- Χωρίς καμία λογική και δικαιολογία οι αυξήσεις της περασμένης εβδομάδας στις τιμές των καυσίμων με το κράτος να λάμπει διά της απουσίας του
- Πώς κλιμακώθηκαν οι αυξήσεις την πρώτη εβδομάδα του πολέμου και τι αναμένεται αυτή την εβδομάδα που διανύουμε
Χωρίς προηγούμενο είναι αυτό που εξελίχθηκε την περασμένη εβδομάδα στην αγορά καυσίμων, με αλλεπάλληλες αυξήσεις στις τιμές, που προκαλούν έντονη ανησυχία τόσο στους πρατηριούχους όσο και στους καταναλωτές της Λέσβου για το τι θα ακολουθήσει. Οι ανατιμήσεις που καταγράφηκαν μέσα σε λίγες μόνο ημέρες θεωρούνται από ανθρώπους της αγοράς υπερβολικές και σε μεγάλο βαθμό αδικαιολόγητες, γεγονός που αναδεικνύει – όπως τονίζουν – την απουσία ουσιαστικού ελέγχου στον τρόπο με τον οποίο διαμορφώνονται οι τιμές από τα διυλιστήρια.
Αυξήσεις… στο στοκ!
Παρά το γεγονός ότι η Ελλάδα διαθέτει αποθέματα καυσίμων που επαρκούν για περισσότερο από 100 ημέρες, τα πρατήρια της Λέσβου βρέθηκαν αντιμέτωπα με συνεχείς αυξήσεις στις τιμές χονδρικής. Οι αυξήσεις αυτές καταγράφηκαν καθημερινά, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό σκηνικό στην αγορά. Συγκεκριμένα, τη Δευτέρα σημειώθηκε αύξηση της τάξης των 30 ευρώ ανά τόνο, την Τρίτη ακολούθησε νέα αύξηση επίσης 30 ευρώ, ενώ την Τετάρτη και την Πέμπτη η τιμή ανέβηκε κατά 50 ευρώ την ημέρα. Η εβδομάδα έκλεισε με νέα αύξηση 70 ευρώ τον τόνο την Παρασκευή!
Με απλά λόγια, τα διυλιστήρια πωλούσαν καύσιμα στα πρατήρια σε ολοένα και υψηλότερες τιμές, παρότι τα καύσιμα προέρχονταν από τα ήδη υπάρχοντα αποθέματα της χώρας. Η κατάσταση αυτή δημιουργεί έντονες υποψίες για φαινόμενα κερδοσκοπίας, καθώς οι αυξήσεις δεν συνδέονται άμεσα με νέο, ακριβότερο φορτίο καυσίμων που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την ανατίμηση. Όπως λέγεται χαρακτηριστικά στην αγορά, «στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται», και σε αυτή την περίπτωση τα θύματα φαίνεται να είναι τόσο οι επαγγελματίες του κλάδου, όσο και οι καταναλωτές.
Οι πολίτες καλούνται να πληρώσουν τις αυξήσεις σε μια περίοδο που το κόστος ζωής παραμένει ήδη υψηλό. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις οι ανατιμήσεις επιβάλλονται περισσότερο λόγω της γενικότερης ψυχολογίας που δημιουργεί ο πόλεμος και η διεθνής ενεργειακή αναστάτωση, παρά λόγω πραγματικής αύξησης του κόστους των καυσίμων που διατίθενται στην αγορά εκείνη τη στιγμή.
Η αλήθεια σε αριθμούς
Σύμφωνα με τα στοιχεία της αγοράς, ο Φεβρουάριος έκλεισε στη Λέσβο με μέσες τιμές περίπου 1,83 ευρώ το λίτρο για την αμόλυβδη βενζίνη, 1,64 ευρώ το λίτρο για το πετρέλαιο κίνησης και 1,18 ευρώ το λίτρο για το πετρέλαιο θέρμανσης. Ωστόσο, μόλις μία εβδομάδα αργότερα, την πρώτη εβδομάδα του πολέμου μέχρι το πρωί του Σαββάτου, οι τιμές είχαν ήδη αυξηθεί αισθητά. Η μέση τιμή της αμόλυβδης είχε διαμορφωθεί κοντά στα 1,87 ευρώ το λίτρο, το πετρέλαιο κίνησης είχε φτάσει περίπου τα 1,70 ευρώ το λίτρο, ενώ το πετρέλαιο θέρμανσης είχε ανέβει στο 1,28 ευρώ το λίτρο.
Οι τιμές αυτές αποτελούν τον μέσο όρο, κάτι που σημαίνει ότι σε ορισμένα πρατήρια της Λέσβου οι καταναλωτές πληρώνουν τα καύσιμα ακόμη ακριβότερα. Αυτό δημιουργεί πρόσθετη πίεση στα νοικοκυριά αλλά και στις επιχειρήσεις που εξαρτώνται από τη χρήση καυσίμων για τη λειτουργία τους.
Ιδιαίτερα δύσκολη είναι η κατάσταση και για τους πρατηριούχους, οι οποίοι λειτουργούν με πολύ μικρό περιθώριο κέρδους, που δεν ξεπερνά το 2,8%. Πολλοί από αυτούς προσπαθούν να απορροφήσουν μέρος των αυξήσεων ώστε να συγκρατήσουν όσο γίνεται τις τιμές στην αντλία, όμως η δυνατότητα αυτή είναι περιορισμένη.
Όπως εξηγεί στα Νέα της Λέσβου ο πρόεδρος του Συλλόγου Βενζινοπωλών Λέσβου, Γιώργος Μαλλής, οι επαγγελματίες του κλάδου κάνουν μεγάλη προσπάθεια να συγκρατήσουν τις ανατιμήσεις. Όπως αναφέρει, «όλοι οι πρατηριούχοι γνωρίζουν ότι η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη χώρα είναι σε μεγάλο βαθμό ανεξέλεγκτη και δεν δικαιολογείται από τα πραγματικά δεδομένα της αγοράς». Τα διυλιστήρια, σύμφωνα με τον ίδιο, αύξησαν τις τιμές παρότι διέθεταν καύσιμα από τα υπάρχοντα αποθέματα, κάτι που δεν θα έπρεπε να οδηγεί σε τόσο μεγάλες ανατιμήσεις.
Ο κ. Μαλλής τονίζει επίσης ότι οι πρατηριούχοι δεν είναι εκείνοι που καθορίζουν τις αυξήσεις, καθώς κάθε μέρα αγοράζουν τα καύσιμα ακριβότερα από τα διυλιστήρια, με τις ανατιμήσεις να φτάνουν ακόμη και τα 70 ευρώ τον τόνο μέσα σε λίγες ημέρες.
Η μεγάλη ανησυχία του κλάδου είναι ότι αν τέτοιες αυξήσεις σημειώθηκαν ήδη από την πρώτη εβδομάδα της κρίσης, τότε τις επόμενες εβδομάδες οι τιμές ενδέχεται να κινηθούν ακόμη υψηλότερα. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κατανάλωση καυσίμων θα μειωθεί σημαντικά, κάτι που θα πλήξει τόσο τα πρατήρια όσο και την τοπική οικονομία συνολικά. Οι επαγγελματίες του κλάδου προειδοποιούν ότι αν η κατάσταση παραταθεί, δεν αποκλείεται να δούμε ακόμη και πρατήρια να οδηγούνται σε λουκέτο, καθώς η αγορά δεν θα μπορεί να αντέξει για πολύ ένα τόσο ασταθές και ακριβό περιβάλλον.



