Την παρέμβαση της Ν.Ε. (ΔΕΕΠ) Λέσβου της Νέας Δημοκρατίας προκαλεί η κατάσταση που έχει διαμορφωθεί στη Λέσβο από την επιζωοτία του αφθώδους πυρετού, με την κομματική οργάνωση να εκφράζει έντονο προβληματισμό για τις καθυστερήσεις στην ιχνηλάτηση, την ανεπαρκή στελέχωση των κτηνιατρικών υπηρεσιών και τον συντονισμό των εμπλεκόμενων φορέων.
Η Νομαρχιακή Επιτροπή της Ν.Δ. σε διευρυμένη σύνθεση και παρουσία του Βουλευτή Χαράλαμπου Αθανασίου, πραγματοποίησε σύσκεψη με αντικείμενο την κατάσταση που επικρατεί στο νησί και τις συνέπειες της επιζωοτίας για την κτηνοτροφία.
Όπως επισημαίνεται στην ανακοίνωση, η κατάσταση δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα για το μέλλον των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων, την παραμονή των νέων ανθρώπων στα χωριά και τη δυνατότητά τους να συνεχίσουν την αγροτική και κτηνοτροφική τους δραστηριότητα.
Η Νομαρχιακή Επιτροπή της Ν.Δ. αναγνωρίζει, πάντως, ως θετικές εξελίξεις τη σχετικά έγκαιρη άρση της απαγόρευσης εξόδου γαλακτοκομικών προϊόντων από τη Λέσβο, καθώς και την έναρξη καταβολής των αποζημιώσεων στους κτηνοτρόφους των οποίων τα ζώα θανατώθηκαν στο πλαίσιο των μέτρων αντιμετώπισης της νόσου.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση, οι αποζημιώσεις δεν θα πρέπει να περιοριστούν μόνο στη θετική ζημία, δηλαδή στην αξία των θανατωθέντων ζώων, αλλά να περιλαμβάνουν και το διαφυγόν κέρδος, την αποθετική ζημία, που αφορά τους καρπούς των ζώων που θανατώθηκαν, όπως την παραγωγή αμνών και γάλακτος. Η Νομαρχιακή Επιτροπή της Ν.Δ. υπενθυμίζει, μάλιστα, ότι οι αντίστοιχες αποζημιώσεις για την ευλογιά και την πανώλη στην υπόλοιπη χώρα είχαν καταβληθεί μετά από χρονικό διάστημα 10 έως 12 μηνών.
Ωστόσο, το βασικό σημείο κριτικής αφορά την πορεία της ιχνηλάτησης του ιού. Η Ν.Δ. κάνει λόγο για μεγάλη καθυστέρηση, καθώς έχουν ήδη συμπληρωθεί πέντε μήνες από την έναρξη της διαδικασίας και αυτή, όπως υποστηρίζει, δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.
Κατά τηΝ Οργανοση Λεσβου της Ν.Δ., βασικός λόγος είναι ο ανεπαρκής αριθμός κτηνιάτρων που διατέθηκε για τη διερεύνηση και την αντιμετώπιση της κατάστασης σε σχέση με τις πραγματικές ανάγκες του νησιού. Όπως αναφέρει, το ζήτημα της υποστελέχωσης είχε επισημανθεί εγκαίρως τόσο από τον Βουλευτή Χαράλαμπο Αθανασίου όσο και από τον πρόεδρο του ΓΕΩΤΕΕ Αιγαίου, Παναγιώτη Κατσαβέλλη.
Η Ν.Δ. Λέσβου χαρακτηρίζει ελλιπή τον συντονισμό μεταξύ των εμπλεκόμενων φορέων, υποστηρίζοντας ότι το γεγονός αυτό δυσχέρανε την έγκαιρη και αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου.
«Συνέπεια», όπως αναφέρει, είναι η εξάπλωση της νόσου, η συνεχής θανάτωση ζώων και η ολική καταστροφή κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η Ν.Ε. της ΝΔ Λέσβου ζητά από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων να υλοποιήσει με αποφασιστικότητα τις εντολές του Πρωθυπουργού για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που έχουν προκύψει από τον αφθώδη πυρετό.
Παράλληλα, ζητά την ταχεία και πλήρη αποκατάσταση των ζημιών που έχουν υποστεί οι κτηνοτρόφοι της Λέσβου, αλλά και την ανασύσταση των εκτροφών τους, ώστε η επιζωοτία να μην οδηγήσει σε οριστική εγκατάλειψη της κτηνοτροφικής δραστηριότητας και περαιτέρω ερήμωση των χωριών του νησιού μας.
