Μια προσωπικότητα διεθνούς ακτινοβολίας, έναν Έλληνα επιστήμονα που κατέκτησε μια ιδιαίτερα σημαντική θέση στον παγκόσμιο αγροτικό χάρτη, φιλοξενούν σήμερα τα Νέα της Λέσβου. Ο καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, πρώην πρόεδρος του ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ, Σέρκος Χαρουτουνιάν, ο μόνος Έλληνας που εξελέγη ομόφωνα από τους εκπροσώπους 56 χωρών της Ευρώπης και της Κεντρικής Ασίας, ως Α΄ Αντιπρόεδρος του FAO, συζητά σήμερα μαζί μας.
Ο επιστήμονας που κατάρτισε τους φακέλους ΠΟΠ για τη φάβα και το ντοματάκι Σαντορίνης αλλά και για προϊόντα του τόπου μας, με σημαντική παρουσία στα ευρωπαϊκά και διεθνή όργανα, πολυετή ακαδημαϊκή και ερευνητική πορεία και ενεργό συμμετοχή σε ζητήματα που αφορούν τη γεωργία, την επισιτιστική ασφάλεια και την ανάδειξη των ελληνικών προϊόντων, ο κ. Χαρουτουνιάν στη σημερινή συνέντευξη μιλά χωρίς περιστροφές.
Μάλιστα η συζήτησή μας, αποκτά και μια ξεχωριστή ανθρώπινη διάσταση γιατί η Λέσβος δεν είναι για τον ίδιο ένας ακόμη σταθμός της επιστημονικής του διαδρομής. Την έχει γνωρίσει μέσα από τη συνεργασία του με τον τόπο και την ανάδειξη των τοπικών προϊόντων, αλλά την κουβαλά και μέσα στην προσωπική του ιστορία. Από τα απέναντι παράλια έφτασαν πρόσφυγες οι πρόγονοί του, ενώ ο ίδιος έχει περάσει καλοκαίρια στη Νυφίδα και στον Πολιχνίτο.
Με τον κ. Χαρουτουνιάν μιλάμε για όλα: Για το παρόν και το μέλλον του αγροτικού τομέα, τις τιμές των προϊόντων, την κλιματική κρίση, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί, αλλά και για το ιδιαίτερα επίκαιρο ζήτημα του εμβολιασμού για τον αφθώδη πυρετό και τις πιθανές επιπτώσεις στα λεσβιακά προϊόντα ΠΟΠ. Ο ίδιος ξεκαθαρίζει τι γνωρίζει και τι δεν εμπίπτει στην αρμοδιότητά του, επισημαίνοντας ωστόσο μια κρίσιμη παράμετρο. Στους φακέλους των προϊόντων ΠΟΠ της Λέσβου δεν προβλέπεται απαγόρευση χρήσης γάλακτος από εμβολιασμένα ζώα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί στην πράξη να προκύψουν ζητήματα.
Πρόκειται για μια συνέντευξη που θα κάνει πιο έμπειρους όσους τη διαβάσουν και όχι μόνο τους αγρότες, αλλά και τον κάθε πολίτη καθώς θα βρει μέσα από όσα αναφέρει ο κ. Χαρουτουνιάν απαντήσεις σε ερωτήματα που τον απασχολούν χρόνια. Ο καθηγητής απαντά σε ερωτήματα που μας αφορούν όλους μας και, κυρίως, μας βοηθά να κατανοήσουμε καλύτερα πού βρίσκεται σήμερα η ελληνική γεωργία και προς τα πού μπορεί να οδηγηθεί αύριο.
Για τα Νέα της Λέσβου αποτελεί ιδιαίτερη τιμή η παρουσία του κ. Χαρουτουνιάν, ο οποίος βρίσκεται για ακόμη μία φορά στο νησί μας, καθώς αύριο Σάββατο θα είναι κεντρικός ομιλητής στην εσπερίδα που διοργανώνει η Ομάδα Παραγωγών της εταιρείας Παπαδέλλης, στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας του Ομίλου Πειραιώς, στην Αγία Παρασκευή.
ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΣΤΟΝ ΣΤΡΑΤΗ ΣΑΜΙΩΤΗ
-Κύριε Καθηγητά, έχετε τιμήσει τη χώρα μας μέσα από την ανάδειξή σας στη θέση του αντιπροέδρου του Διεθνούς Οργανισμού Γεωργίας και Τροφίμων (FAO). Τι σημαίνει αυτό για έναν Έλληνα καθηγητή;
«Σίγουρα είναι για εμένα μια μεγάλη τιμή, ιδίως όταν η εκλογή ήταν αποτέλεσμα ομόφωνης συμφωνίας όλων των χωρών. Παράλληλα είναι και μια μεγάλη ευθύνη ώστε κατά τη θητεία μου η Ελλάδα να μπορέσει να αποκομίσει το μεγαλύτερο δυνατό όφελος. Το σύγχρονο γεωπολιτικό γίγνεσθαι επιφυλάσσει έναν σημαντικό ρόλο στον πρωτογενή τομέα και την αγροδιατροφή, αφού καλούμαστε να διαχειριστούμε μια πολύ δύσκολη εξίσωση: Τη διατροφή ενός πρωτοφανούς αριθμού κατοίκων στον πλανήτη, περίπου 8,2 δισεκατομμύρια, με τη χρήση όσο το δυνατόν περισσότερο φιλοπεριβαλλοντικών πρακτικών με το μικρότερο ανθρακικό αποτύπωμα».
-Με τη Λέσβο υπάρχουν δεσμοί εδώ και χρόνια, από τότε που ήσασταν πρόεδρος στον Οργανισμό Δήμητρα, αλλά και ως καθηγητής, συμβάλλοντας στην ανάδειξη τοπικών προϊόντων σε συνεργασία με τη Διεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας και τον διευθυντή Γιώργο Λαγουτάρη. Πού βρίσκεται όλο αυτό που είχε ξεκινήσει προ ετών για τα τοπικά προϊόντα;
«Επιτρέψτε μου να σημειώσω ότι οι δεσμοί μου με τη Λέσβο είναι περισσότερο μακροχρόνιοι. Η Λέσβος είναι το νησί που φιλοξένησε και περιέθαλψε το 1922 την οικογένειά μου μετά τη μικρασιατική καταστροφή, ενώ η Νυφίδα και ο Πολιχνίτος είναι τα μέρη που έχω διαχρονικά περάσει αρκετές όμορφες στιγμές. Έτσι, δέχθηκα με χαρά την πρόταση της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου να συμμετάσχω στην προσπάθεια πιστοποίησης παραδοσιακών προϊόντων της. Η δράση ξεκίνησε ως πρωτοβουλία της κυρίας Καλογήρου και συνεχίστηκε με τη στήριξη του κ. Μουτζούρη, την πολύτιμη συμβολή των αντιπεριφερειαρχών Κουφέλου και Αντωνέλλη, έχοντας πάντα ως βασικό συνεργάτη και πυλώνα της δράσης τον κ. Λαγουτάρη. Στο πλαίσιο αυτό μελετήσαμε τις δυνατότητες πιστοποίησης έντεκα προϊόντων από τα οποία επιλέχθηκαν τα πέντε πιο ώριμα προς πιστοποίηση, για τα οποία συντάξαμε και υποβάλλαμε τους σχετικούς φακέλους καταχώρισης της ονομασίας προέλευσης. Έχουμε ήδη από το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης απαντήσεις για τη Σαρδέλα Καλλονής, το Μέλι Άναμα και το Ασπρομύτικο Φασόλι Λήμνου των οποίων η πιστοποίηση θα συνεχιστεί και θα ολοκληρωθεί στις Βρυξέλλες, ενώ είμαστε σε αναμονή της γνωμάτευσης του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης για το Άνυδρο Τοματάκι Χίου και την Κολοβή Ελιά Λέσβου».
-Η παρουσία σας αύριο Σάββατο στο Μουσείο Βιομηχανικής Ελαιουργίας, στην εκδήλωση της Ομάδας Παραγωγών Παπαδέλλης για την αξία της προέλευσης του ελαιόλαδου, είναι σημαντική και θα ήθελα να μας πείτε δυο λόγια.
«Η πιστοποίηση της γεωγραφικής προέλευσης ενός προϊόντος με ένα εγκεκριμένο σήμα της ΕΕ είναι σημαντική για την αποφυγή αντιποίησης της ονομασίας του, την πιστοποίηση της ποιότητας και την μη παραπλάνηση των καταναλωτών. Η δράση αυτή είναι πολύ βοηθητική στην προσπάθεια παραγωγής και προώθησης συσκευασμένων προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία, ώστε οι παραγωγοί να είναι σε θέση να πετυχαίνουν καλύτερες τιμές για τα προϊόντα τους. Συγκεκριμένα προστατεύει το προϊόν από απομιμήσεις, διασφαλίζει τη σύνδεσή του με τον τόπο παραγωγής, ενισχύει την προστιθέμενη αξία του και δημιουργεί ένα ανταγωνιστικό πλεονέκτημα στις διεθνείς αγορές, αφού τα σήματα αυτά είναι τα πλέον αναγνωρίσιμα από τους καταναλωτές, τυχαίνουν καλύτερης αποδοχής από τις αγορές. Ουσιαστικά μετατρέπει ένα παραδοσιακό προϊόν σε επιχειρηματικό και του προσδίδει ορατότητα. Τέλος, για όσους έχουν τη φιλοδοξία για κάτι καλύτερο, κάθε Απρίλη η ΕΕ προκηρύσσει και χρηματοδοτεί προγράμματα προώθησης για τα προϊόντα με Γεωγραφική Ένδειξη».
-Η ελληνική γεωργία παίρνει εδώ και δεκαετίες σημαντικούς ευρωπαϊκούς πόρους. Γιατί, παρά τα χρήματα που έχουν επενδυθεί, εξακολουθούμε να μιλάμε για έναν πρωτογενή τομέα με σοβαρές διαρθρωτικές αδυναμίες; Πού απέτυχε το μοντέλο;
«Κύριε Σαμιώτη μου θυμίζετε ένα ερώτημα που είχα κάνει το 2022 στην παρουσίαση του προγράμματος Αγροτικής Ανάπτυξης όπου είχα ρωτήσει: Πόσα προγράμματα είχαν προηγηθεί και γιατί δεν έχουμε ανάπτυξη; Κατά την άποψή μου διαχρονικά η βάση και το ενδιαφέρον στα προγράμματα της αγροτικής ανάπτυξης δίνεται λανθασμένα σχεδόν αποκλειστικά στον πρώτο πυλώνα, ο οποίος σχετίζεται με τις επιδοτήσεις. Έτσι, ελάχιστα χρήματα και προσοχή αφιερώνονται στον δεύτερο πυλώνα, ο οποίος αφορά τον εκσυγχρονισμό και την ανάπτυξη, τομείς που συνήθως αγνοούμε ή δίνουμε μικρή σημασία. Οπότε παρατηρείται διαχρονικά μια σημαντική έλλειψη στο σχεδιασμό δράσεων που σχετίζονται με την ανάπτυξη, την αύξηση της παραγωγικότητας, τον εκσυγχρονισμό και την αναδιάρθρωση των καλλιεργειών, τον κατακερματισμένο κλήρο, την ηλικιακή ανανέωση κλπ.. Ως επακόλουθο, ο πρωτογενής τομέας, ο κλάδος που διαχρονικά αποτέλεσε το σημαντικό πυλώνα του ελληνικού κράτους, που επέζησε της βιομηχανικής επανάστασης προσφέροντας στην οικονομία μια σειρά από εμβληματικά προϊόντα της, τη σταφίδα, τον καπνό, το λάδι, τη φέτα κλπ. κινδυνεύει στις μέρες μας να υποβαθμιστεί. Θα πρέπει να σημειωθεί, για όσους δεν το γνωρίζουν, ότι ο αγροτικός τομέας ήταν ο μόνος κλάδος που δεν συρρικνώθηκε την εποχή της οικονομικής κρίσης που αντιμετωπίσαμε μετά το 2010, γεγονός που αποδεικνύει τη σημασία και σημαντικότητά του για την οικονομία της Ελλάδος».
-Μήπως έχουμε δημιουργήσει έναν αγρότη εξαρτημένο από τις επιδοτήσεις και όχι έναν παραγωγό που μπορεί να σταθεί ανταγωνιστικά στην αγορά; Και αν ναι, ποιος έχει την ευθύνη γι’ αυτό;
«Είναι γεγονός ότι ένα σημαντικό ποσοστό του συνολικού αγροτικού εισοδήματος, που φτάνει περίπου στο μισό, εξαρτάται από ενισχύσεις υποχρεώνοντας τον αγρότη να εξαρτάται άμεσα από αυτές. Ο μόνος τρόπος για να ξεπεραστεί το πρόβλημα αυτό είναι, όπως προανέφερα, η επένδυση στην καινοτομία, η εξοικονόμηση των πόρων, η υιοθέτηση προσοδοφόρων καλλιεργειών με στόχο την παραγωγή προϊόντων με υψηλή προστιθέμενη αξία. Όσον αφορά την ευθύνη είναι μάλλον διττή. Είναι εύκολο να κατηγορείς τις κυβερνήσεις ότι έχουν ως βασική μέριμνα την κατανομή των επιδοτήσεων και δεν ασχολούνται όσο πρέπει με θέματα αγροτικής ανάπτυξης, όμως πιστεύω ότι ένα μερίδιο έχουν και οι συνεταιριστικές και διεπαγγελματικές οργανώσεις που ακολουθούν αντίστοιχες πολιτικές και πρακτικές».
