Από τις αρχές Μαρτίου του 2026, όταν άρχισαν να καταγράφονται τα πρώτα επιβεβαιωμένα κρούσματα αφθώδη πυρετού στη Λέσβο, το ζήτημα εξελίχθηκε γρήγορα σε μια από τις πιο πιεστικές κρίσεις για τον πρωτογενή τομέα της Λέσβου. Οι εργαστηριακές ενδείξεις ότι η νόσος προϋπήρχε για διάστημα μηνών επιβάρυναν ακόμη περισσότερο την κατάσταση, καθώς ανέδειξαν την έκταση της διασποράς πριν την επίσημη καταγραφή.
Σε αυτό το περιβάλλον, ο βουλευτής Λέσβου της Νέας Δημοκρατίας και πρώην αντιπρόεδρος της Βουλής, Χαράλαμπος Αθανασίου, ήταν ο πρώτος από την πλευρά της κυβέρνησης που τοποθετήθηκε δημόσια και συστηματικά για την ανάγκη άμεσων παρεμβάσεων, δίνοντας έμφαση κυρίως στην προστασία των κτηνοτρόφων.
Σύμφωνα με όσα αναφέρει, «από τα πρώτα βήματα της διαχείρισης της κρίσης προωθήθηκαν συγκεκριμένες ρυθμίσεις με στόχο να διατηρηθεί η λειτουργία της παραγωγικής αλυσίδας. Κεντρικό μέτρο αποτέλεσε η Πράξη Νομοθετικού Περιεχομένου, η οποία, διαμορφώθηκε με τη συναίνεση των τυροπαραγωγών και υποχρεώνει την παραλαβή του γάλακτος για όσο διάστημα ισχύουν οι περιορισμοί στη διάθεση των τυριών. Με τον τρόπο αυτό επιχειρήθηκε να αποφευχθεί η πλήρης διακοπή της παραγωγής και να διασφαλιστεί ένα ελάχιστο επίπεδο σταθερότητας για τους παραγωγούς».
Παράλληλα, όπως τονίζει «δόθηκε έμφαση στη διασφάλιση των εισοδημάτων». Όπως σημειώνει, οι κτηνοτρόφοι θ΄ αμείβονται κανονικά για το γάλα που παραδίδουν, ενώ, όπως διευκρινίζει «για το διάστημα κατά το οποίο δεν τηρήθηκαν τα συμφωνηθέντα από την πλευρά των τυροκόμων, προβλέπεται κρατική αποζημίωση για το σύνολο της παραγωγής, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου αυτή οδηγείται σε καταστροφή». Πρόκειται για παρεμβάσεις που αποσκοπούν κυρίως στον περιορισμό των άμεσων οικονομικών απωλειών.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η δέσμευση για ευρύτερη στήριξη του ζωικού κεφαλαίου, καθώς η νόσος δεν επηρεάζει μόνο τη διάθεση των προϊόντων, αλλά και τη βιωσιμότητα των εκτροφών. Η αναφορά αυτή αποτυπώνει την προσπάθεια να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα σε βάθος χρόνου και όχι μόνο σε επίπεδο άμεσης διαχείρισης.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στο ζήτημα της διαχείρισης του αδιάθετου γάλακτος, όπου καταγράφονται δυσλειτουργίες στο συντονισμό των αρμόδιων φορέων. Η διαδικασία για την υγειονομική ταφή ανέδειξε καθυστερήσεις κι ασάφειες αρμοδιοτήτων μεταξύ των δήμων της Λέσβου και των υπηρεσιών, μ΄ αποτέλεσμα να παραμένει ανοιχτό ένα κρίσιμο πρακτικό ζήτημα. Η επισήμανση αυτή δείχνει ότι, πέρα από τις κεντρικές αποφάσεις, η εφαρμογή τους σε τοπικό επίπεδο εξακολουθεί να αποτελεί πρόκληση. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε «ως προς την υγειονομική ταφή του αδιάθετου γάλακτος η αρμόδια Αποκεντρωμένη Διοίκηση, απέστειλε εντολή στους δυο δήμους να υποδείξουν χώρους για την υγειονομική ταφή του γάλακτος. Ο Δήμος Μυτιλήνης δεν απάντησε. Ο Δήμος Δυτικής Λέσβου υπέδειξε μεν ένα χώρο, υπό την προϋπόθεση ότι τους τεχνικούς και περιβαλλοντικούς όρους θα υποδείξει η ΔΕΥΑΛ, η οποία θα είναι υπεύθυνη και για την όλη διαδικασία. Η ΔΕΥΑΛ όμως, σε απάντηση της δήλωσε αναρμοδιότητα».
Την ίδια στιγμή, ο Χαράλαμπος Αθανασίου σημειώνει ότι βρίσκεται «σε συνεχή προσπάθεια για την άρση των περιορισμών στη διάθεση των τυροκομικών προϊόντων», αναγνωρίζοντας ότι η αποκατάσταση της αγοράς αποτελεί καθοριστικό παράγοντα για την επιστροφή στην κανονικότητα. Παράλληλα, απευθύνει έκκληση να μην παρεμποδίζεται η μετακίνηση πολιτών και οχημάτων, επισημαίνοντας την ανάγκη αποφυγής πρόσθετων επιπτώσεων στην τοπική οικονομία.
Συνολικά, η παρέμβασή του καταγράφει ένα πλαίσιο ενεργειών που ξεκίνησε από την πρώτη φάση της κρίσης και εστιάζει κυρίως στην άμεση ανακούφιση των κτηνοτρόφων και στη διατήρηση της παραγωγικής δραστηριότητας. Χωρίς να αγνοούνται τα προβλήματα που εμφανίζονται στην εφαρμογή των μέτρων, αναδεικνύεται μια συνεχής παρουσία στη διαχείριση του ζητήματος σε πολιτικό επίπεδο, σε μια περίοδο που ο πρωτογενής τομέας της Λέσβου δοκιμάζεται έντονα.