Η ανακοίνωση της Ν.Δ. τοποθετείται ευγενικά στα ζητήματα που αφορούν τον εαυτό του, αν και σύμφωνα με πληροφορίες, η παρούσα χρονική συγκυρία που επέλεξε η Νέα Δημοκρατία για να τη δώσει στη δημοσιότητα, έχει να κάνει και με τις πρόσφατες δηλώσεις του Περιφερειάρχη Κώστα Μουντζούρη, ο οποίος είπε ότι ίσως να μην χρειάζονται πια έλεγχοι για τον αφθώδη. Και αυτό γιατί σε όλη τούτη εδώ τη φουρτούνα η Περιφέρεια έχει αφεθεί μόνη της με την Αθήνα να παρακολουθεί από απόσταση. Μάλιστα αύριο ο Περιφερειάρχης αναμένεται να προχωρήσει στην κατάθεση των προτάσεών του προς το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης για την βελτίωση της κατάστασης, ένα πλαίσιο το οποίο έχει διαμορφωθεί μετά από αλλεπάλληλες συσκέψεις και συναντήσεις με τους συνεργάτες του, με κτηνοτρόφους και με το επιστημονικό προσωπικό της Περιφέρειας.
Άργησαν από τη Ν.Δ.
Αναλύοντας κανείς την παρέμβαση της Νέας Δημοκρατίας, δηλαδή της κομματικής οργάνωσης Λέσβου του κυβερνώντος κόμματος, θα έλεγε ότι το κόμμα είναι σαν να γκρινιάζει προς την πλευρά της κυβέρνησης, επισημαίνοντας έστω με έμμεσο τρόπο, τα αργοπορημένα αντανακλαστικά που συνεχίζουν ακόμα και τώρα, πέντε μήνες μετά το πρώτο κρούσμα του αφθώδη, να καταγράφονται στην περιοχή μας, αφού το Υπουργείο δεν έχει αναλάβει επί της ουσίας τον συντονισμό, παρατηρώντας από μακριά, δίνοντας εντολές αλλά χωρίς να βρίσκεται κλιμάκιο εδώ στη Λέσβο. Αυτό ιδιαίτερα σε μια περίοδο που η παραπληροφόρηση και ο λαϊκισμός έχουν δημιουργήσει ζημιά στην κτηνοτροφία, η οποία είναι τεράστια, καθώς εξωθούν τους κτηνοτρόφους να είναι απείθαρχοι. Και αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι δεν έχουν εισπράξει ουσιαστικές αποζημιώσεις στήριξης για ζωοτροφές, ώστε να κρατήσουν τα κοπάδια τους κλεισμένα στις στάνες.
Την ίδια ώρα, η εικόνα που μεταφέρεται από το πεδίο είναι αυτή μιας ιδιαίτερα δύσκολης επιχείρησης, την οποία καλούνται να διαχειριστούν οι λιγοστοί κτηνίατροι, ενώ παράλληλα φαίνεται να καταγράφονται προβλήματα και στην τήρηση των μέτρων βιοασφάλειας από πλευράς ορισμένων κτηνοτρόφων.
Χαρακτηριστικά είναι τα τρία νέα κρούσματα που ανακοίνωσε το γραφείο του Περιφερειάρχη Βορείου Αιγαίου Κώστα Μουτζούρη. Μία από τις περιπτώσεις αφορά την περιοχή της Πελόπης, από όπου είχε ξεκινήσει η εμφάνιση του αφθώδους πυρετού. Η συγκεκριμένη εκτροφή, σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν γίνει γνωστές, εμφανίζεται τυπικά καταχωρημένη στην περιοχή του Μανταμάδου στο Ολοκληρωμένο Σύστημα Διαχείρισης και Ελέγχου (ΟΣΔΕ).
Η ιχνηλάτηση, σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, εξετάζει πιθανή σχέση της συγκεκριμένης εκτροφής με άλλη εκτροφή της περιοχής, καθώς φέρεται να υπάρχει συγγένεια μεταξύ των κτηνοτρόφων και πιθανή επικοινωνία μεταξύ των ζώων των δύο κοπαδιών. Πρόκειται για στοιχεία που εξετάζονται στο πλαίσιο της επιδημιολογικής διερεύνησης και της προσπάθειας να εντοπιστούν οι διαδρομές μετάδοσης του ιού.
Αντίστοιχα, ένα ακόμη από τα νέα κρούσματα αφορά κτηνοτρόφο στην Αγία Παρασκευή. Σύμφωνα με πληροφορίες, πρόκειται για περίπτωση όπου είχαν υπάρξει μετακινήσεις ζώων, ενώ αναφέρεται ότι ο συγκεκριμένος κτηνοτρόφος είχε καταγγελθεί από συναδέλφους του για ζητήματα που σχετίζονται με τη διαχείριση των ζώων και την τήρηση των προβλεπόμενων μέτρων. Παρόμοια στοιχεία φέρεται να εξετάζονται και για την περίπτωση της Νάπης.
Οι συγκεκριμένες περιπτώσεις αναδεικνύουν τη σημασία της αυστηρής τήρησης των μέτρων βιοασφάλειας, αλλά και της ταχύτητας με την οποία πρέπει να ολοκληρώνεται η ιχνηλάτηση, ώστε να εντοπίζονται άμεσα πιθανές επαφές και μετακινήσεις ζώων και να περιορίζεται η περαιτέρω διασπορά της νόσου.



