Ήταν 3 Νοεμβρίου του 2025 όταν σε μια πανηγυρική εκδήλωση που έλαβε χώρα στο Αρχοντικό Γεωργιάδη υπογράφηκε η σύμβαση για το έργο ανακαίνισης του εμβληματικού κτιρίου, προϋπολογισμού 2 εκατομμυρίων ευρώ, το οποίο θα υλοποιήσει η εταιρεία του Αντώνη Νικολιά. Από τότε, αν και έχουν περάσει εννέα ολόκληροι μήνες δεν έχει ξεκινήσει να πραγματοποιείται καμία εργασία, ενώ το κτίριο παραμένει στην ίδια κατάσταση πλην του υποχρεωτικού καθαρισμού από τα χόρτα που πραγματοποιήθηκε στον προαύλειο χώρο του.
Το ιστορικό
Το αρχοντικό Γεωργιάδη χτίστηκε περί το 1880 στην περιοχή της Επάνω Σκάλας της Μυτιλήνης από τον Ιωάννη Γεωργιάδη, δραστήριο επιχειρηματία, πιθανόν από την Κωνσταντινούπολη. Στην περιοχή αυτή, το 1882 η εταιρεία του έχτισε εργοστασιακό συγκρότημα με ελαιοτριβείο, κλωστήριο και αλευροποιείο δίπλα στη θάλασσα για να διευκολύνεται η διακίνηση των εμπορευμάτων. Η δραστηριότητά του συνεχίστηκε μέχρι το 1911 και κατόπιν μεταβιβάστηκε στον συνέταιρό του Ι. Καλαμάρη. Το αρχοντικό επιλέχθηκε να χτιστεί κοντά στο εργοστάσιο για πρακτικούς λόγους προκειμένου ο ιδιοκτήτης να βρίσκεται κοντά στις επιχειρήσεις του.
Το κτίριο αποτελείται από ημιυπόγειο που χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος, δύο ορόφους κύριας κατοικίας και δύο επίπεδα σοφίτας. Στον προσεγμένο σχεδιασμό της οικίας διακρίνονται στοιχεία «εκλεκτικιστικού νεοκλασικισμού» με περίτεχνη εξωτερική διακόσμηση που μαρτυρούσε την οικονομική ευρωστία και κοινωνική υπεροχή του ιδιοκτήτη. Το επιβλητικό του ύφος με την μαρμάρινη σκάλα της εισόδου και τις εσοχές της πρόσοψης με τους κίονες του πρώτου ορόφου είναι μοναδικό στην περιοχή. Το 1917 στους χώρους του αρχοντικού στεγάστηκε το προσφυγικό νοσοκομείο. Η προσπάθεια διάσωσης και αξιοποίησης του εμβληματικού κτιρίου ξεκίνησε το 1998 επί Νομαρχίας του αείμνηστου Δημήτρη Βουνάτσου, ο οποίος πρώτος οραματίστηκε τη μετατροπή του ιστορικού κτιρίου σε πολιτιστικό κέντρο. Ακολούθησε η αγορά του χώρου επί Νομαρχίας Παύλου Βογιατζή, ενώ στη συνέχεια η σκυτάλη πέρασε διαδοχικά σε αρκετούς αυτοδιοικητικούς, που κράτησαν ζωντανό το όραμα.
Το έργο
Σύμφωνα με την παρουσίαση του έργου, το ισόγειο θα διαμορφωθεί σε αίθουσα πολλαπλών χρήσεων, π.χ. για εκθέσεις, κινηματογραφικές προβολές (έχει ήδη επιδοτηθεί παλαιότερα ο χώρος και υπάρχει σχετικός εξοπλισμός), μουσικές εκδηλώσεις, θεατρικές παραστάσεις, διαλέξεις κλπ., ενώ στον πρώτο όροφο θα δημιουργηθεί χώρος (γραφεία) για το προσωπικό που θα ασχολείται με τον πολιτισμό, μουσικά τμήματα και δανειστική βιβλιοθήκη, καθώς και ψηφιακό αρχείο της λεσβιακής πολιτιστικής ιστορίας.
Στη σοφίτα του αρχοντικού, μετά από ιδέα του Περιφερειάρχη, Κώστα Μουτζούρη, προβλέπεται η διαμόρφωση ξενώνων φιλοξενίας για επίσημους επισκέπτες και προσωπικότητες και προσκεκλημένους της Περιφέρειας, ενώ θα υπάρχει και πρόβλεψη φιλοξενίας φοιτητών του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας, έτσι ώστε να συνδεθεί η παλιά με την νέα ιστορία του τόπου.
Σήμερα
Φτάνοντας στο σήμερα, μετά από μια σειρά μελετών και πολλαπλών αδειοδοτήσεων αλλά και την υπογραφή της σύμβασης πριν από 9 μήνες με την ανάδοχο εταιρεία, πολλοί αναρωτιούνται γιατί δεν έχουν ξεκινήσει οι εργασίες της αναπαλαίωσης του κτιρίου και η μετατροπή του σε «Σπίτι του Πολιτισμού».
Επικοινωνήσαμε με τον υπεύθυνο της αναδόχου εταιρείας Αντώνη Νικολιά, ο οποίος – όπως μας ενημέρωσε – δεν μπορεί να ξεκινήσει τις εργασίες αν δεν πάρει στα χέρια του τις εγκρίσεις από την Αρχαιολογία, ενώ μας παρέπεμψε στην αρμόδια υπηρεσία της Περιφέρειας για να ενημερωθούμε πληρέστερα για το χρονοδιάγραμμα της καθυστέρησης.
Σε επικοινωνία μας με τον αρμόδιο αντιπεριφερειάρχη για την Τεχνική υπηρεσία της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου Τόμμυ Χατζηκυριαζή σχετικά με το πού βρίσκεται η διαδικασία με τις εγκρίσεις της Αρχαιολογίας, ο ίδιος μας ανέφερε πως «πράγματι υπήρξε μια καθυστέρηση όσον αφορά κάποια συμπληρωματικά έγγραφα που προέκυψαν μετά την υπογραφή της σύμβασης, τα οποία αφορούσαν τη ζώνη Α΄ του έργου, τα οποία όμως η Περιφέρεια τα έχει πάρει στα χέρια της και εντός των ημερών ξεκινά ο εργολάβος τις εργασίες για την αναπαλαίωση του εμβληματικού κτιρίου».
Το Αρχοντικό Γεωργιάδη δεν είναι απλά ένα κτίριο, είναι ένα κομμάτι της ψυχής της Μυτιλήνης, ένας καθρέφτης μιας εποχής δημιουργίας και πολιτισμού. Η αποκατάστασή του δεν είναι μόνο τεχνικό έργο, είναι έργο πολιτισμικής ανασυγκρότησης, μια πράξη ευθύνης απέναντι στην ιστορία και μια επένδυση στο μέλλον. Μια επένδυση που περίμεναν πολλές δεκαετίες οι Μυτιληνιοί να την δουν να υλοποιείται και ευελπιστούν σύντομα να δουν τις εργασίες να ξεκινούν.
Θα.Β.



