίσερ) φέρεται να του ζήτησε να «μείνει» – δηλαδή να εξαιρεθεί – με την προϋπόθεση αντικατάστασης από άλλον κρατούμενο. Ο Σουκατζίδης αρνήθηκε να πεθάνει άλλος αντί γι’ αυτόν και εκτελέστηκε μαζί με τους υπόλοιπους. 

Η βιογραφική αυτή γραμμή έχει διπλή σημασία για ένα δημοσιογραφικό, αναλυτικό κείμενο: Αφενός δείχνει πώς η κατοχική διοίκηση αξιοποιούσε «λειτουργικούς» κρατούμενους (διερμηνείς, βοηθητικούς ρόλους) στο εσωτερικό του στρατοπέδου, αφετέρου φωτίζει το ηθικό παράδοξο των αντιποίνων όπου μια πιθανή «εξαίρεση» δεν καταργεί τη βία, αλλά απλώς την αναδιανέμει σε άλλο σώμα. 

Αποχαιρετιστήρια σημειώματα και μηνύματα

Οι 200 δεν άφησαν πίσω τους ένα ενιαίο «τελευταίο κείμενο», αλλά μια σκόρπια τοπογραφία λέξεων: Χαρτάκια πεταμένα από καμιόνια, φράσεις γραμμένες βιαστικά, επιστολές, ακόμη και μεταγενέστερες αναπαραγωγές σε μνημεία. Η ίδια η διαδρομή προς την εκτέλεση εμφανίζεται σε τεκμηριωμένη αφήγηση ως χώρος παραγωγής σημειωμάτων («γράφουν σημειώματα… και τα πετάνε στο δρόμο»), γεγονός που ενισχύει την αξιοπιστία του μοτίβου ως πρακτικής επιβίωσης της μνήμης. 

Οι ακόλουθες φράσεις παρατίθενται ως ακριβείς (με διατήρηση της ορθογραφίας/στίξης όπως εμφανίζονται στις αντίστοιχες πηγές), επειδή η αξία τους είναι ακριβώς η υλικότητα και η λιτότητά τους, η «συρραφή» μιας ζωής σε λίγες λέξεις:

  • «Πατερούλη, πάω για εκτέλεση. Νά ’σαι περήφανος για το μονάκριβο γυιό σου» 
  • «Η τελευταία μου σκέψη μαζί σου. Θά ’θελα να σε κάνω ευτυχισμένη» 
  • «Η κόρη μου η Ρήνα να γίνει δασκάλα. Φιλώ τη γυναίκα μου και το παιδί» 
  • «Καλύτερα να πεθάνει κανείς στον αγώνα για τη λευτεριά παρά να ζει σκλάβος»
  • «Χαίρετε φίλοι. Εκδίκηση. Μάνα μη λυπάσαι. Χαίρε μάνα»

Δύο επισημάνσεις είναι αναγκαίες για να μην παραχθεί «ρομαντικός» μύθος πάνω σε πραγματική βία. Πρώτον, αρκετά από αυτά τα μηνύματα σώζονται μέσω μεταγενέστερων εκδόσεων και αναδημοσιεύσεων (όπως συλλογές «γραμμάτων και μηνυμάτων»), άρα η ακριβής αλυσίδα τεκμηρίωσης δεν είναι πάντοτε ορατή στον αναγνώστη χωρίς πρόσβαση στο πρωτότυπο υλικό. Δεύτερον, ακόμη και όταν ένα μήνυμα είναι χαραγμένο σε μνημειακή επιγραφή (όπως στο Χαϊδάρι), η υπογραφή μπορεί να είναι ελλειπτική (π.χ. μόνο μικρό όνομα), κάτι που περιορίζει την απόλυτη ταυτοποίηση του συγκεκριμένου προσώπου χωρίς συμπληρωματικό αρχείο. 

* Ο Παράσχος Μανιάτης είναι  καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις και Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε 41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση