- Ο ΑΔΜΗΕ δεν προχωρά στην απευθείας σύνδεση από τη Λήμνο με τον Υποσταθμό Ζεύξης στη Μυτιλήνη
- Το χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου «τοποθετείται στο 2032 αν όλα κυλήσουν ομαλά και δεν υπάρξουν σοβαρά προβλήματα»
Στον αέρα, στην κυριολεξία κρέμεται η ηλεκτρική διασύνδεση της Λέσβου εξαιτίας των αποφάσεων που έχει λάβει ο ΑΔΜΗΕ, όσον αφορά στο υπό εκτέλεση έργο. Πρόσφατα ανακοίνωσε την έναρξη των διαδικασιών απαλλοτρίωσης οικοπέδου συνολικής επιφάνειας 76.245 τετραγωνικών μέτρων στη Δημοτική Ενότητα Πολιχνίτου, χωρίς όμως να υπάρχει η παραμικρή αναφορά για τον τρόπο σύνδεσης του υποσταθμού ζεύξης του Πολιχνίτου μ΄ αυτόν της Μυτιλήνης.
Τόσο ο δήμος Δυτικής Λέσβου, όσο και η Διεύθυνση Δασών Λέσβου έχουν γνωμοδοτήσει αρνητικά στην μεταφορά με εναέριο τρόπο του καλωδίου προς τον υπό κατασκευή υποσταθμό ζεύξης Υ/Σ της Μυτιλήνης σ΄ απόσταση 40-44 χιλιομέτρων, μέσα από το μεγαλύτερο δασικό οικοσύστημα της Λέσβου. Οι αιτιάσεις αφορούν στο γεγονός ότι ο ΑΔΜΗΕ δεν προχωρά στην απευθείας σύνδεση από τη Λήμνο με τον Υποσταθμό Ζεύξης στη Μυτιλήνη. Ο λόγος, σύμφωνα με όσα υποστηρίζουν γνώστες του θέματος αφορά αποκλειστικά στο κόστος που είναι πολύ μεγαλύτερο από τη σύνδεση της Λήμνου με τον υποσταθμό του Πολιχνίτου.

Παρά το γεγονός ότι ο ΑΔΜΗΕ προχώρησε ήδη στη δημοσίευση της πρότασης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης έκτασης 76.265,48 τετραγωνικών μέτρων στον Πολιχνίτο για την εγκατάσταση του Υποσταθμού Ζεύξης, το έργο εξακολουθεί να στερείται της βασικής προϋπόθεσης που απαιτείται για την υλοποίησή του. Μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ) για τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που βρίσκεται σε διαβούλευση.
Η εξέλιξη αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία καθώς οι δύο σημαντικότεροι τοπικοί φορείς που κλήθηκαν να γνωμοδοτήσουν, ο δήμος Δυτικής Λέσβου και η Διεύθυνση Δασών Λέσβου, διατύπωσαν αρνητική άποψη, αμφισβητώντας τόσο την πληρότητα της μελέτης όσο και τον συνολικό σχεδιασμό του έργου.

Η «κατάτμηση» του έργου
Σύμφωνα με τη Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων που κατέθεσε ο ΑΔΜΗΕ για την πρώτη φάση της διασύνδεσης των νησιών του Βορειοανατολικού Αιγαίου με το ηπειρωτικό σύστημα μέσω του ΚΥΤ Νέας Σάντας, η περιβαλλοντική αδειοδότηση αφορά ουσιαστικά στο υποβρύχιο τμήμα της διασύνδεσης μέχρι τον Υποσταθμό Ζεύξης στη Δυτική Λέσβο. Ωστόσο, εκτός της μελέτης παραμένουν δύο κρίσιμα έργα, όπως είναι η νέα εναέρια γραμμή μεταφοράς υψηλής τάσης 150 kV, μήκους περίπου 40 έως 44 χιλιομέτρων, που θα συνδέει τον Πολιχνίτο με τον νέο Υποσταθμό Λέσβου κοντά στη Μυτιλήνη, καθώς και ο ίδιος ο Υποσταθμός Υποβιβασμού Τάσης που θα επιτρέψει την τροφοδότηση του νησιού.
Ακριβώς αυτό το σημείο αποτελεί και τον πυρήνα των αντιδράσεων. Οι αρμόδιες υπηρεσίες υποστηρίζουν ότι η περιβαλλοντική αδειοδότηση εξετάζει μόνο μέρος ενός ενιαίου έργου, χωρίς να αποτιμώνται οι συνολικές και σωρευτικές περιβαλλοντικές επιπτώσεις.
Η αναφορά στη «σαλαμοποίηση»
Η Διεύθυνση Δασών Λέσβου χαρακτηρίζει την επιλογή αυτή ως τεχνητή κατάτμηση του έργου, την αποκαλούμενη «σαλαμοποίηση», επισημαίνοντας ότι αντίκειται τόσο στην ευρωπαϊκή όσο και στην ελληνική περιβαλλοντική νομοθεσία.
Μάλιστα, στην εισήγησή της γίνεται αναφορά σε πάγια νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας αλλά και του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία σύνθετα έργα δεν μπορούν να αδειοδοτούνται αποσπασματικά όταν έτσι αποφεύγεται η συνολική αξιολόγηση των περιβαλλοντικών συνεπειών.
Κατά την υπηρεσία, η υποβληθείσα ΜΠΕ εμφανίζει θεσμικές και περιβαλλοντικές ελλείψεις, ενώ δεν υπηρετεί ούτε τον βασικό σκοπό του έργου, δηλαδή την ηλεκτροδότηση της Λέσβου, αφού απουσιάζουν οι αναγκαίες υποδομές που θα μεταφέρουν την ηλεκτρική ενέργεια από το δίκτυο υψηλής τάσης στο τοπικό δίκτυο του ΔΕΔΔΗΕ.

