Στο επίκεντρο της τελευταίας συνεδρίασης του Περιφερειακού Συμβουλίου Βορείου Αιγαίου βρέθηκε το προσχέδιο του νέου Κώδικα Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με την επικεφαλής της παράταξης «Αλλαγή Πορείας για τα Νησιά μας», Βάσω Χοχλάκα, να καταθέτει σειρά τεκμηριωμένων ενστάσεων. Όπως υποστήριξε, το προτεινόμενο πλαίσιο δεν ενισχύει, αλλά αντιθέτως αποδυναμώνει τον θεσμό της Αυτοδιοίκησης, σε μια περίοδο που τα νησιά καλούνται να διαχειριστούν σύνθετες και αυξανόμενες προκλήσεις.
Κεντρικό σημείο κριτικής αποτελεί η μεταφορά αρμοδιοτήτων χωρίς την αντίστοιχη μεταφορά πόρων και προσωπικού. Σύμφωνα με την κ. Χοχλάκα, το νέο μοντέλο οδηγεί Δήμους και Περιφέρειες να λειτουργούν ως εκτελεστικοί βραχίονες της κεντρικής διοίκησης, χωρίς ουσιαστική διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Η εμπειρία προηγούμενων μεταρρυθμίσεων, που συνοδεύτηκαν από θεσμική ενίσχυση και χρηματοδοτικά εργαλεία, τίθεται ως σημείο αναφοράς απέναντι σε ένα σχέδιο που, όπως επισημάνθηκε, μετακυλύει ευθύνες χωρίς επαρκή κάλυψη.
Η συζήτηση αγγίζει άμεσα την καθημερινότητα των πολιτών. Όπως σημείωσε η κ. Χοχλάκα «όταν μια Περιφέρεια ή ένας Δήμος καλείται να διαχειριστεί κρίσιμους τομείς, από την πολιτική προστασία και τις κοινωνικές δομές έως τις υποδομές και την αγροτική ανάπτυξη, χωρίς σταθερούς πόρους, το αποτέλεσμα μεταφράζεται σε καθυστερήσεις έργων, περιορισμένες υπηρεσίες κι αδυναμία μακροπρόθεσμου σχεδιασμού». Ιδιαίτερη ανησυχία εκφράστηκε για την απουσία σαφούς ρύθμισης σχετικά με τους Κεντρικούς Αυτοτελείς Πόρους (ΚΑΠ), στοιχείο που δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη χρηματοδοτική επάρκεια των Περιφερειών.
Στο θεσμικό επίπεδο, η επικεφαλής της παράταξης έθεσε τρεις βασικούς άξονες που, κατά την άποψή της, θα έπρεπε να συγκροτούν μια ουσιαστική μεταρρύθμιση. Την διοικητική ελευθερία με πραγματική αποκέντρωση αρμοδιοτήτων και υποδομών, την οικονομική αυτοτέλεια χωρίς επιβάρυνση των πολιτών με νέα τέλη και την σαφή θεσμική θωράκιση των αιρετών, με διαχωρισμό πολιτικής, διοικητικής και ποινικής ευθύνης, με διαφάνεια κι αυστηρό έλεγχο της διαφθοράς.
Ιδιαίτερο βάρος δόθηκε, από την κ. Χοχλάκα και στις αλλαγές του εκλογικού συστήματος. «Η κατάργηση του δεύτερου γύρου και η εισαγωγή της εναλλακτικής ψήφου, με δυνατότητα εκλογής δημάρχων και περιφερειαρχών με ποσοστά κάτω του 42%, κρίνονται ως ρυθμίσεις που δεν διασφαλίζουν καθαρή και ισχυρή λαϊκή εντολή. Η θέση που διατυπώθηκε είναι σαφής κι αφορά στη διατήρηση του ορίου 50%+1 για την εκλογή».
Παράλληλα, εκφράστηκε προβληματισμός για τη διεύρυνση της δυνατότητας συνεδριάσεων μέσω τηλεδιάσκεψης, καθώς και για την υποβάθμιση της ειδικής συνεδρίασης λογοδοσίας, από δίμηνη σε τετράμηνη. Η κατάργηση της δυνατότητας σύγκλησης του Περιφερειακού Συμβουλίου με αίτημα του ενός τρίτου των μελών του θεωρείται επιπλέον πλήγμα στη δημοκρατική λειτουργία των συλλογικών οργάνων.
Έντονη κριτική ασκήθηκε και στη ρύθμιση για τον Συμπαραστάτη του Πολίτη και της Επιχείρησης. Η πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση μη εκλογής από το Συμβούλιο, ο ορισμός θα γίνεται από τον Ελεγκτή Νομιμότητας, εκτιμάται ότι αλλοιώνει τον ανεξάρτητο χαρακτήρα του θεσμού και απομακρύνει τον πολίτη από μια ουσιαστική δικλείδα ελέγχου της διοίκησης. Να σημειωθεί ότι η συζήτηση δεν περιορίζεται σε εσωτερικές θεσμικές ισορροπίες. Τέθηκαν ζητήματα συμβατότητας με το Σύνταγμα και τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Τοπικής Αυτονομίας, με αναφορά στη Σύσταση 539 (2025) του Κογκρέσου Τοπικών και Περιφερειακών Αρχών του Συμβουλίου της Ευρώπης, που επισημαίνει την αδυναμία και την περιορισμένη αυτονομία του περιφερειακού επιπέδου στην Ελλάδα. Στο ίδιο πλαίσιο, η υπαγωγή των Περιφερειακών Ενοτήτων στο Υπουργείο Εσωτερικών ερμηνεύεται ως περαιτέρω ενίσχυση του συγκεντρωτισμού.
Για τα νησιά του Βορείου Αιγαίου, η διάσταση της νησιωτικότητας αναδείχθηκε ως κομβική. Προτάθηκε η εισαγωγή δείκτη νησιωτικότητας, ώστε να λαμβάνονται υπόψη το αυξημένο κόστος μεταφορών, η γεωγραφική απομόνωση και οι ιδιαιτερότητες των τοπικών οικονομιών. Παράλληλα, τέθηκαν ζητήματα ενίσχυσης των κοινοτήτων με αυτόνομα ψηφοδέλτια κι αυξημένη πάγια επιχορήγηση, διατήρησης των σχολικών επιτροπών κι ανάπτυξης πολιτικών για την αντιμετώπιση του δημογραφικού και της εγκατάλειψης της υπαίθρου. Τέλος, το μήνυμα που έστειλε, μέσω της τοποθέτησής της η κ. Χοχλάκα είναι ξεκάθαρο, καθώς μεταξύ των άλλων υποστήριξε ότι «η Τοπική Αυτοδιοίκηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως απλός διαχειριστής αποφάσεων που λαμβάνονται αλλού. Οι πολίτες δικαιούνται μια ισχυρή, αυτοδύναμη και δημοκρατική Τοπική Αυτοδιοίκηση που στέκεται δίπλα τους, υπερασπίζεται τα συμφέροντά τους και υπηρετεί την κοινωνία, τη συνοχή και την περιφερειακή ανάπτυξη».



