Η συζήτηση γύρω από το περιστατικό της Κάσου το καλοκαίρι του 2024 επανέρχεται σήμερα με αφορμή την προετοιμασία νέων θαλάσσιων ερευνών για την Great Sea Interconnector (GSI), την ηλεκτρική διασύνδεση Κρήτης-Κύπρου. Σε αρκετές δημόσιες αναφορές το επεισόδιο εκείνο περιγράφεται ως «αποτυχημένη πόντιση καλωδίου». Η διατύπωση αυτή, όμως, είναι τεχνικά ανακριβής και μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα τόσο για το τι συνέβη το 2024 όσο και για το τι πρόκειται να γίνει τώρα.
Τον Ιούλιο του 2024, στην περιοχή Κάσου-Καρπάθου, δεν γινόταν εγκατάσταση του ηλεκτρικού καλωδίου. Το ιταλικό ερευνητικό πλοίο Ievoli Relume της NextGeo πραγματοποιούσε, για λογαριασμό της γαλλικής Nexans, θαλάσσιες έρευνες βυθού και χάραξης της τελικής όδευσης του καλωδίου. Επρόκειτο για τη φάση που διεθνώς χαρακτηρίζεται ως pre-lay seabed ή route survey, δηλαδή για την τεχνική προετοιμασία πριν από την πραγματική πόντιση.
Η διάκριση είναι ουσιαστική. Άλλο είναι να χαρτογραφείται ο πυθμένας, να εντοπίζονται εμπόδια, κλίσεις, γεωλογικές ιδιαιτερότητες και κατάλληλα σημεία διέλευσης, και άλλο να μεταφέρεται και να εγκαθίσταται στον βυθό ένα βαρύ και μηχανικά ευαίσθητο σύστημα HVDC εκατοντάδων χιλιομέτρων. Το survey vessel αναζητεί την ασφαλέστερη διαδρομή. Το cable-laying vessel ακολουθεί αργότερα αυτή τη διαδρομή και εκτελεί την ίδια την εγκατάσταση.
Τι συνέβη στην Κάσο
Οι έρευνες βυθού για τη διαδρομή Κρήτης-Κύπρου είχαν ξεκινήσει τον Ιούνιο του 2024. Στις 23-24 Ιουλίου σημειώθηκε ελληνοτουρκική ένταση, με παρουσία πολεμικών πλοίων, όταν το Ievoli Relume κινήθηκε εκτός των ελληνικών χωρικών υδάτων. Η Αθήνα θεωρεί ότι στην περιοχή υφίστανται ελληνικά δικαιώματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ, μεταξύ άλλων βάσει της μερικής συμφωνίας οριοθέτησης Ελλάδας-Αιγύπτου, ενώ η Τουρκία προβάλλει διαφορετικές αξιώσεις θαλάσσιας δικαιοδοσίας.
Παρά την ένταση, ο ΑΔΜΗΕ ανακοίνωσε στις 24 Ιουλίου 2024 ότι το Ievoli Relume ολοκλήρωσε τις εργασίες του στα διεθνή ύδατα μεταξύ Κάσου και Καρπάθου «σύμφωνα με τον προγραμματισμό». Η ανακοίνωση αυτή δεν σημαίνει ότι ολοκληρώθηκε ολόκληρη η πολυμηνιαία εκστρατεία ερευνών. Δείχνει, όμως, ότι δεν τεκμηριώνεται κάποια τεχνική αποτυχία πόντισης. Αργότερα, τον Απρίλιο του 2025, ο ΑΔΜΗΕ επιβεβαίωσε ότι η πραγματική εγκατάσταση του καλωδίου στη θάλασσα δεν είχε ακόμη αρχίσει, επειδή οι έρευνες για την τελική όδευση παρέμεναν σε εξέλιξη.
Δεν υπάρχουν επίσης δημόσιες πληροφορίες για θραύση καλωδίου, βλάβη συστήματος πόντισης, απώλεια ROV, αστοχία δυναμικής τοποθέτησης, ατύχημα προσωπικού ή άλλο τεχνικό ή ναυτικό συμβάν. Ούτε εντοπίζεται επίσημη απόδοση της διακοπής ή της καθυστέρησης σε κακοκαιρία. Επομένως, το περιστατικό πρέπει να περιγράφεται πρωτίστως ως γεωπολιτικό και επιχειρησιακό επεισόδιο κατά τη διάρκεια θαλάσσιας έρευνας και όχι ως αποτυχία εγκατάστασης καλωδίου.
Τι αλλάζει το 2026
Η νέα εξέλιξη αφορά και πάλι τη θαλάσσια έρευνα του βυθού. Στις 5 Αυγούστου 2026 ανακοινώθηκαν δύο σημαντικές συμφωνίες: Η είσοδος της γαλλικής Meridiam ως πλειοψηφικού μετόχου της GSI και συμφωνία ΑΔΜΗΕ-GSI-Nexans για την ολοκλήρωση των θαλάσσιων ερευνών, οι οποίες χαρακτηρίστηκαν ως πρώτη προτεραιότητα.
Εδώ απαιτείται μια ακόμη διευκρίνιση. Η Meridiam είναι επενδυτής και μέτοχος του φορέα του έργου. Δεν είναι η εταιρεία που έχει το συμβόλαιο κατασκευής και εγκατάστασης του υποθαλάσσιου καλωδίου. Ο κύριος ανάδοχος των καλωδιακών εργασιών παραμένει η επίσης γαλλική Nexans. Η σύγχυση ανάμεσα στις δύο γαλλικές εταιρείες μπορεί εύκολα να οδηγήσει στην εσφαλμένη εντύπωση ότι η νέα εταιρική συμμετοχή σημαίνει αλλαγή του τεχνικού αναδόχου.
Σύμφωνα με δημόσιες πληροφορίες του Αυγούστου 2026, η επόμενη φάση βυθομετρήσεων αναμένεται να πραγματοποιηθεί από γαλλικό πλοίο. Ωστόσο, έως τις 22 Αυγούστου δεν είχε δημοσιοποιηθεί επίσημα το όνομα του πλοίου, ο operator, ο survey subcontractor, η ακριβής ημερομηνία έναρξης ή το πλήρες επιχειρησιακό πρόγραμμα. Άρα δεν υπάρχει τεκμηριωμένη βάση για να ταυτιστεί αυτό το «γαλλικό πλοίο» με το Nexans Aurora, το Nexans Skagerrak ή άλλο συγκεκριμένο cable-laying vessel.
Με αυτή την έννοια, η επιχείρηση του 2026 μοιάζει πράγματι πολύ με εκείνη της Κάσου το 2024. Και οι δύο αφορούν την ίδια γενική προπαρασκευαστική διαδικασία: Τη χαρτογράφηση και οριστικοποίηση της διαδρομής πριν από την εγκατάσταση. Δεν πρόκειται, όμως, ακόμη για την πραγματική πόντιση.
Η πραγματική πόντιση είναι διαφορετική επιχείρηση
Το Great Sea Interconnector είναι ένα εξαιρετικά απαιτητικό τεχνικό έργο. Το τμήμα Κρήτης-Κύπρου έχει μήκος περίπου 898 χιλιόμετρα και έχει εξασφαλίσει σημαντική ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Η Nexans έχει αναλάβει το turnkey supply and installation των καλωδίων, με τεχνική διαμόρφωση 525 kV HVDC, mass-impregnated, σε διπολική διάταξη συνολικού μήκους περίπου 2×900 χιλιομέτρων. Σε ορισμένα τμήματα η διαδρομή ξεπερνά τα 3.000 μέτρα βάθος.
Η αρχική σύμβαση της Nexans ονοματίζει ως πλοία πόντισης τα Nexans Aurora και Nexans Skagerrak. Πρόκειται για εξειδικευμένα cable-laying vessels, επιχειρησιακά πολύ διαφορετικά από ένα survey vessel, όπως το Ievoli Relume. Κατά την πραγματική εγκατάσταση πρέπει να ελέγχονται συνεχώς η τάση του καλωδίου, η ακτίνα κάμψης, η γεωμετρία του σημείου επαφής με τον πυθμένα, η δυναμική τοποθέτηση του πλοίου, η ακεραιότητα των συνδέσεων και οι επιπτώσεις του καιρού και των θαλάσσιων ρευμάτων.
Σε περίπτωση διακοπής, οι διαδικασίες εγκατάλειψης και ανάκτησης του καλωδίου είναι πολύ πιο δύσκολες και δαπανηρές από μια προσωρινή διακοπή μιας γραμμής μέτρησης. Η πραγματική πόντιση απαιτεί αυστηρότερα metocean criteria, λεπτομερή installation engineering και σχέδια αντιμετώπισης έκτακτων καταστάσεων.
Επιπλέον, δεν είναι τεκμηριωμένο ότι θα χρησιμοποιηθεί μία ενιαία μέθοδος προστασίας σε όλη τη διαδρομή. Ανάλογα με το βάθος, τη γεωλογία και τις τοπικές απειλές, μπορεί να εφαρμοστούν ταφή, jetting, ploughing, προστατευτικά στρώματα ή επιφανειακή τοποθέτηση στα πολύ βαθιά τμήματα. Η τελική route-specific μεθοδολογία ανά τμήμα δεν έχει δημοσιοποιηθεί.
Η κρίσιμη δοκιμή στα 3.000 μέτρα
Ιδιαίτερη σημασία έχει η δοκιμή που πραγματοποίησε η Nexans τον Μάρτιο του 2026. Η εταιρεία εγκατέστησε δοκιμαστικά τμήμα του συγκεκριμένου καλωδίου 525 kV MI HVDC, με σύνδεσμο, σε βάθος 3.000 μέτρων, το ανέκτησε και το υπέβαλε σε ηλεκτρικές και οπτικές δοκιμές. Σύμφωνα με τη Nexans, η ακεραιότητα του συστήματος επιβεβαιώθηκε και ακολούθησε δοκιμή υψηλής τάσης σε επίπεδο υψηλότερο από το συνήθως εφαρμοζόμενο βιομηχανικό επίπεδο.
Η επιτυχής αυτή δοκιμή δεν εξαλείφει τον κίνδυνο μιας πλήρους εγκατάστασης περίπου 900 χιλιομέτρων. Αποτελεί, όμως, σημαντικό τεχνικό de-risking και πολύ ισχυρότερη ένδειξη για τη δυνατότητα βαθιάς πόντισης από οποιοδήποτε συμπέρασμα θα μπορούσε να εξαχθεί από το περιστατικό της Κάσου.
Ποιο ρίσκο της Κάσου παραμένει
Εάν ως «αποτυχία της Κάσου» εννοούμε αποτυχία της τεχνολογίας πόντισης, τότε το περιστατικό δεν έχει ουσιαστικά καμία προγνωστική αξία, διότι το καλώδιο δεν ποντιζόταν. Δεν δοκιμάστηκαν τότε ούτε τα βαθιά νερά, ούτε η αντοχή των joints, ούτε τα μηχανικά όρια του καλωδίου, ούτε οι δυνατότητες των Aurora και Skagerrak.
Εάν, όμως, εννοούμε δυσκολία ανεμπόδιστης εκτέλεσης των εργασιών κατά μήκος της σχεδιαζόμενης όδευσης, τότε η Κάσος αποτελεί σημαντικό προηγούμενο. Ο σημαντικότερος κοινός κίνδυνος μεταξύ της έρευνας και της μελλοντικής πόντισης είναι γεωπολιτικός και επιχειρησιακός: Η δυνατότητα πρόσβασης και απρόσκοπτης συνέχισης των εργασιών σε θαλάσσιες περιοχές όπου υπάρχουν αντικρουόμενες ελληνοτουρκικές αξιώσεις.
Μάλιστα, κατά την πραγματική πόντιση το πρόβλημα μπορεί να είναι ακόμη σοβαρότερο. Ένα μεγάλο cable-laying vessel, ενώ εκφορτίζει συνεχώς ένα HVDC καλώδιο, δεν έχει την ίδια ευχέρεια να αλλάξει πορεία, να περιμένει ή να διακόψει όπως ένα ερευνητικό πλοίο. Το οικονομικό κόστος μιας διακοπής είναι επίσης πολύ μεγαλύτερο. Γι’ αυτό το γεωπολιτικό ζήτημα δεν είναι μόνο διπλωματικό· μετατρέπεται σε τεχνικό, συμβατικό και χρηματοοικονομικό κίνδυνο του έργου.
Συμπέρασμα
Η ακριβής απάντηση στο αρχικό ερώτημα είναι τριπλή.
Ναι, η επιχείρηση του 2024 στην Κάσο και η νέα επιχείρηση με γαλλικό πλοίο το 2026 αφορούν το ίδιο έργο, το Great Sea Interconnector, και είναι λειτουργικά παρόμοιες, αφού και οι δύο αφορούν θαλάσσιες έρευνες βυθού και όδευσης.
Όχι, καμία από αυτές δεν πρέπει να συγχέεται με την πραγματική πόντιση του ηλεκτρικού καλωδίου από τη Nexans.
Και όχι, το περιστατικό της Κάσου δεν αποδεικνύει τεχνική αδυναμία εγκατάστασης του καλωδίου σε μεγάλα βάθη. Εκείνο που ανέδειξε είναι έναν σημαντικό γεωπολιτικό κίνδυνο πρόσβασης και εκτέλεσης εργασιών, ο οποίος μπορεί να επανεμφανιστεί τόσο στις νέες έρευνες όσο και όταν αρχίσει η πραγματική πόντιση.
Το ουσιαστικό ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν «θα επαναληφθεί μια αποτυχημένη πόντιση». Είναι αν η νέα φάση των ερευνών θα ολοκληρωθεί χωρίς παρεμπόδιση και αν, πριν κινητοποιηθούν τα πολύ ακριβότερα πλοία της εγκατάστασης, θα έχουν εξασφαλιστεί τόσο η τεχνική ωριμότητα της διαδρομής όσο και οι αναγκαίες πολιτικές και επιχειρησιακές συνθήκες για την απρόσκοπτη υλοποίηση του έργου.
*Ο Παράσχος Μανιάτης είναι καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις, Μουσική Σύνθεση & Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε 41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο.