Οι αντιρρήσεις για τη διέλευση μέσα από το δάσος
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της προτεινόμενης εναέριας γραμμής μεταφοράς. Η σχεδιαζόμενη όδευση διασχίζει το μεγαλύτερο συνεχόμενο πευκοδάσος της Λέσβου και περιοχές του δικτύου Natura 2000, όπου φιλοξενούνται σημαντικοί τύποι οικοτόπων και προστατευόμενα είδη, όπως ο Πευκοτσοπανάκος και ο Μαυροπελαργός. Σύμφωνα με τη Διεύθυνση Δασών, η δημιουργία διαδρόμου κάτω από τις γραμμές μεταφοράς αυξάνει σημαντικά τον κίνδυνο εκδήλωσης κι εξάπλωσης δασικών πυρκαγιών, κατακερματίζει το οικοσύστημα, δυσχεραίνει την πρόσβαση των εναέριων μέσων πυρόσβεσης και μπορεί να θέσει σε κίνδυνο ακόμη και τη λειτουργία του ίδιου του δικτύου ηλεκτρικής μεταφοράς σε περίπτωση μεγάλης πυρκαγιάς.
Η εναλλακτική λύση
Η αρμόδια δασική υπηρεσία θεωρεί ότι υπάρχει σαφώς ευνοϊκότερη περιβαλλοντικά επιλογή. Προτείνει να εξεταστεί η επέκταση της υποβρύχιας διασύνδεσης απευθείας μέχρι τη Μυτιλήνη, ώστε η προσαιγιάλωση να πραγματοποιηθεί κοντά στον υφιστάμενο υποσταθμό, δηλαδή στο εργοστάσιο της ΔΕΗ, όπως ακριβώς προβλέπεται για τις αντίστοιχες διασυνδέσεις της Λήμνου και της Χίου.
Με τον τρόπο αυτό θα αποφεύγονταν σχεδόν ολοκληρωτικά οι παρεμβάσεις στο κεντρικό δασικό οικοσύστημα της Λέσβου. Εφόσον δεν επιλεγεί αυτή η λύση, η Διεύθυνση Δασών ζητά την υπογειοποίηση της γραμμής μεταφοράς στα τμήματα που διέρχονται από το δάσος, ακόμη και αν αυτό αυξάνει το κόστος του έργου, θεωρώντας ότι αποτελεί το μοναδικό ουσιαστικό μέτρο προστασίας.

Αρνητική και η γνωμοδότηση του δήμου Δυτικής Λέσβου
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και το Δημοτικό Συμβούλιο Δυτικής Λέσβου. Στην απόφασή του επισημαίνει ότι η παρούσα Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων δεν αφορά ουσιαστικά στη διασύνδεση της Λέσβου αλλά μόνο τη σύνδεση της Λήμνου με το ηπειρωτικό σύστημα, μετατρέποντας το νησί μας σ΄ απλό κόμβο διέλευσης των υποβρύχιων καλωδίων. Κατά συνέπεια, εκτιμά ότι δεν εξυπηρετούνται οι στόχοι που επικαλείται η ίδια η μελέτη, καθώς δεν εξασφαλίζεται η ενεργειακή τροφοδότηση του νησιού, ούτε αξιολογούνται οι πραγματικές συνέπειες των χερσαίων έργων.
Παρά τις εκκρεμότητες, ο ΑΔΜΗΕ προχωρά τις διαδικασίες απαλλοτρίωσης των εκτάσεων στον Πολιχνίτο, επικαλούμενος τον χαρακτηρισμό του έργου ως γενικότερης σημασίας για την οικονομία της χώρας. Παράλληλα, έχει ήδη επιλεγεί ανάδοχος για το υποβρύχιο καλωδιακό τμήμα της διασύνδεσης, ενώ οι σχετικές συμβάσεις βρίσκονται σε διαδικασία υπογραφής. Ωστόσο, η ουσιαστική πρόοδος του έργου εξακολουθεί να εξαρτάται από την ολοκλήρωση της περιβαλλοντικής αδειοδότησης και κυρίως από το κατά πόσο θα ληφθούν υπόψη οι σοβαρές παρατηρήσεις που έχουν διατυπωθεί από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Αξίζει να σημειωθεί ότι στέλεχος του ΑΔΜΗΕ ερωτηθείς από τα Νέα της Λέσβου, όσον αφορά στο χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης του έργου, υποστήριξε ότι «αυτό τοποθετείται στο 2032 αν όλα κυλήσουν ομαλά και δεν υπάρξουν σοβαρά προβλήματα».
Το κρίσιμο δίλημμα
Κανείς δεν αμφισβητεί ότι η ηλεκτρική διασύνδεση της Λέσβου αποτελεί έργο στρατηγικής σημασίας για την ενεργειακή ασφάλεια του νησιού, την αξιοποίηση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και τη σταδιακή κατάργηση των πετρελαϊκών σταθμών παραγωγής. Το ερώτημα, όμως, που τίθεται είναι εάν το έργο μπορεί να προχωρήσει με τον σημερινό σχεδιασμό ή αν απαιτείται επανεξέταση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων, ώστε να περιλαμβάνει το σύνολο των υποδομών και να εξετάζει ουσιαστικά τις εναλλακτικές λύσεις που προτείνουν οι αρμόδιες υπηρεσίες. Μέχρι να δοθεί απάντηση στο ερώτημα αυτό και μέχρι να εκδοθεί η Απόφαση Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων, η ηλεκτρική διασύνδεση της Λέσβου παραμένει κυριολεκτικά και θεσμικά… στον αέρα.



