Παιδική Κακοποίηση

Του Δρ. Αναστάσιου Γ. Ρούσση, 
Κοινωνιολόγου – Εγκληματολόγου,
Προϊσταμένου Διεύθυνσης Κοινωνικής Μέριμνας ΠΕ Λέσβου

Το φαινόμενο της παιδικής κακοποίησης – παραμέλησης αποτελεί ένα ζήτημα οι συνέπειες του οποίου έχουν διάρκεια και επηρεάζουν και τη μετέπειτα ζωή του παιδιού, μετατρέποντάς το σε έναν ενήλικα που αντιμετωπίζει δυσκολίες σε διάφορες σημαντικές πτυχές της ζωής του. Δημιουργεί άτομα με έντονα προβλήματα στις προσωπικές τους σχέσεις, τα οποία δυσκολεύονται να αγαπήσουν και να εμπιστευτούν, έχουν τάση προς καταχρήσεις, εμφανίζουν αγχώδεις διαταραχές, προβλήματα προσαρμοστικότητας και κατάθλιψη. Επίσης, οι άνθρωποι που υπέστησαν κακοποίηση όταν ήταν παιδιά ενδέχεται να προβούν οι ίδιοι σε κακοποίηση παιδιών όταν ενηλικιωθούν

Παιδική κακοποίηση υπήρχε κατά τη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας, αλλά μόνο σχετικά πρόσφατα οι άνθρωποι άρχισαν να σκέφτονται διαφορετικά γι’ αυτό το ζήτημα, να δημιουργούν νομικούς ορισμούς για την κακοποίηση, να ορίζουν κυβερνητικούς φορείς οι οποίοι έχουν τη δύναμη να απομακρύνουν παιδιά από τα σπίτια τους, καθώς και να διεξάγουν ερευνητικές μελέτες σχετικά με το φαινόμενο αυτό κοινωνικής παθολογίας. 

Σήμερα αναγνωρίζουμε πως η κακοποίηση παιδιού από τους γονείς του είναι το αποτέλεσμα αλληλεπίδρασης πολλών αιτιολογικών παραγόντων, που σχετίζονται όχι μόνο με τους γονείς, αλλά και με τη δυσλειτουργία της κοινωνίας γενικότερα. 

Τα ευρήματα σχεδόν όλων των ερευνητικών δραστηριοτήτων, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε άλλες χώρες, δείχνουν ότι οι γονείς είναι άτομα με ιδιαίτερες ανάγκες για φροντίδα και στήριξη, τόσο από κοινωνικούς φορείς, όσο και από ειδικούς ψυχικής υγείας. Μπορεί να χαρακτηρίζονται από σοβαρές ψυχικές δυσκολίες, περιορισμένες νοητικές ικανότητες, σημαντική δυσκολία να ελέγχουν τον εαυτό τους και τις παρορμήσεις τους (κυρίως τις επιθετικές), συναίσθημα βαθιάς ανεπάρκειας για το γονεϊκό τους ρόλο και για την εικόνα του εαυτού τους γενικότερα, έντονες (ναρκισσιστικές) ανάγκες για εξάρτηση και προσοχή από τους άλλους, τις οποίες τείνουν να καλύπτουν χρησιμοποιώντας τα παιδιά τους ως πηγή φροντίδας, κακές σχέσεις με τους δικούς τους γονείς, αφού οι περισσότεροι από αυτούς που κακοποιούν τα παιδιά τους έχουν υπάρξει θύματα ή μάρτυρες βίαιων σκηνών μέσα στις δικές τους οικογένειες, συχνότερη χρησιμοποίηση λεκτικής επιθετικότητας, σωματικής τιμωρίας και επιβολής δύναμης στα παιδιά συγκριτικά με θετικούς γονείς, ακαμψία στις στάσεις τους απέναντι στο παιδί, αλλά και σε άλλα θέματα της ζωής γενικότερα, καθώς και την τάση να αντιλαμβάνονται και να περιγράφουν το παιδί τους με τρόπο αρνητικό («δύσκολο», «κακό», «προβληματικό» κ.ά.), αφού αρνητικά άλλωστε βλέπουν και τον ίδιο τους τον εαυτό. 

Τα παραπάνω χαρακτηριστικά και η σοβαρότητά τους δεν εξαρτώνται από τον τύπο και τη σοβαρότητα της φυσικής βίας που έχουν υποστεί. Στην ουσία, το ψυχικό τραύμα που έχει προκληθεί στα παιδιά αυτά από το περιβάλλον της κακοποίησης είναι τόσο έντονο, ώστε να οδηγεί στη δημιουργία αυτών των χαρακτηριστικών, με αποτέλεσμα οι δάσκαλοι και οι συνομήλικοι να τα απορρίπτουν. Όπως είναι επόμενο, τα κακοποιημένα παιδιά έχουν αρνητική εικόνα για τον εαυτό τους, με πιθανή πρόγνωση να συνεχιστεί αυτός ο φαύλος κύκλος σε όλη τους τη ζωή, καθώς και να εκδηλωθεί το φαινόμενο αυτό και στα δικά τους παιδιά και ούτω καθ’ εξής. Τα παιδιά αυτά έχουν λιγότερους φίλους και αρκετά αναπτύσσουν διαταραχές συμπεριφοράς. 

Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι οι επιπτώσεις της παιδικής κακοποίησης βρίσκονται σε άμεση σχέση εξάρτησης με την ηλικία και τη φάση ανάπτυξης του παιδιού, τη σοβαρότητα και το είδος της κακομεταχείρισης, τη σχέση του παιδιού με το δράστη, τη διάρκεια και άλλους παράγοντες στο κοινωνικό περιβάλλον του παιδιού, στενό ή ευρύ. 

Το έργο κατά της βίας συνδέεται στενά με την εφαρμογή των δικαιωμάτων των παιδιών, αφού στην πραγματικότητα η έλλειψη κοινωνικής αποδοχής των δικαιωμάτων τους είναι το μεγαλύτερο εμπόδιο για την καταπολέμηση κάθε μορφής παιδικής κακοποίησης – παραμέλησης κατά των παιδιών. Παράλληλα, η πραγματική έκταση της βίας κατά των παιδιών θα πρέπει να μελετάται συστηματικά. Χρειαζόμαστε έγκυρα δεδομένα για την ενημέρωση και υποστήριξη των όποιων ουσιαστικών προτάσεων ή παρεμβάσεων για τη μείωση του προβλήματος της παιδικής κακοποίησης. Άλλωστε, το μεγαλύτερο κομμάτι της βίας κατά των παιδιών παραμένει προς το παρόν κρυμμένο (σκοτεινός αριθμός εγκληματικότητας). 

Γενικότερα, το εκπαιδευτικό σύστημα, συμπεριλαμβανομένων των σχολείων, των συλλόγων καθηγητών και των Υπουργείων Παιδείας, θεωρούμε ότι δύναται να διαδραματίσει καίριο ρόλο στην ανίχνευση και στην αντιμετώπιση της ενδοοικογενειακής βίας, αφού αποτελούν τις κυριότερες πηγές πολιτιστικών προτύπων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που υποστηρίζουν τη βία που βασίζεται στο φύλο και τα λανθασμένα στερεότυπα που το συνοδεύουν, περιχαρακώνοντάς το σε “γυναικείο και “ανδρικό”. Καθώς η εφηβεία αποτελεί περίοδο κατά την οποία διαπλάθεται ο χαρακτήρας του παιδιού, αυτού του είδους τα πολιτιστικά πρότυπα μπορούν να εσωτερικευθούν από τα νεαρά κορίτσια και αγόρια, αυξάνοντας τις πιθανότητες να βιώσουν περιστατικά βίας είτε ως θύματα, είτε ως θύτες. Επιπρόσθετα, νέα ερευνητικά στοιχεία δείχνουν ότι τα πρότυπα βίας και θυματοποίησης μπορούν να αναπτυχθούν κατά την πρώιμη εφηβεία και σύντομα να γίνουν μη αναστρέψιμα. Συνεπώς, τα μέτρα της πρωτογενούς πρόληψης διαδραματίζουν ουσιαστικό ρόλο στην καταπολέμηση της ενδοοικογενειακής βίας εφόσον τα σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά κέντρα αποτελούν βασικό στοιχείο της ζωής των εφήβων και ένα από τα κύρια περιβάλλοντα όπου λαμβάνει χώρα η κοινωνικοποίηση των φύλων, καθώς και το περιβάλλον στο οποίο δημιουργούνται και ενδυναμώνονται οι νοοτροπίες προς τον εαυτό μας και προς τους άλλους. 

Παρά τη σημασία των στρατηγικών προσέγγισης εφήβων και νέων ενηλίκων σχετικά με την πρόληψη της ενδοοικογενειακής βίας, η διάσταση αυτή έχει αγνοηθεί σε μεγάλο βαθμό από όσους εμπλέκονται στο πρόγραμμα πολιτικής δράσης για την ενδοοικογενειακή βία. 

Η πρωτογενής πρόληψη είναι σε μεγάλο βαθμό απούσα από τις πολιτικές και τα προγράμματα που εστιάζουν κυρίως στα ενήλικα θύματα και τα παιδιά τους, στην ανταπόκριση, στην κρίση, αλλά και στην ποινικοποίηση της ενδοοικογενειακής βίας. Επιπλέον, ένας τομέας ο οποίος υστερεί ακόμη σημαντικά είναι η σεξουαλική αγωγή, η οποία θα μπορούσε να περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, μαθήματα για τις σχέσεις των φύλων και για τα σεξουαλικά και αναπαραγωγικά δικαιώματα, τις διαπροσωπικές σχέσεις και τη βία κατά των συντρόφων. Η σεξουαλική αγωγή δεν είναι ούτε υποχρεωτική από τον νόμο, ούτε εφαρμόζεται σε συστηματική βάση. Ειδικά μαθήματα σχετικά με τη σεξουαλική αγωγή, τις σχέσεις των φύλων και την αγωγή σε θέματα υγείας έχουν εφαρμοστεί σποραδικά σε πιλοτική βάση κατά τις τελευταίες δεκαετίες, δεν αποτελούν όμως επίσημα μέρος του εκπαιδευτικού προγράμματος σε κανένα επίπεδο. Ορισμένες πτυχές της σεξουαλικής αγωγής καλύπτονται από ευρύτερα μαθήματα βιολογίας, αγωγής σε θέματα υγείας και οικιακής οικονομίας. 

Συνεπώς, υπάρχει άμεση ανάγκη ενεργούς και συστηματικής αντιμετώπισης του θέματος στο επίπεδο της πρωτογενούς πρόληψης μέσω της αύξησης της ευαισθητοποίησης των νέων σχετικά με τα ζητήματα αυτά, χρησιμοποιώντας μεθόδους βασισμένες στην έρευνα, οι οποίες θα παρουσιάζουν ευαισθησία ως προς τις ιδιαιτερότητες των προκλήσεων που αντιμετωπίζουν οι έφηβοι και οι νέοι όσον αφορά στην ενδοοικογενειακή βία ως μια μορφή έμφυλης βίας. Τα παιδιά συχνά δεν ξέρουν πού μπορούν να απευθυνθούν όταν αντιμετωπίζουν ένα πρόβλημα ενδοοικογενειακής κακοποίησης – παραμέλησης. Αισθάνονται εγκαταλελειμμένα και αβοήθητα και αυτό μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω βίαιες εκδηλώσεις. Συνεπώς, είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μειωθούν οι δυσκολίες και τα εμπόδια που δυσκολεύουν τα παιδιά να μιλήσουν έγκαιρα σε ενήλικες ή επαγγελματίες για τα περιστατικά βίας ή εκφοβισμού που έχουν βιώσει. 

Ενθαρρυντική είναι η διαπίστωση ότι, πολλές φορές στην ελληνική πραγματικότητα αλλά και διεθνώς, ελλείψει ουσιαστικής κυβερνητικής δράσης στον τομέα, αρκετές μη κυβερνητικές οργανώσεις δουλεύουν συστηματικά με νέους ανθρώπους στο πλαίσιο του εκπαιδευτικού συστήματος για να αυξήσουν την επίγνωσή τους και, παράλληλα, να τους παράσχουν πληροφορίες σχετικά με θέματα ενδοοικογενειακής κακοποίησης – παραμέλησης. 

Απαραίτητη προϋπόθεση για την αποτελεσματική καταγραφή και αντιμετώπιση της παιδικής κακοποίησης αποτελεί η δημιουργία ενός οργανωμένου συστήματος αναφοράς, ενώ, παράλληλα, απαιτείται η ευαισθητοποίηση και η εκπαίδευση των άμεσα εμπλεκόμενων ατόμων, όπως εκπαιδευτικών, ιατρών, νοσηλευτικού προσωπικού και αστυνομίας που έρχονται σε άμεση ή έμμεση επαφή με οικογένειες και παιδιά για την αναγνώριση και αναφορά πιθανών περιστατικών και την αποφυγή περαιτέρω θυματοποίησης. Άλλωστε, κύριος άξονας για το σχεδιασμό της νομικής παρέμβασης σε περιπτώσεις κακοποίησης και παραμέλησης των παιδιών όλων των μορφών, είναι η εκτίμηση του συμφέροντος του παιδιού, άρα των δικαιωμάτων του. 

Η Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού του ΟΗΕ λειτούργησε αρχικά ως ένα διεθνώς αποδεκτό κείμενο, το οποίο ενσωμάτωσαν σταδιακά στην εθνική τους νομοθεσία όλες σχεδόν οι χώρες-μέλη, αποτελώντας μια μοναδική παγκόσμια ειρηνική επανάσταση και αναγνώριση όχι μόνο των δικαιωμάτων των παιδιών, αλλά της παιδικής ηλικίας ως κοινωνικού φαινομένου. 

Πέρα από τις όποιες νομοθετικές ρυθμίσεις έχουν υλοποιηθεί τα τελευταία χρόνια σε πολλά κράτη-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, παράλληλα, έχουν αναπτυχθεί μια σειρά από κινήσεις και δίκτυα μη κυβερνητικών οργανισμών αλλά και μεικτών συμπράξεων δημόσιου και ιδιωτικού τομέα, που έχουν ως στόχο την κινητοποίηση κυβερνήσεων και πολιτών για την προώθηση των δικαιωμάτων του παιδιού και την ανάπτυξη δράσεων σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο. Ο κύριος άξονας των δράσεων αφορά το δικαίωμα του παιδιού στη συμμετοχή, δηλαδή στην έκφραση της γνώμης του για ό,τι το αφορά. Η θέση αυτή εκφράζεται διαφορετικά, ανάλογα με κάθε στάδιο ανάπτυξης του παιδιού. Η δε προώθηση των δικαιωμάτων του παιδιού, δηλαδή η εξουσία που το δίκαιο αναγνωρίζει στο πρόσωπό του, συνδέεται και αλληλοδιαπλέκεται με το συμφέρον του, δηλαδή το όφελος για τον ίδιο τον ανήλικο. 

Η δημοσιοποίηση των ευρημάτων της έρευνας αυτής στόχο έχει να προκαλέσει ένα νέο εποικοδομητικό προβληματισμό και μία συζήτηση αναφορικά με το ζήτημα της ενδοοικογενειακής παιδικής κακοποίησης – παραμέλησης ως υπαρκτού κοινωνικού φαινομένου σε πρώτο επίπεδο, ενώ, σε ένα επόμενο, να βοηθήσει στην αμφισβήτηση των στερεοτύπων και των προκαταλήψεων που το γεννούν και ταυτόχρονα το διατηρούν στους κόλπους της κοινωνίας.

Μυτιλήνη, 18/02/2021


ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

Το βιβλίο του Δρ. Αναστάσιου Γ. Ρούσση με τίτλο “Παιδική κακοποίηση. Θεωρητική και ερευνητική προσέγγιση” (2020) των Εκδόσεων Γρηγόρη (ISBN: 978-960-612-277-4, σελίδες 284) αποτελεί την πρώτη επίσηµη επιστηµονική θεωρητική και ερευνητική προσέγγιση του φαινοµένου της παιδικής κακοποίησης – παραµέλησης στο εσωτερικό της οικογένειας στην ακριτική πόλη της Μυτιλήνης. 

-Αποτυπώνει την κατάσταση αναφορικά µε την έκταση και τις µορφές παιδικής κακοποίησης – παραµέλησης στην οικογένεια στην πόλη της Μυτιλήνης. 

-Παρέχει τη δυνατότητα συγκριτικής παρουσίασης των στοιχείων που προκύπτουν µε αυτά των ήδη πραγµατοποιηµένων ερευνητικών δραστηριοτήτων στον υπόλοιπο και µη ελλαδικό χώρο. 

-Προσδιορίζει, χωρίς να στιγµατίζει, συγκεκριµένες οµάδες ανηλίκων µαθητών που µπορεί να υφίστανται κάποια µορφή ενδοοικογενειακής κακοποίησης – παραµέλησης. 

-Βοηθάει στην κατανόηση πλήθους αιτιολογικών παραγόντων που συντελούν στην εκδήλωση προβληµάτων υγείας και στην υιοθέτηση σχετικών συµπεριφορών υψηλού κινδύνου από την πλευρά των ανήλικων µαθητών που έχουν υποστεί ή εξακολουθούν να κακοποιούνται – παραµελούνται στο εσωτερικό της οικογένειάς τους. 

-Ενηµερώνει και ευαισθητοποιεί εκείνες τις επιστηµονικές οµάδες που ασχολούνται µε θέµατα παιδικής κακοποίησης – παραµέλησης. 

-Συµβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση του τρόπου ζωής των µαθητών κυρίως στην επαρχία, στον εντοπισµό των συµπεριφορών εκείνων που απαιτούν διαρθρωτικές παρεµβάσεις, καθώς και των σηµείων εκείνων στα οποία θα πρέπει να επικεντρωθούν τα προληπτικά προγράµµατα στη σχολική και την ευρύτερη κοινότητα προκειµένου να έχουν τη µεγαλύτερη δυνατή εφαρµογή και αποτελεσµατικότητα. 


ΣΥΝΤΟΜΟ ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δρ. Αναστάσιος Γ. Ρούσσης είναι Κοινωνιολόγος, Διδάκτορας του Τοµέα Εγκληµατολογίας του Τµήµατος Κοινωνιολογίας του Παντείου Πανεπιστηµίου Κοινωνικών και Πολιτικών Επιστηµών και κάτοχος µεταπτυχιακών τίτλων, Εγκληµατολογικών Σπουδών του Τµήµατος Κοινωνιολογίας και του Ινστιτούτου Διεθνών Σχέσεων – Β΄ Ευρωπαϊκής Έδρας Jean Monnet του Τµήµατος Πολιτικών και Διεθνών Σπουδών, του ιδίου Πανεπιστηµίου. Έχει παρακολουθήσει και συµµετάσχει ως εισηγητής σε πλήθος κοινωνιολογικών και εγκληµατολογικών σεµιναρίων και συνεδρίων. Συµµετέχει ως αρθρογράφος σε έγκριτα επιστηµονικά περιοδικά, καθώς και στον ηµερήσιο τοπικό και αθηναϊκό τύπο. Επίσης, έχει συµµετάσχει κατά καιρούς σε πλήθος τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών εκποµπών κοινωνιολογικού και εγκληµατολογικού περιεχοµένου ως ειδικός επιστήµονας. 

Από το 2003 – 2009 εργάστηκε ως στέλεχος πρόληψης του Οργανισµού Κατά Των Ναρκωτικών (Ο.ΚΑ.ΝΑ.) στο Κέντρο Πρόληψης των Εξαρτήσεων και Προαγωγής της Ψυχοκοινωνικής Υγείας της Περιφερειακής Ενότητας Λέσβου µε την επωνυµία «Πνοή», ενώ, παράλληλα, από το 2004 – 2009 εργάστηκε επαγγελµατικά ως Οικογενειακός Σύµβουλος. Από το Νοέµβριο του 2009 εργάζεται ως Κοινωνιολόγος και σήμερα είναι Προϊστάμενος στη Διεύθυνση Κοινωνικής Μέριµνας της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου στην πόλη της Μυτιλήνης.