Παρά τις πρόσφατες κυβερνητικές εξαγγελίες και τη «σύμπνοια» που διατυμπανίστηκε πριν από λίγες μόλις εβδομάδες στη σύσκεψη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης με τους περιφερειάρχες, η πραγματικότητα δείχνει πως η ευλογιά εξακολουθεί να εξαπλώνεται ανεξέλεγκτα στην ηπειρωτική Ελλάδα, αφήνοντας πίσω της απόγνωση και οικονομική καταστροφή.
Την ώρα που οι κτηνοτρόφοι ζητούν ουσιαστική παρέμβαση και ενίσχυση του μηχανισμού ελέγχου, το Υπουργείο επανέρχεται με νέες τηλεδιασκέψεις καλώντας ξανά τους Περιφερειάρχες σε «συνεργασία», σαν να μην είχαν προηγηθεί αλλεπάλληλες συσκέψεις και δεσμεύσεις.
Η νέα τηλεδιάσκεψη του Υπουργού Κώστα Τσιάρα, παρουσία των συναρμόδιων υπουργών και των Περιφερειαρχών, παρουσιάστηκε ως «κοινό μέτωπο» απέναντι στη ζωονόσο. Ωστόσο, η ουσία παραμένει η ίδια. Λόγια, επιτροπές και εξαγγελίες, χωρίς μετρήσιμη πρόοδο. Οι κτηνοτρόφοι δεν έχουν δει ακόμη τις υποσχόμενες αποζημιώσεις, οι διαδικασίες ταφής των θανατωμένων ζώων καθυστερούν, ενώ η επιτήρηση στις εστίες της νόσου είναι ελλιπής.
Παράλληλα, η περίφημη «Εθνική Επιτροπή Διαχείρισης και Ελέγχου της Ευλογιάς» λειτουργεί περισσότερο… στα χαρτιά, χωρίς εμφανές επιχειρησιακό αποτύπωμα στην πράξη. Οι υποσχέσεις για ταχύτερες προμήθειες υλικών και μέτρων βιοασφάλειας παραμένουν σε εκκρεμότητα, την ώρα που ο ιός συνεχίζει να πλήττει εκτροφές σε όλη τη χώρα.
Η επανάληψη των ίδιων εξαγγελιών με διαφορετικούς τίτλους και ίδιες προθέσεις δείχνει έλλειψη σχεδίου και συντονισμού από πλευράς του Υπουργείου. Αντί να υπάρχει ένα ενιαίο επιχειρησιακό σχέδιο με άμεση κινητοποίηση και στήριξη των πληττόμενων περιοχών, οι κτηνοτρόφοι παρακολουθούν μια ατέρμονη σειρά από τηλεδιασκέψεις και επιτροπές «διαχείρισης», τη στιγμή που οι περιφέρειες έχουν αφεθεί να αντιμετωπίσουν μόνες τους το πρόβλημα.
Οι κτηνοτρόφοι της ηπειρωτικής Ελλάδας, που βλέπουν το βιοπορισμό τους να χάνεται μέρα με τη μέρα, δεν χρειάζονται άλλες συσκέψεις. Χρειάζονται πράξεις.
Tο Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης οφείλει επιτέλους να περάσει από τις δηλώσεις στη δράση. Γιατί κάθε μέρα καθυστέρησης κοστίζει όχι μόνο σε οικονομικούς όρους, αλλά και σε αξιοπιστία απέναντι σε έναν ολόκληρο κλάδο που νιώθει εγκαταλελειμμένος.