-Η κλιματική αλλαγή δεν είναι πλέον μια μελλοντική απειλή. Υπάρχουν περιοχές και καλλιέργειες της Ελλάδας που, με βάση τα σημερινά δεδομένα, δεν θα μπορούν να συνεχίσουν να παράγουν με τον ίδιο τρόπο σε 10-20 χρόνια τις ελιές; Πρέπει να το πούμε ανοιχτά στους αγρότες;
«Η κλιματική αλλαγή είναι εδώ επιφέροντας μικρής διάρκειας και μεγάλης έντασης καιρικά φαινόμενα που είναι καταστροφικά για την πρωτογενή παραγωγή. Βλέποντας μελέτες συναδέλφων φαίνεται ότι η Ελλάδα θα είναι μια από τις χώρες που θα επηρεαστεί σημαντικά από την κλιματική κρίση. Ήδη δεν είναι τυχαίο ότι στην Κρήτη καλλιεργούνται και παράγονται με επιτυχία τροπικά φρούτα, όπως αβοκάντο, pecan, passion fruit κλπ. Αντίστοιχα, σήμερα έχουμε παραγωγή κρασιών στις βόρειες χώρες της Ευρώπης όταν πριν από χρόνια η αμπελοκαλλιέργεια στην Ευρώπη έφτανε μέχρι την κοιλάδα του Ρήνου. Όσον αφορά την ελαιοκαλλιέργεια, γίνονται κάποιες προσπάθειες παραγωγής στην κεντρική Ευρώπη. Προσωπικά, θεωρώ ότι το σημαντικότερο πρόβλημα που θα αντιμετωπίσει η ελαιοκαλλιέργεια σχετίζεται με την εαρινοποίηση, δηλαδή την ανάγκη να υπάρξει μια κρύα περίοδος κατά τον Ιανουάριο-Φεβρουάριο για να είναι δυνατόν να καρποφορήσουν τα ελαιόδεντρα. Γνωρίζω ότι γίνονται ερευνητικές προσπάθειες για να αντιμετωπιστεί το πρόβλημα και ελπίζω ότι θα συμβάλλουν στη λύση του».
-Μιλάμε πολύ για καινοτομία και τεχνητή νοημοσύνη. Ένας μικρός παραγωγός στην ελληνική περιφέρεια, όμως, τι ακριβώς μπορεί να κερδίσει από αυτές τις τεχνολογίες; Ή κινδυνεύει η «έξυπνη γεωργία» να γίνει προνόμιο των μεγαλύτερων επιχειρήσεων;
«Σίγουρα η τεχνητή νοημοσύνη θα φέρει πολλές αλλαγές στον τρόπο ζωής, παραγωγής και γενικότερα στο γίγνεσθαι του ανθρώπου. Οι εφαρμογές της, όπως η έξυπνη γεωργία, σίγουρα θα συμβάλλουν στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη μείωση των απαιτούμενων εισροών. Όμως η υιοθέτησή τους είναι συνδεδεμένη και με τη δυνατότητα και εξοικείωση των χρηστών σε αυτή, γεγονός που φέρνει στην επιφάνεια τις ελλείψεις και τα προβλήματα που ήδη αναφέραμε, τα οποία σχετίζονται με χρόνιες παθογένειες του πρωτογενή τομέα, όπως η ηλικιακή γήρανση των ασχολούμενων με τον πρωτογενή τομέα, η έλλειψη αξιόπιστων συνεργατικών σχημάτων και ο κατακερματισμένος κλήρος».
-Υπάρχει πραγματική σύνδεση του Πανεπιστημίου με την ελληνική παραγωγή ή οι Έλληνες ερευνητές παράγουν εξαιρετική γνώση που τελικά μένει μέσα στα πανεπιστημιακά εργαστήρια;
«Το πρόβλημα της διάδοσης της καινοτομίας από τα πανεπιστημιακά και ερευνητικά εργαστήρια στον αγρό είναι υπαρκτό και δυστυχώς δεν έχει βρει μια αξιόπιστη λύση. Προσωπικά, πιστεύω ότι ο μόνος τρόπος για να έχουμε ένα μετρήσιμο και αξιόπιστο αποτέλεσμα είναι η δημιουργία επιδεικτικών αγροκτημάτων. Σε αυτά, θα εφαρμόζεται και θα επιδεικνύεται η καινοτομία απευθείας στους αγρότες, οι οποίοι θα έχουν τη δυνατότητα σε αληθινή κλίμακα να δουν και να αξιολογήσουν τις πιθανές ωφέλειες που θα έχουν από την εφαρμογή των καινοτομιών στην παραγωγική διαδικασία. Η δράση αυτή είναι σημαντική για να πειστεί κάποιος να αλλάξει τρόπο παραγωγής και να υιοθετήσει καινοτομικές λύσεις. Ομολογώ ότι κατά τη θητεία μου ως πρόεδρος στον ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ προσπάθησα και για διάφορους λόγους απέτυχα να ιδρύσω επιδεικτικό αγρόκτημα για ελαιοκαλλιέργεια στην έκταση που διαθέτει ο οργανισμός στον κόλπο της Γέρας».
-Ο καταναλωτής βλέπει τις τιμές των τροφίμων να ανεβαίνουν, ενώ ο παραγωγός συχνά υποστηρίζει ότι δεν αμείβεται ανάλογα. Ποιος καρπώνεται τελικά τη μεγαλύτερη αξία από ένα ελληνικό προϊόν, ο παραγωγός, η μεταποίηση ή η αλυσίδα διανομής;
«Για χρόνια ακούω μονότονα το ίδιο παράπονο ότι οι τιμές των αγροτικών προϊόντων αυξάνονται σημαντικά από το χωράφι στο ράφι, με αποτέλεσμα να ζημιώνονται οι πολλοί – παραγωγοί και καταναλωτές – και να πλουτίζουν οι λίγοι, οι μεσάζοντες. Όμως, παράλληλα δεν βλέπω να γίνεται οτιδήποτε για να διορθωθεί η κατάσταση αυτή. Προσωπικά, πιστεύω ότι δεν είναι ανάγκη να ανακαλύψουμε πάλι τον τροχό. Ας δούμε τι κάνουν άλλες χώρες. Για παράδειγμα στην Ολλανδία, Ιταλία κλπ. με τη λειτουργία αγροτικών δημοπρατηρίων υπάρχει περισσότερη διαφάνεια στην αλυσίδα αυτή. Έτσι εκδίδεται ένα καθημερινό ή εβδομαδιαίο δελτίο με τις τιμές που πούλησαν οι παραγωγοί τα βασικά τους προϊόντα και αγόρασαν οι αλυσίδες είτε απευθείας ή μέσω μεσαζόντων. Ίσως είναι μια λύση που θα μπορούσε να εξορθολογήσει τη διαδικασία αυτή».
-Ως καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών και ως αντιπρόεδρος της FAO, είστε αισιόδοξος για το μέλλον της ελληνικής γεωργίας χωρίς μια μεγάλη αλλαγή νοοτροπίας;
«Θέλω και πρέπει να είμαι αισιόδοξος για το αύριο. Παρότι τα επόμενα χρόνια θα είναι δύσκολα αφού πέρα από την κλιματική κρίση και τα χρόνια προβλήματα που αντιμετωπίζει ο πρωτογενής τομέας της χώρας μας, έχουν ανακύψει και επιπλέον προβλήματα, όπως οι πολεμικές συρράξεις με την εισβολή στην Ουκρανία, τον πόλεμο του κόλπου κλπ.. Οι συρράξεις αυτές από τοπικό πρόβλημα έχουν τελικά μετατραπεί σε παγκόσμιο, αυξάνοντας σημαντικά τις τιμές των λιπασμάτων και της ενέργειας, γεγονός που επιδρά αρνητικά στην πρωτογενή παραγωγή. Όμως παράλληλα υπάρχουν και ευκαιρίες που θα πρέπει να αξιοποιήσουμε, όπως για παράδειγμα ο αυξανόμενος αριθμός των επισκεπτών στη χώρα μας που φέτος θα φτάσει τα 37 εκατομμύρια. Σε αυτούς θα πρέπει να δείξουμε και να διαφημίσουμε τα τοπικά μας προϊόντα, κάνοντάς τους κοινωνούς της ποιότητας και των ιδιαιτεροτήτων τους. Άραγε πόσοι από τους επισκέπτες της Λέσβου πραγματικά μαθαίνουν στοιχεία για το λάδι και τα τυριά του νησιού; Σε πόσα εστιατόρια αναγράφεται το όνομα του ελαιόλαδου ή υπάρχει μια ετικέτα στο μικρό μπουκάλι με λάδι που υπάρχει για να προστεθεί στη σαλάτα; Παράλληλα, παράγοντες όπως ο υπερπληθυσμός της γης, οι αλλαγές των διατροφικών συνηθειών, οι τάσεις των καταναλωτών να επιζητούν ποιότητα και πιστοποίηση προέλευσης αναμένεται να αυξάνουν συνεχώς τη ζήτηση των αγροτικών προϊόντων και τροφίμων μεγιστοποιώντας τη σημασία του πρωτογενή τομέα και με κάνουν αισιόδοξο για το μέλλον. Βέβαια, επειδή τίποτα δεν θα είναι ανέξοδο και επειδή τίποτα δεν θα μας χαριστεί, και εμείς θα πρέπει να αλλάξουμε νοοτροπία, υιοθετώντας καινοτομίες, αξιοποιώντας την τοπική παράδοση, δημιουργώντας σύγχρονα και αξιόπιστα συνεργατικά σχήματα κλπ.».
-Η Ευρώπη ανοίγει τον δρόμο για περισσότερες γενετικές παρεμβάσεις στις καλλιέργειες. Είναι αυτό το μέλλον της γεωργίας ή ένας δρόμος με κινδύνους;
«Είναι ένας τομέας που πραγματικά δεν έχω σε βάθος γνώση και εμπειρία. Είναι γνωστό ότι τα γενετικά τροποποιημένα φυτά έχουν μια καλύτερη αντοχή σε ασθένειες οπότε χρειάζονται πολύ μικρότερες φυτοϋγειονομικές παρεμβάσεις και φυτοφάρμακα. Έτσι, προστατεύεται το περιβάλλον και η υγεία μας. Παράλληλα, δεν μου είναι ευχάριστη η ιδέα να καταναλώνω αγροτικά προϊόντα στα οποία το DNA έχει μεταλλαχθεί και σε αυτό έχει προστεθεί γενετικό υλικό από κάποιο ζώο… Σίγουρα στο επόμενο διάστημα η επιστήμη θα μπορέσει να δώσει μια αξιόπιστη απάντηση στο ερώτημα αυτό».
-Και μια τελευταία ερώτηση κύριε Καθηγητά. Έξω από το αντικείμενό σας, γιατί αφορά την κτηνοτροφία, μέσα όμως σε αυτό γιατί αφορά την προέλευση, πόσο επικίνδυνο σπιράλ κατά τη γνώμη σας είναι αν οδηγηθεί η Λέσβος σε εμβολιασμό για τον αφθώδη πυρετό ως προς την απώλεια της Προέλευσης (ΠΟΠ) από τα τυροκομικά προϊόντα μέχρι που να ολοκληρωθεί αυτός ο κύκλος, ο οποίος γνωρίζετε καλά ότι θα διαρκέσει κάποια χρόνια, αν τελικά προχωρήσει;
«Σίγουρα είμαι ο τελευταίος που θα μπορούσα να εκφέρω μια ολοκληρωμένη γνώμη για το θέμα αυτό, αφού δεν έχω την κατάλληλη επιστημονική εξειδίκευση. Το μόνο που θέλω να επισημάνω είναι ότι στους φακέλους πιστοποίησης των τυροκομικών προϊόντων του νησιού (π.χ. φέτα, λαδοτύρι Μυτιλήνης) δεν αναφέρεται η υποχρέωση να παρασκευάζεται από γάλα προερχόμενο από μη εμβολιασμένα τρόφιμα. Όμως, αυτό δεν αναιρεί την πιθανότητα να υπάρχουν υγειονομικοί περιορισμοί που να απαγορεύουν τη χρήση του γάλακτος αυτού στην παρασκευή τυροκομικών προϊόντων».
-Κύριε Χαρουτουνιάν, σας ευχαριστώ για τη συνέντευξη.
«Και εγώ για τη φιλοξενία και τη δυνατότητα να επικοινωνήσω με τους κατοίκους της Λέσβου».



