Ο ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΠΑΠΑΔΕΛΛΗΣ ΣΤΑ ΝΕΑ ΤΗΣ ΛΕΣΒΟΥ: «Δεν αρκεί να πειστούν οι νέοι να μείνουν στην επαρχία, αλλά θα πρέπει και να μπορούν να ζήσουν»

Spread the love

Ο Χαράλαμπος Παπαδέλλης είναι από τη γενιά των νέων που πήραν τις οικογενειακές επιχειρήσεις και τις πήγαν αρκετά βήματα πιο μπροστά, καθώς παρέλαβε ένα ελαιοτριβείο στη Θερμή, το οποίο καθετοποίησε κάνοντας τυποποίηση ελαιολάδου και βρώσιμης ελιάς, ενώ ταυτόχρονα ασχολήθηκε και με τη δακοκτονία ως εργολάβος, συμπράττοντας με το Γιάννη Μακρή. Πέρυσι όταν διοργάνωσε την πρώτη εκδήλωση στο Δημοτικό Θέατρο Μυτιλήνης πληροφορηθήκαμε ότι έχει δημιουργήσει και Ομάδα (ελαιο)Παραγωγών στο χωριό του, στη Θερμή, μέσω της οποίας αξιοποιούνται προγράμματα για την απόκτηση εξοπλισμών και εργαλείων. 

Ταυτόχρονα γίνεται και μια προσπάθεια να διαχέεται η εμπειρία και η γνώση μέσα από αυτές τις ετήσιες εκδηλώσεις που άρχισαν να διοργανώνονται από πέρυσι και η αυριανή εκδήλωση είναι η δεύτερη που θα φιλοξενηθεί στην Αγία Παρασκευή. Αυτός είναι και ο λόγος που φιλοξενούμε σήμερα τον κ. Παπαδέλλη, με τον οποίο μιλάμε για το ελαιόλαδο, για την εμπειρία του σε αυτόν τον τομέα. Μιλάμε για την αυριανή εκδήλωση φυσικά και καταγράφουμε και τις απόψεις του πάνω σε αυτά τα θέματα και τα ζητήματα της υπαίθρου.

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΣΤΡΑΤΗ ΣΑΜΙΩΤΗ 

-Θα ξεκινήσω με την αυριανή εκδήλωση στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας της Αγίας Παρασκευής. Είναι η δεύτερη χρονιά που διοργανώνεται. Ξεκινήσατε πέρυσι και εκτός από την επιχείρηση, το ελαιοτριβείο, έχετε δημιουργήσει και μια Ομάδα Παραγωγών. Θέλω να μου μιλήσετε λίγο γι’ αυτό, πώς το έχετε καταφέρει και έχετε οργανώσει και αγρότες εκεί, στη Θερμή;

«Καταρχάς, είναι η δεύτερη χρονιά που διοργανώνουμε αυτή την εκδήλωση και στόχος είναι να καθιερωθεί ως ετήσιος θεσμός που θα σηματοδοτεί την έναρξη της ελαιοκομικής περιόδου στη Λέσβο. Θέλουμε κάθε χρόνο να δημιουργούμε έναν χώρο συνάντησης των παραγωγών με ανθρώπους της επιστήμης και της αγοράς, όπου θα συζητάμε ουσιαστικά για τα προβλήματα, αλλά κυρίως για τις προοπτικές της λεσβιακής ελαιοκομίας. Η ώθηση για τη δημιουργία της Ομάδας Παραγωγών ήρθε έπειτα από πολλή συζήτηση και ανάλυση με τον φίλο και συνεργάτη μου, πρόεδρο του ΣΥΠΕΤΕΛ, Δημήτρη Φάββα. Ξεκινήσαμε αρχικά 25 παραγωγοί, με έναν κοινό προβληματισμό: ότι ο μεμονωμένος παραγωγός είναι πλέον πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσει μόνος του τις προκλήσεις της σύγχρονης ελαιοκαλλιέργειας.  Στη συνέχεια μιλήσαμε με παραγωγούς με τους οποίους ήδη συνεργαζόμασταν, εξηγήσαμε τι θέλαμε να δημιουργήσουμε και η ομάδα άρχισε σταδιακά να μεγαλώνει. Σήμερα έχουμε καταφέρει να δημιουργήσουμε τη μεγαλύτερη Ομάδα Παραγωγών ελαιολάδου στο νησί, τόσο σε καλλιεργούμενη έκταση όσο και σε όγκο παραγωγής. Για εμάς, όμως, το σημαντικότερο δεν είναι το μέγεθος. Είναι να μπορέσουμε μέσα από την οργάνωση, την επιστημονική υποστήριξη και τη συνεργασία να βελτιώσουμε την καλλιέργεια και την ποιότητα του παραγόμενου ελαιολάδου και, τελικά, να δημιουργήσουμε μεγαλύτερη προστιθέμενη αξία για τον ίδιο τον παραγωγό».

-Άρα λοιπόν είναι αυτός ένας τρόπος οργάνωσης που απαντά στις προκλήσεις του μέλλοντος; Ή πιστεύετε ότι θα πρέπει να λειτουργήσουν και άλλα διαφορετικά σχήματα;

«Πιστεύω ότι οι Ομάδες Παραγωγών είναι σίγουρα ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε καλύτερα τις προκλήσεις των επόμενων χρόνων, χωρίς να σημαίνει ότι είναι ο μοναδικός. Το βασικό για μένα είναι να μάθουμε να συνεργαζόμαστε περισσότερο. Ο παραγωγός σήμερα έχει να αντιμετωπίσει αυξημένο κόστος, περισσότερες δυσκολίες στην καλλιέργεια και μια αγορά που γίνεται συνεχώς πιο απαιτητική. Είναι δύσκολο να τα αντιμετωπίσει όλα αυτά μόνος του. Μέσα από μια ομάδα μπορείς να έχεις καλύτερη ενημέρωση, επιστημονική υποστήριξη, να ανταλλάσσεις εμπειρίες και να οργανώνεις καλύτερα την παραγωγή σου. Αυτό προσπαθούμε να κάνουμε κι εμείς. Δεν σημαίνει ότι έχουμε λύσει όλα τα προβλήματα. Έχουμε όμως δημιουργήσει μια βάση πάνω στην οποία μπορούμε να δουλέψουμε. Και νομίζω ότι αυτό είναι που λείπει περισσότερο από τον αγροτικό χώρο: Συνεργασία στην πράξη και όχι μόνο στα λόγια».

-Να πούμε και δυο λόγια για την εκδήλωση. Εξαιρετικό το πάνελ των ομιλητών. Ποιος είναι ο στόχος, τι θα αναδειχθεί μετά από την εκδήλωσή σας στη Λέσβο;

«Στόχος της εκδήλωσης είναι να συζητήσουμε για το πού βρίσκεται σήμερα η ελαιοκομία στη Λέσβο και κυρίως για το πού θέλουμε να πάει τα επόμενα χρόνια. Γι’ αυτό επιλέξαμε ανθρώπους που γνωρίζουν πολύ καλά το αντικείμενο, ο καθένας από τη δική του πλευρά.

Η Λέσβος παράγει ένα ιδιαίτερο ελαιόλαδο, με χαρακτηριστικά που προέρχονται από τις δικές μας ποικιλίες, τον τόπο και τον τρόπο καλλιέργειας. Νομίζω όμως ότι όλα αυτά τα χρόνια δεν έχουμε καταφέρει να το αναδείξουμε όσο θα μπορούσαμε.

Έχουμε για παράδειγμα το ΠΓΕ Λέσβου, το οποίο θεωρώ ότι δεν έχουμε εκμεταλλευτεί όσο πρέπει. Και δεν μιλάω μόνο για εμάς ως επιχείρηση ή ως Ομάδα Παραγωγών. Χρειάζεται μια πιο συνολική προσπάθεια, ώστε όταν κάποιος βλέπει «Λέσβος» στο ελαιόλαδο να ξέρει τι σημαίνει, από πού προέρχεται και γιατί είναι διαφορετικό.

Αν μέσα από την εκδήλωση καταφέρουμε να βάλουμε τέτοια θέματα λίγο περισσότερο στη συζήτηση και να αρχίσουμε να δουλεύουμε πάνω σε αυτά, τότε για μένα θα έχει πετύχει τον σκοπό της».

