Η επίδραση της τουρκικής προκλητικότητας εν όψει των επερχόμενων εκλογών στην Ελλάδα

Spread the love

του Παράσχου  Μανιάτη*

Η νέα όξυνση της τουρκικής ρητορικής δεν αποτελεί ένα ακόμη επεισόδιο που αφορά αποκλειστικά τους διπλωμάτες και τα επιτελεία. Εμφανίζεται τη στιγμή που η Ελλάδα εισέρχεται σταδιακά σε προεκλογική περίοδο: Ο Κυριάκος Μητσοτάκης έχει επαναλάβει ότι οι εθνικές εκλογές θα διεξαχθούν την άνοιξη του 2027. Επομένως, κάθε ένταση στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο μπορεί να μεταβάλει την πολιτική ατζέντα, να δοκιμάσει την αξιοπιστία της κυβέρνησης και να αναδιατάξει τις προτεραιότητες των ψηφοφόρων.  

Στις 2 Σεπτεμβρίου 2026, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν κάλεσε την Ελλάδα να εγκαταλείψει, όπως υποστήριξε, τη «στρατιωτικοποίηση» νησιών με αποστρατιωτικοποιημένο καθεστώς και προειδοποίησε ότι η ψύχραιμη στάση της Άγκυρας δεν πρέπει να εκλαμβάνεται ως αδυναμία. Η Αθήνα απάντησε ότι δεν θα δεχθεί καμία υποχώρηση ως προς την κυριαρχία και τα κυριαρχικά της δικαιώματα. Την ίδια ημέρα καταγράφηκε και αντιπαράθεση μέσω NAVTEX για τουρκικές έρευνες νότια του Καστελλόριζου, με την Ελλάδα να εκδίδει αντι-NAVTEX. Το επεισόδιο αυτό δείχνει πόσο γρήγορα τα λεγόμενα «ήρεμα νερά» μπορούν να ταραχθούν.

Η εικόνα, ωστόσο, δεν είναι μονοδιάστατη. Τον Φεβρουάριο, Μητσοτάκης και Ερντογάν συναντήθηκαν στην Άγκυρα, δήλωσαν προσήλωση στον διάλογο και στο διεθνές δίκαιο, επανέλαβαν τον στόχο των 10 δισ. δολαρίων στο διμερές εμπόριο και αναγνώρισαν τη σημαντική μείωση των μεταναστευτικών ροών. Παρά το θετικό κλίμα, δεν επιτεύχθηκε πρόοδος στην οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών, ενώ το τουρκικό casus belli του 1995 για ενδεχόμενη επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στο Αιγαίο παραμένει. Η ελληνοτουρκική σχέση κινείται, συνεπώς, σε δύο παράλληλες τροχιές: Συνεργασία όπου υπάρχει αμοιβαίο όφελος και σκληρή αντιπαράθεση στα ζητήματα κυριαρχίας και θαλάσσιας δικαιοδοσίας.

Οι εστίες τριβής είναι πολλές. Τον Ιανουάριο η Τουρκία εξέδωσε NAVTEX χωρίς ημερομηνία λήξης, ζητώντας από την Ελλάδα να συντονίζει με την Άγκυρα ερευνητικές δραστηριότητες σε τμήματα του Αιγαίου που η ίδια θεωρεί τουρκική υφαλοκρηπίδα. Τον Μάιο η ελληνική κυβέρνηση ζήτησε ευρωπαϊκή παρέμβαση για παράνομη, κατά την Αθήνα, τουρκική αλιευτική δραστηριότητα. Παράλληλα, οι συμφωνίες με τη Chevron για έρευνες νοτίως της Κρήτης και της Πελοποννήσου έχουν προσδώσει νέα ενεργειακή και γεωπολιτική διάσταση στη συζήτηση, ενώ η Άγκυρα τις συνέδεσε με το τουρκολιβυκό μνημόνιο και τις χαρακτήρισε μονομερείς. Όλα αυτά δημιουργούν ένα πεδίο «ελεγχόμενης έντασης», στο οποίο ένα τεχνικό συμβάν μπορεί εύκολα να γίνει πολιτική κρίση.

Η συγκυρία συμπίπτει επίσης με τη μεγάλη ελληνική επένδυση στην άμυνα. Στις 31 Αυγούστου υπογράφηκε συμφωνία ύψους 3 δισ. ευρώ με το Ισραήλ για την πολυεπίπεδη «Ασπίδα του Αχιλλέα», στο πλαίσιο ευρύτερου προγράμματος εκσυγχρονισμού των Ενόπλων Δυνάμεων. Η κυβέρνηση μπορεί να παρουσιάσει την ενίσχυση της αποτροπής ως απόδειξη πρόνοιας απέναντι σε ένα ασταθές περιβάλλον. Η αντιπολίτευση, από την άλλη, δικαιούται να εξετάσει το κόστος, τις προτεραιότητες, τη διαφάνεια των συμβάσεων και τη συμμετοχή της εγχώριας αμυντικής βιομηχανίας. Έτσι, η τουρκική ρητορική δεν επηρεάζει μόνο την αίσθηση ασφάλειας, επηρεάζει και τη συζήτηση για το πού κατευθύνονται οι δημόσιοι πόροι.

Το πλεονέκτημα του εν ενεργεία πρωθυπουργού

Σε περιόδους εξωτερικής απειλής, οι πολίτες συχνά συσπειρώνονται γύρω από την εκτελεστική εξουσία. Η πολιτική επιστήμη περιγράφει το φαινόμενο ως «συσπείρωση γύρω από τη σημαία». Ο πρωθυπουργός διαθέτει θεσμική ορατότητα, πρόσβαση στη διπλωματική και στρατιωτική ενημέρωση και τη δυνατότητα να εμφανιστεί ως εγγυητής σταθερότητας. Για μια κυβέρνηση που επιδιώκει τρίτη θητεία, η μετατόπιση της δημόσιας συζήτησης από την ακρίβεια, τη διαφθορά και τη λειτουργία των θεσμών προς την ασφάλεια μπορεί να αποτελέσει πολιτικό πλεονέκτημα.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι η εξωτερική πολιτική παραμένει σχετικά ισχυρό πεδίο για τον πρωθυπουργό. Σε δημοσκόπηση της GPO μετά τη συνάντηση της Άγκυρας, το 38,9% αξιολογούσε θετικά την κυβερνητική εξωτερική πολιτική και το 31,2% θεωρούσε τον Κυριάκο Μητσοτάκη καταλληλότερο εκπρόσωπο της χώρας στα διεθνή φόρα. Ταυτόχρονα, όμως, το 76,4% έβλεπε την Τουρκία ως απειλή για τα ελληνικά συμφέροντα και το 57,6% ζητούσε πιο διεκδικητική στάση. Ενδιαφέρον είναι ότι το 50,7% θεωρούσε αναγκαία τη συνέχιση των συναντήσεων με την τουρκική ηγεσία. Το μήνυμα της κοινής γνώμης δεν είναι «μόνο διάλογος» ή «μόνο πυγμή», αλλά αποτροπή χωρίς τυχοδιωκτισμό.

Αυτό ακριβώς είναι και το δύσκολο πολιτικό στοίχημα. Αν η κυβέρνηση επιδείξει ψυχραιμία, επιχειρησιακή ετοιμότητα, σαφείς κόκκινες γραμμές και αποτελεσματική κινητοποίηση Ευρωπαϊκής Ένωσης και συμμάχων, μπορεί να ενισχύσει το αφήγημα της σταθερότητας. Αν, αντίθετα, κατηγορηθεί είτε για υποχωρητικότητα, είτε για επικοινωνιακή υπερβολή χωρίς πρακτικό αποτέλεσμα, η ένταση μπορεί να λειτουργήσει εναντίον της. Νεότερη μέτρηση της Metron Analysis κατέγραφε 47% μάλλον αρνητικές και 37% μάλλον θετικές εντυπώσεις για τις κυβερνητικές επιδόσεις στα γεωπολιτικά ζητήματα, υπενθυμίζοντας ότι η εξωτερική πολιτική δεν αποτελεί εκλογική «λευκή επιταγή». 

 Οι ευκαιρίες και οι παγίδες για την αντιπολίτευση

Η αντιπολίτευση αντιμετωπίζει ένα σύνθετο δίλημμα. Οφείλει να ελέγχει την κυβέρνηση, να ζητά ενημέρωση και να επισημαίνει πιθανούς λανθασμένους χειρισμούς, χωρίς να δίνει την εντύπωση ότι υπονομεύει την εθνική θέση σε στιγμή έντασης. Τα κόμματα δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας μπορούν να αξιοποιήσουν τον φόβο περί «υποχωρήσεων» και να απαιτήσουν σκληρότερη πολιτική. Η κεντροαριστερή και αριστερή αντιπολίτευση μπορεί να εστιάσει στην ανάγκη θεσμικής διαφάνειας, ευρωπαϊκής στρατηγικής και αποφυγής μιας ανεξέλεγκτης κούρσας εξοπλισμών. Κανένας χώρος, πάντως, δεν κερδίζει πειστικότητα με κραυγές που αυξάνουν τον κίνδυνο επεισοδίου.

Καθοριστικό ρόλο θα παίξει και η επικοινωνία. Η συνεχής χρήση πολεμικού λεξιλογίου στα τηλεοπτικά παράθυρα και στα κοινωνικά δίκτυα μπορεί να διογκώσει ένα περιορισμένο συμβάν, να πιέσει την κυβέρνηση να αντιδράσει θεαματικά και να στενέψει τον χώρο της διπλωματίας. Αντιστρόφως, η ελλιπής ενημέρωση δημιουργεί υποψίες για μυστική διπλωματία. Η πιο υπεύθυνη επιλογή είναι τακτική θεσμική ενημέρωση των κομμάτων, κοινή γλώσσα στα θέματα κυριαρχίας και αυστηρός διαχωρισμός ανάμεσα στη νόμιμη πολιτική κριτική και στην εκμετάλλευση του φόβου. Η εθνική συνεννόηση δεν καταργεί την αντιπολίτευση, την καθιστά ακριβέστερη και πιο αξιόπιστη.

Η διεθνής έρευνα δείχνει ότι η συσπείρωση γύρω από την κυβέρνηση είναι συνήθως βραχυπρόθεσμη και όχι καθολική. Πρόσφατη μελέτη σε κοινοβουλευτική δημοκρατία διαπίστωσε άμεση ενίσχυση του κυβερνώντος κόμματος μετά από απειλητικά γεγονότα, αλλά τονίζει ότι το αποτέλεσμα εξαρτάται από τον χρόνο, το είδος της κρίσης και την απόδοση ευθύνης. Όταν οι πολίτες θεωρούν ότι η κυβέρνηση δεν απέτρεψε ή δεν διαχειρίστηκε σωστά τον κίνδυνο, η αρχική συσπείρωση μπορεί να μετατραπεί σε τιμωρία.

Η οικονομία εξακολουθεί να ψηφίζει

Το βασικό όριο της γεωπολιτικής επίδρασης είναι η καθημερινότητα. Σε δημοσκόπηση της Pulse τον Ιούλιο, το 56% δήλωνε σοβαρή ανησυχία για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις, αλλά το 89% χαρακτήριζε την ακρίβεια σημαντικότερο πρόβλημα. Οι πολίτες μπορούν να ανησυχούν έντονα για την Τουρκία και ταυτόχρονα να ψηφίζουν με κριτήριο το εισόδημα, τη στέγη, την υγεία, τη δικαιοσύνη ή την εμπιστοσύνη στους θεσμούς. Μια παρατεταμένη ελληνοτουρκική ένταση θα αλλάξει αποφασιστικά το εκλογικό κλίμα μόνο αν αποκτήσει απτό κόστος ή αν εκδηλωθεί κοντά στην κάλπη.

Τρία σενάρια είναι ρεαλιστικά. Πρώτον, αν η ένταση παραμείνει κυρίως ρητορική, θα επηρεάσει τις κομματικές συσπειρώσεις, όχι όμως αναγκαστικά τον τελικό νικητή. Δεύτερον, ένα ελεγχόμενο επεισόδιο με NAVTEX, ερευνητικό σκάφος ή παραβίαση μπορεί να προσφέρει πρόσκαιρο πλεονέκτημα στην κυβέρνηση, εφόσον αντιμετωπιστεί χωρίς απώλεια δικαιωμάτων και χωρίς κλιμάκωση. Τρίτον, μια παρατεταμένη κρίση με οικονομικό κόστος, αστοχίες ή ασαφή εθνική στρατηγική θα μπορούσε να ενισχύσει τις αντισυστημικές και εθνικιστικές δυνάμεις και να βαθύνει τον κατακερματισμό.

Δεν υπάρχουν στοιχεία ότι κάθε κίνηση της Άγκυρας σχεδιάζεται με το βλέμμα στο ελληνικό εκλογικό ημερολόγιο. Η τουρκική ρητορική υπηρετεί συγχρόνως εσωτερικές ανάγκες, περιφερειακές φιλοδοξίες και διαπραγματευτικούς στόχους. Η ελληνική πολιτική τάξη, επομένως, πρέπει να αποφύγει την παγίδα να μετατρέψει αυτοβούλως κάθε πρόκληση σε προεκλογικό θέαμα.

Χρειάζεται, επιπλέον, ιεράρχηση των γεγονότων. Μια εμπρηστική δήλωση, μια αμφισβητούμενη διοικητική πράξη, η παρουσία ερευνητικού σκάφους και μια πραγματική στρατιωτική παραβίαση δεν έχουν το ίδιο βάρος. Όταν όλα περιγράφονται ως «κρίση», η κοινωνία κουράζεται και η αποτροπή χάνει τη σαφήνειά της. Όταν, αντίθετα, η πολιτεία εξηγεί με ακρίβεια τι συνέβη, ποιο δικαίωμα θίγεται και ποια είναι η αναλογική απάντηση, περιορίζει τόσο τον πανικό όσο και την κομματική δημαγωγία.

Το πιθανότερο συμπέρασμα είναι ότι η τουρκική προκλητικότητα θα λειτουργήσει ως ενισχυτής και όχι ως αυτόνομος καθοριστικός παράγοντας της ψήφου. Μπορεί να ευνοήσει την κυβέρνηση όταν εκείνη εκπέμπει αξιοπιστία, ενότητα και μετρημένη αποφασιστικότητα. Μπορεί όμως να τροφοδοτήσει τους αντιπάλους της, αν δημιουργηθεί η αίσθηση αδυναμίας, αδιαφάνειας ή επικίνδυνου αυτοσχεδιασμού. Στις εκλογές του 2027, οι πολίτες δεν θα κρίνουν απλώς ποιος ύψωσε περισσότερο τη φωνή του απέναντι στην Τουρκία. Θα κρίνουν ποιος μπορεί να προστατεύσει τη χώρα, να διατηρήσει την ειρήνη και, ταυτόχρονα, να βελτιώσει την καθημερινή τους ζωή. 

*Ο Παράσχος Μανιάτης είναι  καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις, Μουσική Σύνθεση & Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε  41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο.

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση