ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΡΙΜΠΑΣ: 80 χρόνια Τσαγκαράδικο

Spread the love

Γράφει η Θάλεια Βουγδή 

Υπάρχουν πολλά επαγγέλματα που με την πάροδο των χρόνων και τον εκσυγχρονισμό που έφερε η βιομηχανική επανάσταση χάθηκαν και μαζί τους χάθηκε και η τέχνη όταν έφυγαν από το επάγγελμα και οι τελευταίοι τεχνίτες.

Ένα από αυτά τα επαγγέλματα είναι κι αυτό του τσαγκάρη. Σήμερα όταν λέμε τσαγκάρης εννοούμε τον τεχνίτη που επιδιορθώνει τα χαλασμένα μας παπούτσια. Ο τσαγκάρης όμως δεν έκανε μόνο αυτή τη δουλειά. Η κύρια δουλειά του τσαγκάρη τις περασμένες δεκαετίες ήταν να φτιάχνει παπούτσια από την αρχή.

Το τσαγκαράδικο, ο χώρος όπου ήταν στημένος ο πάγκος του με όλα τα σύνεργα, ήταν ένα μικρό σύγχρονο εργαστήριο της τότε εποχής. Στον πάγκο έβλεπες βελόνες, σακοράφες, σουβλιά, σφυράκια, λίμες, τανάλιες καλαπόδια, που έβαζε μέσα στο παπούτσι. Δεν υπήρχαν τότε κόλλες και μηχανές. Εκεί, σκυμμένος πάνω από τον πάγκο του, ο τσαγκάρης δούλευε ώρες ατελείωτες φορώντας πάντα τη χαρακτηριστική δερμάτινη ποδιά του. Εκεί δεχόταν και τις παραγγελίες των πελατών του. Στις μεγάλες πόλεις υπήρχαν μεγάλα τσαγκαράδικα, όπου δούλευαν πολλοί τσαγκάρηδες, μαζί με καλφάδες και τσιράκια, ενώ στα μικρότερα τσαγκαράδικα πάντα δίπλα στον τσαγκάρη υπήρχε και ένας νέος που μάθαινε τη δουλειά.

Ένα τέτοιο τσαγκαράδικο, ίσως το τελευταίο που υπάρχει σε όλη τη Μυτιλήνη, επισκεφτήκαμε πρόσφατα. Το τσαγκαράδικο του Παναγιώτη Πρίμπα, που βρίσκεται στην Κουμιδιά. Ο χώρος μικρός, αλλά άνετος ώστε να χωρά όλα τα εργαλεία και τα προϊόντα, ο πάγκος απέναντι από την πόρτα ώστε ο Παναγιώτης χωρίς να σταματά τη δουλειά του, να σηκώνει τα μάτια και να λέει μια χαμογελαστή καλημέρα στον πελάτη και στα ράφια τα διάφορα εργαλεία για την επιδιόρθωση των παπουτσιών. Πίσω του ακριβώς η πρώτη επιγραφή του μαγαζιού με την λέξη ΤΣΑΓΚΑΡΑΔΙΚΟ 1941 Παν. Πρίμπας και στην άλλη πλευρά σειρά φωτογραφιών, όπου ένας ασπρομάλλης κύριος καθόταν στη θέση που κάθεται τώρα ο Παναγιώτης και δίπλα του ο Παναγιώτης σε νεαρή ηλικία παρακολουθούσε τον μάστορα προσεχτικά.

Αφού μας κέρασε καφέ τον ρωτήσαμε για τη δουλειά του. Μας εξήγησε πως σήμερα δεν υπάρχει τόση πολλή δουλειά γιατί οι περισσότεροι πετάνε τα παπούτσια τους όταν χαλάσουν και αγοράζουν άλλα με μεγάλη ευκολία. Βέβαια μας είπε πως υπάρχουν και κάποιοι που ειδικά αν έχουν αγοράσει ακριβά παπούτσια δεν τα πετάνε και όταν χρειαστούν επισκευή τα πηγαίνουν στο μαγαζί του. Είναι βέβαια και αρκετοί που γκρινιάζουν για τις ακριβές τιμές της επισκευής, αλλά ο Παναγιώτης μας διευκρίνισε πως είναι πολύ ακριβά τα υλικά πλέον και πρέπει να ψάξει κάθε φορά που χρειάζεται μια ειδική σόλα (π.χ. για ένα αθλητικό παπούτσι) ή να κάνει κάποια επισκευή πιο εξειδικευμένη. 

Τον ρωτάμε πώς επέλεξε αυτή τη δουλειά. «Ο θείος και νονός μου», εξηγεί, «και συνονόματός μου ο Παναγιώτης Πρίμπας (και μας δείχνει τη φωτογραφία του) ήταν ο πρώτος ιδιοκτήτης του μαγαζιού. Άνοιξε το μαγαζί το 1941 όταν γύρισε από τον πόλεμο. Τότε τα τσαγκαράδικα είχαν πολλή δουλειά. Ο κόσμος δεν είχε λεφτά για καινούργια παπούτσια, πεινούσε. Και έτσι όλοι επιδιόρθωναν τα παπούτσια τους για να τα κρατήσουν όσο το δυνατόν πιο πολύ. Το μαγαζί του θείου μου τότε είχε προσωπικό τρεις μάστορες και 4 βοηθούς για να προλαβαίνει τις δουλειές». 

Με τα χρόνια η δουλειά άλλαξε ρυθμό. Τα έτοιμα παπούτσια κυριάρχησαν στην αγορά και ο κόσμος έχοντας μεγαλύτερη οικονομική ευχέρεια σπάνια επισκεύαζε τα παπούτσια που χαλούσαν. «Ο θείος μου μεγάλωσε και χρειαζόταν έναν βοηθό. Εγώ παρόλο που έβγαλα το Λύκειο και ήμουν καλός μαθητής επέλεξα στην ηλικία των 28 ετών να μάθω την τέχνη του τσαγκάρη γιατί μου άρεσε πολύ. Ξεκίνησα κοντά στον θείο και νονό μου να μαθαίνω σταδιακά τη δουλειά και πολύ σύντομα είχα πάρει με την καθοδήγησή του την απαραίτητη γνώση. Ο μάστρο Παναγιώτης, ο τελευταίος από τους παλιούς τσαγκάρηδες δίπλα μου πάντα μέχρι το τέλος της ζωής του, το 2005, με κληροδότησε με όλες τις εμπειρίες και τις κακοτοπιές της δουλειάς. Έτσι η επιχείρηση μετά την συνταξιοδότησή του ήρθε στα χέρια μου και παραμένει μέχρι σήμερα ώσπου να πάρω και εγώ από δω τη σύνταξή μου», εξιστορεί.

Τον ρωτάμε αν έχει δουλειά, αν βγαίνει το μεροκάματο. Ο Παναγιώτης χωρίς να χάνει το χαμόγελό του μας εξηγεί πως τώρα είναι δύσκολα τα πράγματα. Αν και πολλοί έρχονται για να επισκευάσουν τα παπούτσια τους δεν πληρώνουν εύκολα το ανάλογο ποσό επειδή το θεωρούν ακριβό. Αλλά, όπως μας λέει, οι πρώτες ύλες (κόλλες, σόλες κλπ.) είναι ακριβές και στοιχίζουν. Οπότε το ποσό της επισκευής ανεβαίνει αναγκαστικά. Δεν έχει όμως παράπονο. Ο κόσμος τον εμπιστεύεται χρόνια τώρα. «Δόξα τω Θεώ», τονίζει, «δύο παιδιά σπούδασα από το μαγαζί αυτό». 

Τον ρωτάμε τι υπηρεσίες μπορεί να βρει σήμερα ο πελάτης στο κατάστημά του: «Έχω σόλες για όλα τα είδη, από ορειβατικά και εργασίας μέχρι χορού και αθλητικά. Επισκευάζω τακούνια, κάνω αλλαγές τακουνιών, κοψίματα μύτης σε γόβες, αλλαγές χρωμάτων και ανανεώσεις. Ραψίματα για τσάντες, παπούτσια, αλλαγή χεριών σε τσάντες, αλλαγή οδηγών σε φερμουάρ, καθώς και τοποθέτηση καινούργιων φερμουάρ σε τσάντες, παπούτσι και μπουφάν. Επίσης μετά την πρόσφατη ανακαίνιση του καταστήματος θα βρείτε μεγάλη ποικιλία σε κορδόνια και άλλα αξεσουάρ, χρώματα ανανέωσης, σπρέι αδιαβροχοποίησης – βαφής καθώς και ανατομικούς συνήθεις πάτους στις καλύτερες τιμές».

Σήμερα το τσαγκαράδικο κλείνοντας την 3η δεκαετία λειτουργίας με τον Παναγιώτη Πρίμπα στο τιμόνι του και την 8η δεκαετία συνολικά συνεχόμενη λειτουργία του, παραμένει ανοιχτό και ο ίδιος εξυπηρετεί με χαμόγελο και καλή διάθεση τους πελάτες του, αντέχοντας στο χρόνο και στον άκρατο καταναλωτισμό που θέλει όλα να τα πετάμε και τίποτα να μην επιδιορθώνουμε. 

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση