Γράφει η Θάλεια Βουγδή
Ένα σχολείο στο οποίο ο μαθητής δεν σέβεται, ο γονιός δεν στηρίζει, ο εκπαιδευτικός δεν αξιολογείται και το κράτος δεν απαιτεί, είναι ένα σχολείο υπό διάλυση. Είναι ένα σχολείο όπου ο δάσκαλος σταδιακά έπαψε να είναι δάσκαλος.
Κάποτε ο εκπαιδευτικός διέθετε κύρος. Όχι επειδή ήταν αλάνθαστος ή σπουδαίος αλλά επειδή το σύστημα, η κοινωνία και η οικογένεια αναγνώριζαν ότι μέσα στην τάξη υπάρχει μια σαφής παιδαγωγική σχέση. Κάποιος διδάσκει και κάποιος μαθαίνει. Σήμερα αυτή η ισορροπία μοιάζει να έχει καταρρεύσει.
Στη θέση της σχέσης δασκάλου-μαθητή έχει συχνά εμφανιστεί μια στρεβλή αντίληψη οριζόντιας συνύπαρξης όπου τα όρια δεν είναι σαφή. Ο εκπαιδευτικός καλείται να ανταποκριθεί σε πολλαπλές απαιτήσεις. Να είναι παιδαγωγός, ψυχολόγος, κοινωνικός λειτουργός, διαχειριστής κρίσεων και διοικητικός υπάλληλος. Και τελικά να απολογείται επειδή δεν ενέπνευσε τους μαθητές του που τον απαξιώνουν.
Η συμπεριφορά όμως αυτή δεν διαμορφώνεται μέσα στην τάξη. Η οικογένεια, ως ο πρώτος και σημαντικός φορέας διαπαιδαγώγησης, φέρει καθοριστική ευθύνη για τη στάση των παιδιών απέναντι στους εκπαιδευτικούς. Όταν ο σεβασμός δεν καλλιεργείται στο σπίτι, το σχολείο καλείται να καλύψει ένα κενό που δεν του αναλογεί. Από την άλλη το εκπαιδευτικό σύστημα δεν καλύπτει τον εκπαιδευτικό όταν υπάρχουν φαινόμενα βίας προς τον ίδιο, αποδυναμώνοντας τον εκπαιδευτικό του ρόλο.
Στο πλαίσιο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία η αποτύπωση διαφορετικών οπτικών. Τα ΝΕΑ της Λέσβου σε πολλές περιπτώσεις έχουν δώσει βήμα σε γονείς, οι οποίοι καταγγέλλουν (τις περισσότερες φορές ανώνυμα) εκπαιδευτικούς για τη συμπεριφορά τους ως προς τους μαθητές, αναγνωρίζοντας ότι υπάρχουν κάποιες, λίγες ευτυχώς, περιπτώσεις που όντως υπάρχει πρόβλημα. Επειδή όμως η ενημέρωση δεν πρέπει να είναι μονόπλευρη και ο δημοσιογράφος οφείλει να δίνει βήμα σε όλες τις φωνές, σήμερα φιλοξενούμε την άποψη της Γεωργίας Ανδριώτου, εκπαιδευτικού επί 25 χρόνια και συγγραφέα, που γνωρίζει καλά τι συμβαίνει μέσα στις αίθουσες, αλλά και της Αναστασίας Ζήση καθηγήτριας Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, η οποία θα φωτίσει το κρίσιμο αυτό θέμα από την κοινωνιολογική του σκοπιά.
Μαθητές χωρίς όρια, εκπαιδευτικοί χωρίς ασφάλεια
Από την Γεωργία Ανδριώτου-εκπαιδευτικό-συγγραφέα
«Ο τραγικός θάνατος της εκπαιδευτικού Σοφίας Χρηστίδου, μετά από αιμορραγικό εγκεφαλικό επεισόδιο, για τον οποίο έχει διαταχθεί εισαγγελική έρευνα, ανέδειξε τα σοβαρά προβλήματα που εμφανίζονται στα σχολεία, αφήνοντας εκτεθειμένους μαθητές και εκπαιδευτικούς.
Η απώλειά της άνοιξε «τον ασκό του Αιόλου», επαναφέροντας στην επικαιρότητα τη συζήτηση για την έλλειψη ορίων στα παιδιά από την οικογένεια, καθώς και την έλλειψη της επίγνωσης πως οι πράξεις μας έχουν συνέπειες. Η δύσκολη καθημερινότητα, η κόπωση, το άγχος, η οικονομική ανασφάλεια, η έλλειψη χρόνου ή υπομονής, αποτελούν παράγοντες που μπορεί να δυσκολεύουν τους γονείς στην οριοθέτηση των παιδιών τους, αλλά δεν μπορούν να αποτελούν άλλοθι που τους απαλλάσσει από την προσωπική τους ευθύνη.
Ως αποτύπωμα της εποχής, παρατηρείται πολλά παιδιά να μεγαλώνουν μέσα στη «γυάλα» της γονεϊκής υπερπροστατευτικότητας, με επιπτώσεις στην αρμονική ανάπτυξή τους. Η αλληλεπίδραση με τους άλλους, ωστόσο, προϋποθέτει κοινωνικές και συναισθηματικές δεξιότητες, όπως η ενσυναίσθηση, η διαχείριση των συγκρούσεων, ο αυτοέλεγχος, ο σεβασμός, οι οποίες καλλιεργούνται κατά κύριο λόγο στο οικογενειακό περιβάλλον.
Στο προσκήνιο, όμως, βρίσκεται και ο έντονος προβληματισμός της εκπαιδευτικής κοινότητας για την αυξανόμενη πίεση που δέχονται οι εκπαιδευτικοί, τόσο από την κριτική και την παρεμβατικότητα των γονέων, όσο και από την αδυναμία της διοίκησης να διασφαλίσει ένα ασφαλές εργασιακό περιβάλλον. Η πίεση αυτή ενισχύει το φαινόμενο της επαγγελματικής εξουθένωσης των εκπαιδευτικών, επιβαρύνοντας τη σωματική, ψυχική και συναισθηματική τους υγεία εξαιτίας του καθημερινού εργασιακού στρες.
Η απόδοση ευθυνών, ωστόσο, δεν μπορεί να είναι μονομερής, δεδομένου ότι τα παιδιά δεν ευθύνονται για τις αδυναμίες των ενηλίκων. Από τη μια, οι γονείς οφείλουν να θέτουν σαφή όρια και, από την άλλη, να διασφαλίζεται πως οι εκπαιδευτικοί μπορούν να επιτελούν το έργο τους απρόσκοπτα και σε ένα υποστηρικτικό πλαίσιο.
Προτεραιότητα όλων μας οφείλει να είναι το παιδί και η ολόπλευρη ανάπτυξή του. Μόνο μέσα από τη συνεργασία, την εμπιστοσύνη και την ουσιαστική επικοινωνία μεταξύ γονέων και εκπαιδευτικών μπορούμε να υποστηρίξουμε ουσιαστικά τα παιδιά, καθώς η ευθύνη απέναντί τους καθορίζει το μέλλον της ίδιας της κοινωνίας».
Σχέση σχολείου και οικογένειας
Από την Αναστασία Ζήση-Καθηγήτρια Ψυχολογίας, Τμήμα Κοινωνιολογίας, Πανεπιστήμιο Αιγαίου
«Ποια είναι η καθημερινή πραγματικότητα της σύγχρονης ελληνικής οικογένειας σε μια εποχή ολοένα αυξανόμενης αβεβαιότητας, σκληρού ανταγωνισμού και υλικής επισφάλειας; Τι συμβαίνει στο σπίτι όταν η πόρτα κλείνει με θόρυβο για να αρχίσει μια νέα αναμέτρηση με φωνές και αμοιβαίες κατηγορίες; Τι συμβαίνει όταν το παιδί φεύγει από το σπίτι και δεν επιστρέφει το βράδυ; Τι συμβαίνει όταν η Διεύθυνση του σχολείου έχει αποφασίσει την αποβολή του παιδιού σας; Αυτά είναι μερικά μόνο παραδείγματα μιας καθημερινότητας που οι γονείς αντιμετωπίζουν τις περισσότερες φορές μόνοι τους, χωρίς την υποστήριξη ή την συμπαράσταση τρίτων προσώπων.
«Παλεύουμε μόνοι μας», είναι μια φράση που συχνά οι γονείς χρησιμοποιούν για να εκφράσουν τη δυσφορία και την καταπόνηση που βιώνουν όχι μόνο εξαιτίας των δύσκολων συμπεριφορών του/ων παιδιού/ιών τους, αλλά κυρίως εξαιτίας της εγκατάλειψης που αισθάνονται τόσο από το άμεσο κοινωνικό τους περιβάλλον όσο και από το θεσμικό. Οι εκπαιδευτικοί, επίσης, βιώνουν μεγάλη μοναξιά καθώς το θεσμικό περιβάλλον είναι σε γενικές γραμμές ιδιαίτερα επιθετικό απέναντί τους λόγω της αυξημένης γραφειοκρατίας, της επιβολής μιας καταναγκαστικής αξιολόγησης αλλά και των χαμηλών αποδοχών τους. Οι οικογενειακές δυσλειτουργίες που συχνά εκπηγάζουν από την βίωση μιας κατακερματισμένης κοινωνίας, αλλά πιθανώς και μιας γονεϊκής ανεπάρκειας, βρίσκουν ως αποκλειστικούς αποδέκτες τους εκπαιδευτικούς. Οι υψηλές απαιτήσεις των γονέων από τους εκπαιδευτικούς από την μια, και οι αντικειμενικοί περιορισμοί των εκπαιδευτικών από την άλλη χρήζουν μιας μεγαλύτερης και βαθύτερης δημόσιας προσοχής και κατανόησης, ώστε να προστατευθούν με τον καλύτερο τρόπο οι ανάγκες του παιδιού, της μαθητικής κοινότητας. Η εκτόνωση των εντάσεων που δημιουργούνται από αμοιβαία δυσπιστία και αντιφατικές προσδοκίες μπορεί να υπάρξει μέσα από την εκλεπτυσμένη άσκηση εποικοδομητικού διαλόγου, αλλά και την δημιουργία ενδιάμεσων χώρων, όπως οι λέσχες ανάγνωσης και οι δραστηριότητες στη φύση είτε από κοινού (γονείς και εκπαιδευτικοί), είτε ως ξεχωριστές ομάδες. Η στελέχωση των σχολικών μονάδων με λειτουργούς της ψυχικής υγείας και η καλλιέργεια ενός σχολικού κλίματος που ενθαρρύνει τους γονείς, τα παιδιά και τους εκπαιδευτικούς σε δράσεις πολιτισμού και φυσιολατρίας είναι ένα αντίδοτο στην κοινωνική πίεση που τα εμπλεκόμενα μέρη βιώνουν».