-Κύριε Παπαδέλλη, είστε ένας νέος άνθρωπος που πήρατε το ελαιοτριβείο του πατέρα σας και έχετε προχωρήσει δέκα βήματα παρακάτω, ανοίγοντας σημαντικά την τυποποίηση. Μπήκατε νέος σε διαγωνισμούς ελαιολάδου, ανάμεσα σε καταξιωμένους συμπατριώτες μας τυποποιητές, που είχαν χρόνια εμπειρία, και καταφέρατε και εσείς να αναδειχθείτε, να πάρει βραβεία το προϊόν Σαπφώ, ενώ ανοίξατε και συνεργασίες. Συνεργαστήκατε με τον κύριο Φωτιάδη, παράγετε ένα πολύ καλό προϊόν ελιάς, αλλά και με τον Γιάννη το Μακρή στην καταπολέμηση του δάκου. 

«Εγώ και ο αδερφός μου ουσιαστικά μεγαλώσαμε μέσα στο ελαιοτριβείο. Είναι μια οικογενειακή επιχείρηση και συνεχίζουμε μαζί αυτό που ξεκίνησαν οι προηγούμενες γενιές. Από εκεί και πέρα, κάθε γενιά νομίζω ότι πρέπει να βάζει και κάτι δικό της και να προσπαθεί να πάει την επιχείρηση λίγο παρακάτω.

Εμείς πιστέψαμε αρκετά στην τυποποίηση. Βλέπαμε ότι στη Λέσβο παράγουμε ένα πολύ καλό ελαιόλαδο, αλλά μεγάλο μέρος του έφευγε χύμα. Θεωρήσαμε λοιπόν ότι πρέπει να προσπαθήσουμε να κρατήσουμε εδώ μεγαλύτερο μέρος της αξίας του προϊόντος, να το τυποποιήσουμε και να το ταξιδέψουμε με τη δική του ταυτότητα. Σιγά-σιγά ανοίξαμε αγορές στην Ελλάδα και στο εξωτερικό και αυτή η προσπάθεια συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Κάπως έτσι ήρθαν και οι διαγωνισμοί και τα βραβεία της “Σαπφώς”. Σίγουρα χαίρεσαι όταν ένα προϊόν σου βραβεύεται, αλλά για εμάς το σημαντικότερο ήταν ότι επιβεβαιώθηκε πως το ελαιόλαδο της Λέσβου μπορεί να σταθεί πολύ ψηλά.

Σημαντικό ρόλο στην πορεία μας έπαιξαν και οι συνεργασίες που κάναμε όλα αυτά τα χρόνια. Προσωπικά πιστεύω πολύ σε αυτές, γιατί πάντα έχεις κάτι να μάθεις από έναν άνθρωπο που γνωρίζει καλά το αντικείμενό του. Εμείς τουλάχιστον έτσι έχουμε μάθει να δουλεύουμε: Να ακούμε, να δοκιμάζουμε και, όταν βλέπουμε ότι κάτι μπορεί να μας κάνει καλύτερους, να προχωράμε».

-Προσωπικά σε εσάς βλέπω το αντίθετο από αυτό που συμβαίνει στην Ελλάδα. Δηλαδή δεν επιλέξατε να φύγετε στο εξωτερικό ή σε άλλες μεγαλουπόλεις, μείνατε στο χωριό σας, στη Θερμή, πήρατε μια μικρή επιχείρηση, την οποία αναπτύξατε σε πολύ μεγάλο βαθμό. Αυτό ήταν συγκυριακό; Ή πιστεύετε ότι, στον αντίποδα της μετανάστευσης των ανθρώπων της ηλικίας σας υπάρχει και μια άλλη πλευρά της νέας γενιάς που μένει και προσπαθεί;

«Για μένα δεν ήταν ποτέ ακριβώς ένα δίλημμα αν θα μείνω ή αν θα φύγω. Μεγάλωσα εδώ, μέσα στο ελαιοτριβείο, μου άρεσε αυτή η δουλειά και ήθελα να ασχοληθώ με αυτή. Οπότε τα πράγματα ήρθαν σχετικά φυσιολογικά.

Σίγουρα το ότι υπήρχε μια οικογενειακή επιχείρηση έπαιξε σημαντικό ρόλο. Είχαμε μια βάση πάνω στην οποία μπορούσαμε με τον αδερφό μου να δουλέψουμε και να προσπαθήσουμε να την πάμε παρακάτω. Από την άλλη, το να μένεις σε ένα νησί και να προσπαθείς να αναπτύξεις μια επιχείρηση έχει αρκετές δυσκολίες που στην Αθήνα ή σε μια μεγαλύτερη πόλη μπορεί να μην υπάρχουν.

Παρόλα αυτά, βλέπω γύρω μου νέους ανθρώπους που μένουν στη Λέσβο, δουλεύουν και προσπαθούν να δημιουργήσουν κάτι δικό τους. Και αυτό είναι πολύ θετικό. Δεν χρειάζεται όλοι να φύγουμε για να προχωρήσουμε. Αρκεί βέβαια να υπάρχουν και οι συνθήκες ώστε ένας νέος που αποφασίζει να μείνει να μπορεί πραγματικά να προχωρήσει».

-Κατά τη γνώμη σας υπάρχει σήμερα πεδίο σε μια ύπαιθρο που ερημώνει, φεύγουν οι υπηρεσίες, μειώνεται ο πληθυσμός, μειώνονται οι γεννήσεις, να μείνει ένας νέος και να προκόψει; Ή το δικό σας παράδειγμα βρίσκεται στις εξαιρέσεις;

«Εύκολο σίγουρα δεν είναι. Όταν από την ύπαιθρο φεύγει κόσμος και μαζί με τον κόσμο χάνονται σιγά-σιγά και υπηρεσίες, είναι λογικό ένας νέος να σκέφτεται δύο φορές αν θα μείνει.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ευκαιρίες. Ειδικά εδώ στη Λέσβο έχουμε έναν πρωτογενή τομέα με μεγάλες δυνατότητες και προϊόντα που μπορούν να αποκτήσουν πολύ μεγαλύτερη αξία από αυτή που έχουν σήμερα. Το βλέπουμε στο ελαιόλαδο, το βλέπουμε και σε άλλα προϊόντα του νησιού.

Το θέμα είναι να μπορεί κάποιος να ζήσει καλά από αυτό που κάνει. Δεν αρκεί να λέμε στους νέους «μείνετε στον τόπο σας». Πρέπει να έχουν δουλειά, εισόδημα και μια καθημερινότητα που να τους επιτρέπει να κάνουν εδώ τη ζωή τους. Αν υπάρχουν αυτά, πιστεύω ότι πολλοί θα επιλέξουν να μείνουν».

-Μεγαλώσατε στο ελαιοτριβείο και η εμπειρία σας είναι σημαντική. Οι εποχές δεν είναι καλές για το ελαιόλαδο, η τιμή δεν ικανοποιεί τους αγρότες και το κόστος παραγωγής στη Λέσβο είναι σημαντικά ανεβασμένο από άλλες περιοχές. Εσείς, όσοι έχετε ελαιοτριβεία, έχετε μείωση του όγκου της δουλειάς τα τελευταία δεκαπέντε τουλάχιστον χρόνια, λόγω της μειωμένης παραγωγής;

«Πράγματι, τα τελευταία χρόνια έχουμε περάσει από το ένα άκρο στο άλλο. Φτάσαμε να βλέπουμε τιμές παραγωγού στα 9 και 10 ευρώ και σήμερα βρισκόμαστε σε μια εντελώς διαφορετική κατάσταση. Για τη φετινή χρονιά εκτιμώ ότι οι τιμές θα κινηθούν περίπου από 2,50 ευρώ για τα βιομηχανικά ελαιόλαδα μέχρι τα 4 ευρώ για τα καλά εξαιρετικά παρθένα.

Ακόμη βρισκόμαστε στα απόνερα εκείνων των πολύ υψηλών τιμών. Η κατανάλωση έπεσε και τώρα πρέπει να βρεθεί ξανά ένα σημείο ισορροπίας, ώστε το ελαιόλαδο να γίνει πιο προσιτό στον καταναλωτή, χωρίς όμως ο παραγωγός να φτάσει στο σημείο να μην μπορεί να καλύψει το κόστος του.

Το είχα πει και παλιότερα σαν ένα ελατήριο. Όταν οι τιμές έφτασαν στα 9 και 10 ευρώ, το ελατήριο είχε τεντωθεί υπερβολικά. Τώρα έχουμε πάει στην αντίθετη πλευρά και το ελατήριο πιέζεται. Κάπου ανάμεσα στα δύο πρέπει να βρεθεί η ισορροπία.

