Από την 1η Μαΐου τέθηκε κι επίσημα σε ισχύ η φετινή αντιπυρική περίοδος, σε μια συγκυρία κατά την οποία οι δασικές πυρκαγιές εξελίσσονται σ΄ ολοένα και πιο σύνθετη κι επικίνδυνη απειλή. Τα τελευταία χρόνια, η αύξηση τόσο της συχνότητας όσο και της έντασης των πυρκαγιών, συνδέεται άμεσα με τις επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον αυξημένου κινδύνου για ανθρώπινες ζωές, περιουσίες και φυσικά οικοσυστήματα.
Μέσα σ΄ αυτό το πλαίσιο, η έμφαση μετατοπίζεται πλέον ξεκάθαρα προς την πρόληψη. Οι αρμόδιες αρχές υπογραμμίζουν ότι η αποτελεσματική αντιμετώπιση των πυρκαγιών δεν είναι μόνο ζήτημα επιχειρησιακής ετοιμότητας, αλλά και συλλογικής ευθύνης. Η ενεργή συμμετοχή των πολιτών θεωρείται κρίσιμη παράμετρος για τον περιορισμό των κινδύνων.
Το ισχύον θεσμικό πλαίσιο καθορίζει συγκεκριμένες υποχρεώσεις. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται οι διατάξεις για τον καθαρισμό οικοπέδων, καθώς και η Πυροσβεστική Διάταξη 9/2024, που ορίζουν με σαφήνεια ποιες ενέργειες πρέπει να αποφεύγονται και ποιες προληπτικές παρεμβάσεις είναι αναγκαίες. Οι κανονισμοί αυτοί δεν έχουν τυπικό χαρακτήρα, αλλά αποτελούν βασικά εργαλεία για τη μείωση της πιθανότητας εκδήλωσης κι εξάπλωσης πυρκαγιών.
Ιδιαίτερη σημασία δίνεται στην άμεση αντίδραση των πολιτών σε περίπτωση κινδύνου. Αν κάποιος αντιληφθεί καπνό ή φωτιά, οφείλει να ειδοποιήσει χωρίς καθυστέρηση την Πυροσβεστική Υπηρεσία καλώντας το 199 ή το 112. Οι αρχές επισημαίνουν ότι δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο πως κάποιος άλλος έχει ήδη καλέσει. Η έγκαιρη ειδοποίηση μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική για την έκβαση ενός περιστατικού.
Κατά την επικοινωνία με τις αρμόδιες υπηρεσίες, είναι απαραίτητο να δίνονται σαφείς πληροφορίες, όπως η ακριβής τοποθεσία, το σημείο και η κατεύθυνση της φωτιάς, η ένταση του ανέμου και το είδος της βλάστησης που καίγεται. Παράλληλα, οι πολίτες καλούνται να απομακρύνονται άμεσα από την περιοχή και να διευκολύνουν την πρόσβαση των πυροσβεστικών δυνάμεων.
Σημαντικό μέρος της πρόληψης αφορά και στην καθημερινή συμπεριφορά, ιδιαίτερα στην ύπαιθρο. Η καύση απορριμμάτων ή ξερών χόρτων απαγορεύεται κατά τη θερινή περίοδο, όπως και η χρήση υπαίθριων ψησταριών σε δασικές εκτάσεις ή περιοχές με εύφλεκτη βλάστηση. Εργασίες που ενδέχεται να προκαλέσουν σπινθήρες, όπως ηλεκτροκολλήσεις ή χρήση τροχού, θα πρέπει να αποφεύγονται σε περιόδους υψηλού κινδύνου. Εξίσου επικίνδυνη είναι και η απόρριψη αναμμένων τσιγάρων ή η εγκατάλειψη απορριμμάτων στο δάσος.
Για όσους κατοικούν κοντά ή μέσα σε δασικές περιοχές, τα μέτρα πρόληψης αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Η δημιουργία αντιπυρικής ζώνης γύρω από την κατοικία, με καθαρισμό της βλάστησης σε ακτίνα τουλάχιστον 10 μέτρων, αποτελεί βασική υποχρέωση. Το κλάδεμα των δέντρων, η απομάκρυνση ξερών κλαδιών και η διατήρηση αποστάσεων μεταξύ της βλάστησης και του κτιρίου μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τον κίνδυνο μετάδοσης της φωτιάς.
Επιπλέον, συνιστάται η αποφυγή χρήσης εύφλεκτων υλικών σε κατασκευαστικά στοιχεία του σπιτιού, όπως υδρορροές και παραθυρόφυλλα. Οι παρεμβάσεις αυτές, αν και συχνά παραμελούνται, μπορούν να αποδειχθούν καθοριστικές σε κρίσιμες στιγμές. Πέρα από τα ατομικά μέτρα προστασίας, κρίσιμο ρόλο διαδραματίζει και η ετοιμότητα σ΄ επίπεδο γειτονιάς και τοπικής κοινότητας. Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι η συνεργασία μεταξύ κατοίκων μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά στην ταχεία εξάπλωση μιας πυρκαγιάς. Η χαρτογράφηση σημείων υδροληψίας, η γνώση εναλλακτικών διαδρομών διαφυγής και η ύπαρξη ενός βασικού σχεδίου εκκένωσης ανά περιοχή, αποτελούν πρακτικά εργαλεία που ενισχύουν την ανθεκτικότητα. Παράλληλα, η φροντίδα για την προσβασιμότητα δρόμων και αγροτικών οδών, ώστε να μπορούν να κινηθούν απρόσκοπτα τα πυροσβεστικά οχήματα, είναι μια παράμετρος που συχνά υποτιμάται, αλλά αποδεικνύεται καθοριστική στην πράξη. Στο ίδιο πλαίσιο, η τακτική ενημέρωση για τον ημερήσιο δείκτη επικινδυνότητας πυρκαγιάς επιτρέπει στους πολίτες να προσαρμόζουν τη δραστηριότητά τους, αποφεύγοντας ενέργειες που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν ακίνδυνες.



