Γράφει η Θάλεια Βουγδή
“Τα πιο ωραία λαϊκά σε σπίτια με μωσαϊκά τα είχαμε χορέψει”… λέει το λαϊκό άσμα, θυμίζοντάς μας τα νεανικά πάρτι όπου τα ζευγάρια στροβιλίζονταν σε μαύρα, κόκκινα ή πράσινα μωσαϊκά πατώματα σαλονιών των αστικών κατοικιών πίνοντας βερμούτ και ακούγοντας τον Έλβις Πρίσλει στο πικάπ…
Σε μια εποχή που η ταχύτητα και η μαζική παραγωγή κυριαρχούν, υπάρχουν τέχνες που αντιστέκονται σιωπηλά στο χρόνο. Μια από αυτές είναι η τέχνη του μωσαϊκού, μια τέχνη βαθιά ριζωμένη στην ελληνική παράδοση, που κουβαλά ιστορία, κόπο και αισθητική αρμονία.

Οι τεχνίτες του μωσαϊκού, οι γνωστοί ψηφιδοθέτες υπήρξαν για δεκαετίες βασικοί δημιουργοί της εικόνας των ελληνικών μεγαλουπόλεων. Από τις πολυκατοικίες της μεταπολεμικής Ελλάδας μέχρι τις εισόδους δημόσιων κτιρίων και τα δάπεδα καταστημάτων, το μωσαϊκό αποτέλεσε αναπόσπαστο στοιχείο της καθημερινότητας. Δεν ήταν απλά ένα οικοδομικό υλικό, ήταν τέχνη.
Η διαδικασία κατασκευής του απαιτούσε ακρίβεια, εμπειρία και υπομονή αλλά και καλλιτεχνικό ταλέντο, ώστε ο τεχνίτης να αναμειγνύει τα χρώματα με γούστο και να βγαίνει ένα αισθητικό αποτέλεσμα μοναδικό. Επίσης όφειλε να γνωρίζει πώς να απλώσει ομοιόμορφα τις ψηφίδες, να διαλέξει τα κατάλληλα χρώματα, να προετοιμάσει σωστά το κονίαμα και να ολοκληρώσει το έργο με επίπονο τρίψιμο και γυάλισμα. Κάθε επιφάνεια ήταν μοναδική, ένα έργο που έφερε τη σφραγίδα του δημιουργού του.

Στη Μυτιλήνη της ανοικοδόμησης των δεκαετιών του ‘60 και του ‘70 κυρίως, οι τεχνίτες του μωσαϊκού ήταν πολλοί και καλοί. Είχαν πολλή δουλειά και μερικοί από αυτούς ήταν δυσεύρετοι στην πιάτσα της οικοδομής.
Συνομιλήσαμε με έναν παλιό τεχνίτη μωσαϊκών, συνταξιούχο πλέον, τον Κώστα Μαγνήσαλη, έναν άνθρωπο που δούλεψε δεκαετίες ολόκληρες στην οικοδομή κατασκευάζοντας απίθανης ομορφιάς μωσαϊκά, πραγματικά έργα τέχνης που αντέχουν στο χρόνο δεκαετίες τώρα.
«Ξεκίνησα από τα 10 μου χρόνια τη δουλειά αυτή», μας είπε. «Ο πατέρας μου με ρώτησε αν ήθελα να συνεχίσω το σχολείο ή να μάθω μια τέχνη και εγώ χωρίς δεύτερη σκέψη αποφάσισα να μάθω την τέχνη του μωσαϊκού. Ξεκίνησα λοιπόν από μικρός, στην αρχή κοντά στους τεχνίτες που ήξεραν τη δουλειά, να μαθαίνω τα μυστικά της τέχνης και γρήγορα μπήκα στο πετσί της δουλειάς. Μου άρεσε πολύ να αναμειγνύω τις ψηφίδες, να επιλέγω τα χρώματα στα δωμάτια, πολλές φορές σε συνεργασία με τους ιδιοκτήτες των σπιτιών, και να κάνω προσεκτική επιλογή των υλικών ώστε το αποτέλεσμα να βγει καλό».
Τον ρωτήσαμε ποια ήταν η διαδικασία για να γίνει ένα πάτωμα. Μας εξήγησε πως στην αρχή έριχναν στο πάτωμα το λευκό πετραδάκι (γαρμπίλι ψιλό) και το έστρωναν καλά, να κάτσει κάτω, αναμειγνύοντάς το με τσιμέντο στεγνό. Στη συνέχεια επέλεγαν το χρώμα που ήθελαν να βγει και έριχναν από πάνω τα χρωματιστά πετράδια (πράσινα, κόκκινα, μπλε, κίτρινα, μαύρα). Αφού τα έστρωναν με τα χέρια ώστε να κάτσουν κάτω ομοιόμορφα και να πάνε παντού, στη συνέχεια με έναν βαρύ κύλινδρο το πατούσαν πολλές φορές ώστε να στρωθεί και να κάτσει ομοιόμορφα πάνω στο πάτωμα. Κατόπιν αφού έριχναν από πάνω φάρμακα ώστε το υλικό να δέσει και να σταθεροποιηθεί, έριχναν και το «αριάνι» για να κολλήσουν οι πέτρες, να καλυφθούν οι αρμοί και ξεκινούσαν να τρίβουν με τις μηχανές.

Οι μηχανές αυτές τα πρώτα χρόνια ήταν βενζινοκίνητες και πολύ βαριές. «Ήταν πολύ δύσκολη δουλειά γιατί πέρα από το ότι στην οικοδομή αναπνέαμε τη σκόνη που έβγαινε από το τρίψιμο του χαλικιού, ανασαίναμε και τις αναθυμιάσεις της βενζίνης που έβγαινε από τη μηχανή. Όσο για το θόρυβο ήταν εκκωφαντικός σε σημείο που οι περισσότεροι τεχνίτες μετά από χρόνια δουλειάς είχαν προβλήματα με την ακοή τους. Δύσκολη δουλειά και πολύ βαριά», μας λέει ο κύριος Κώστας. «Στη συνέχεια» – συνεχίζει τη διήγηση του – «βγήκαν οι ηλεκτρικές μηχανές και κάπως η κατάσταση ήταν καλύτερη, αλλά και πάλι η σκόνη ήταν πολλή και ο θόρυβος το ίδιο. Ήταν δύσκολη η δουλειά τα χρόνια αυτά. Δεν υπήρχαν τα αναβατόρια, όλα τα υλικά έπρεπε να τα κουβαλούμε στην πλάτη. Μηχανές, υλικά, τσουβάλια με χαλίκια τα πηγαίναμε τρεις και τέσσερις ορόφους ψηλά στις πολυκατοικίες για να δουλέψουμε. Δύσκολα χρόνια…».
Τον ρωτάμε τι γίνεται σήμερα αν κάποιος θέλει να κάνει ένα πάτωμα μωσαϊκό. Μας εξηγεί πως δυστυχώς δεν υπάρχουν τεχνίτες πλέον να ασχολούνται. «Φεύγουμε και εμείς σιγά-σιγά και έτσι δεν θα υπάρχει κανείς στο τέλος να τους μάθει τη δουλειά», μας λέει ο κύριος Κώστας. Παράλληλα μας εξηγεί πως σήμερα πλέον για να κάνει κάποιος ένα πάτωμα μωσαϊκό στοιχίζει πολλά χρήματα και είναι πιο δαπανηρό από το να βάλεις πλακάκια ή συνθετικά πατώματα (λαμινέιτ κλπ.). Έτσι δεν υπάρχουν πολλοί να τα προτιμούν. Περισσότεροι είναι αυτοί που αν τα βρουν στα σπίτια που αγοράζουν τα γυαλίζουν και τα συντηρούν, αντιλαμβανόμενοι την καλλιτεχνική και αισθητική τους αξία, που είναι μοναδική.
Έτσι η τέχνη αυτή που άνθισε ιδιαίτερα στην μεταπολεμική Ελλάδα σήμερα φθίνει. Οι τεχνίτες λιγοστεύουν και οι νεότερες γενιές στρέφονται σε πιο σύγχρονα επαγγέλματα, ενώ υπάρχουν και οι πιο οικονομικές και εύκολες λύσεις δόμησης που έχουν απλουστεύσει τα πράγματα και έχουν παραγκωνίσει την τέχνη του μωσαϊκού.
Τα τελευταία χρόνια βέβαια παρατηρείται μια μικρή αισιόδοξη επιστροφή. Παρά όμως αυτή την αναβίωση, το μέλλον της τέχνης αυτής εξαρτάται κυρίως από τους ανθρώπους της. Οι εναπομείναντες τεχνίτες κρατούν ζωντανή μια παράδοση που κινδυνεύει να χαθεί. Θα πρέπει όμως να διδάξουν όσο υπάρχουν ακόμα στη ζωή την τέχνη τους στους νέους ως ένα κομμάτι της πολιτιστικής μας ταυτότητας.
Το μωσαϊκό δεν είναι απλά παρελθόν. Είναι μνήμη, είναι τέχνη και ιστορία αποτυπωμένη σε πέτρα και χρώμα. Και όσο υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που το υπηρετούν υπάρχει ελπίδα να συνεχίσει να στολίζει τους χώρους και τις ζωές μας…