Και στη Λέσβο αυτό είναι ακόμη πιο σημαντικό, γιατί έχουμε υψηλό κόστος παραγωγής και έναν ελαιώνα που σε μεγάλο μέρος του είναι δύσκολος στην καλλιέργεια. Αν η τιμή μείνει για μεγάλο διάστημα σε επίπεδα που δεν αφήνουν εισόδημα στον παραγωγό, το πρόβλημα δεν θα είναι μόνο οικονομικό. Θα δούμε ακόμη περισσότερα κτήματα να εγκαταλείπονται».

-Φταίει η κλιματική αλλαγή που λένε; Φταίνε οι ασθένειες και ο δάκος; Θα πρέπει να δεχθούμε δηλαδή τη μοίρα μας, ότι φθίνει η ελαιοκαλλιέργεια; Ή μήπως πρέπει να γίνουν άλλα πράγματα; Μήπως πρέπει να γίνουν νέες φυτεύσεις, να φέρουν άλλες ποικιλίες στη Λέσβο; Οι δικές σας προτάσεις ποιες είναι;

«Σίγουρα η κλιματική αλλαγή, ο δάκος και γενικά οι συνθήκες των τελευταίων χρόνων έχουν επηρεάσει την παραγωγή. Δεν μπορούμε όμως κάθε φορά που έχουμε μια κακή χρονιά να τα ρίχνουμε όλα εκεί και να θεωρούμε φυσιολογικό ότι η παραγωγή στη Λέσβο συνεχώς μειώνεται.

Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο. Έχουμε έναν τεράστιο ελαιώνα, μεγάλο μέρος του οποίου έχει γεράσει, ενώ υπάρχουν και πολλά κτήματα που έχουν εγκαταλειφθεί ή καλλιεργούνται ελάχιστα. Πρέπει να δούμε πώς θα ξαναδώσουμε στον παραγωγό λόγο να ασχοληθεί με το κτήμα του. Γιατί αν δεν υπάρχει εισόδημα, ό,τι και να λέμε, στο τέλος ο κόσμος θα το εγκαταλείπει.

Πιστεύω ότι χρειάζονται και νέες φυτεύσεις, αλλά με τις δικές μας ποικιλίες. Δεν βλέπω τον λόγο να αφήσουμε την Κολοβή και την Αδραμυτινή και να φέρουμε ποικιλίες από άλλες περιοχές μόνο και μόνο επειδή μπορεί να δίνουν μεγαλύτερες παραγωγές. Αυτές οι ποικιλίες είναι εδώ τόσα χρόνια, είναι προσαρμοσμένες στον τόπο μας και είναι αυτές που μας δίνουν το ελαιόλαδο που έχουμε στη Λέσβο. Πάνω σε αυτό πρέπει να δουλέψουμε.

Χρειάζεται λοιπόν να ανανεώσουμε τον ελαιώνα όπου πρέπει, να βελτιώσουμε τον τρόπο που καλλιεργούμε και να προσαρμοστούμε στις καινούργιες συνθήκες. Γιατί δεν μπορούμε κάθε χρόνο να βλέπουμε την παραγωγή να μειώνεται και απλώς να το αποδεχόμαστε».

-Σε παγκόσμιο πάντως επίπεδο η ελαιοκαλλιέργεια αυξάνεται αισθητά.

«Ακριβώς. Και αυτό από μόνο του λέει πολλά. Όταν σε άλλες χώρες γίνονται συνεχώς νέες φυτεύσεις και η ελαιοκαλλιέργεια επεκτείνεται, εμείς δεν μπορούμε να θεωρούμε φυσιολογικό ότι στη Λέσβο, με έναν τόσο μεγάλο ελαιώνα, η παραγωγή μας μειώνεται.

Δεν σημαίνει βέβαια ότι μπορούμε να κάνουμε ό,τι κάνει η Ισπανία ή άλλες χώρες. Εδώ έχουμε άλλες συνθήκες, άλλο ανάγλυφο και τις δικές μας ποικιλίες. Πρέπει να δουλέψουμε πάνω σε αυτά που έχουμε.

Και για μένα δεν είναι μόνο θέμα να βγάλουμε περισσότερο ελαιόλαδο. Είναι να βγάλουμε καλύτερο ελαιόλαδο και κυρίως να καταφέρουμε να του δώσουμε την αξία που πρέπει. Γιατί εκεί πιστεύω ότι η Λέσβος έχει ακόμη πολύ δρόμο μπροστά της».

-Ποια είναι τα τρία πράγματα που θα πρέπει να προσέχουν οι ελαιοπαραγωγοί για να μπορούν να βγάλουν ένα προϊόν με τη μέγιστη δυνατή ποιότητα, αυτό που ενδιαφέρει και εσάς τους τυποποιητές;

«Αν έπρεπε να ξεχωρίσω τρία πράγματα, θα έλεγα πρώτα απ’ όλα τη σωστή φροντίδα του ελαιώνα όλη τη χρονιά. Δεν μπορείς να περιμένεις να φτάσει ο Νοέμβριος και τότε να ασχοληθείς με το ελαιόλαδο. Η ποιότητα ξεκινάει πολύ νωρίτερα, από το ίδιο το κτήμα.

Το δεύτερο είναι η σωστή στιγμή της συγκομιδής. Πολλές φορές αφήνουμε την ελιά περισσότερο πάνω στο δέντρο για να πάρουμε περισσότερα κιλά λαδιού. Εκεί όμως αρχίζουμε να χάνουμε σε ποιότητα και πολλές φορές αυτό που κερδίζουμε σε ποσότητα το χάνουμε τελικά στην αξία του προϊόντος.

Και το τρίτο είναι τι γίνεται με την ελιά από τη στιγμή που θα μαζευτεί μέχρι να φτάσει στο ελαιοτριβείο. Σωστή μεταφορά και όσο γίνεται πιο γρήγορη έκθλιψη. Αν αφήσεις τον καρπό για μέρες μέσα σε σακιά, μπορεί μέσα σε πολύ λίγο χρόνο να χαλάσεις όλη τη δουλειά που έχεις κάνει στο κτήμα.

Η ποιότητα δεν φτιάχνεται στο ελαιοτριβείο. Ξεκινάει από το χωράφι και η δουλειά του ελαιοτριβείου είναι να καταφέρει να την κρατήσει».

-Και μια τελευταία ερώτηση. Φέτος πληροφορούμαι ότι έχουμε δάκο στις παγίδες. Είναι και μια δύσκολη, περίεργη χρονιά με τον αφθώδη, καθώς λειτουργείτε υπό καθεστώς πίεσης λόγω των μέτρων. Πώς πάνε τα πράγματα εκεί;

«Για τον δάκο, πράγματι φέτος βλέπουμε πληθυσμούς στις παγίδες και χρειάζεται προσοχή. Είναι ένα θέμα που μας απασχολεί κάθε χρόνο, γιατί μπορεί να επηρεάσει την παραγωγή αλλά κυρίως την ποιότητα του ελαιολάδου. Γι’ αυτό χρειάζεται συνεχής παρακολούθηση και οι επεμβάσεις να γίνονται σωστά και στην ώρα τους. Φέτος ειδικά δεν έχουμε περιθώρια για καθυστερήσεις.

Ο αφθώδης βέβαια έχει κάνει πιο δύσκολη και τη δουλειά της δακοκτονίας. Εμείς προσπαθούμε να τηρούμε τα μέτρα βιοασφάλειας και τις εντολές της ΔΑΟΚ, εφοδιάζουμε τα συνεργεία ψεκασμού με απολυμαντικό και ακολουθούμε τις οδηγίες που μας δίνονται.

Είναι μια δύσκολη και ιδιαίτερη χρονιά. Προσπαθούμε να κάνουμε όσο καλύτερα γίνεται τη δουλειά μας, χωρίς να χαλαρώσουν ούτε τα μέτρα για τον αφθώδη, ούτε η προσπάθεια για την αντιμετώπιση του δάκου».

-Σας ευχαριστώ για τη συζήτηση που είχαμε.

«Και εγώ για τη φιλοξενία και περιμένουμε τους ελαιοπαραγωγούς και κάθε άλλον ενδιαφερόμενο στην εκδήλωσή μας στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας στην Αγία Παρασκευή, το Σάββατο, στις 6 το απόγευμα».

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση