ΕΜΠΕΡΙΣΤΑΤΩΜΕΝΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗ ΤΟΥ ΠΡΩΤΟΥ ΤΟΜΟΥ: «Κεφάλαιο» του Καρλ Μαρξ

Spread the love

του Παράσχου  Μανιάτη*

Το επισυναπτόμενο έργο δεν περιλαμβάνει απλώς ένα κεφάλαιο, αλλά τον πρώτο τόμο του «Κεφαλαίου» του Καρλ Μαρξ, με υπότιτλο «Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας». Κεντρικός σκοπός του είναι να αποκαλύψει τους βασικούς νόμους λειτουργίας του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής: Πώς παράγεται ο πλούτος, πώς μετατρέπεται η ανθρώπινη εργασία σε εμπόρευμα, πώς δημιουργείται η υπεραξία και πώς η συσσώρευση κεφαλαίου αναπαράγει τόσο τον πλούτο των κατόχων των μέσων παραγωγής όσο και την εξάρτηση των μισθωτών εργαζομένων. 

Το εμπόρευμα, η αξία και η εργασία

Η ανάλυση αρχίζει από το εμπόρευμα, επειδή αυτό αποτελεί την απλούστερη και συγχρόνως τη θεμελιώδη μορφή του πλούτου στις καπιταλιστικές κοινωνίες. Κάθε εμπόρευμα έχει διπλή υπόσταση. Από τη μία διαθέτει αξία χρήσης, δηλαδή την ικανότητα να ικανοποιεί κάποια ανθρώπινη ανάγκη. Από την άλλη έχει ανταλλακτική αξία, δηλαδή μπορεί να ανταλλάσσεται με άλλα εμπορεύματα σε ορισμένες αναλογίες.

Πίσω από τις διαφορετικές ανταλλακτικές σχέσεις ο Μαρξ αναζητεί ένα κοινό μέτρο και το βρίσκει στην ανθρώπινη εργασία. Η αξία ενός εμπορεύματος δεν καθορίζεται από την προσωπική προσπάθεια ενός συγκεκριμένου παραγωγού, αλλά από τον κοινωνικά αναγκαίο χρόνο εργασίας που απαιτείται για την παραγωγή του, υπό τις επικρατούσες τεχνικές και κοινωνικές συνθήκες.

Η εργασία έχει επίσης διπλό χαρακτήρα. Ως συγκεκριμένη εργασία παράγει ιδιαίτερες αξίες χρήσης: Ο ράφτης παράγει ρούχα, ο ξυλουργός έπιπλα και ο γεωργός τρόφιμα. Ως αφηρημένη ανθρώπινη εργασία, όμως, αποτελεί την κοινή ουσία της αξίας όλων των εμπορευμάτων. Όσο αυξάνεται η παραγωγικότητα, τόσο περισσότερα προϊόντα παράγονται σε ορισμένο χρόνο και τόσο μειώνεται συνήθως η αξία κάθε μεμονωμένης μονάδας.

Το χρήμα και η μετατροπή του σε κεφάλαιο

Από την ανταλλαγή των εμπορευμάτων αναπτύσσεται η χρηματική μορφή. Ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα, ιστορικά ο χρυσός ή το ασήμι, καθιερώνεται ως γενικό ισοδύναμο και γίνεται χρήμα.

Η απλή εμπορευματική κυκλοφορία αποδίδεται με τον τύπο Ε-Χ-Ε. Το πρώτο Ε σημαίνει «εμπόρευμα», το Χ σημαίνει «χρήμα» και το δεύτερο Ε ένα διαφορετικό εμπόρευμα. Ο παραγωγός πουλά ένα προϊόν που διαθέτει, λαμβάνει χρήμα και κατόπιν χρησιμοποιεί το χρήμα για να αγοράσει ένα άλλο προϊόν που χρειάζεται. Ο τελικός σκοπός είναι επομένως η κατανάλωση και η ικανοποίηση μιας ανάγκης.

Η καπιταλιστική κυκλοφορία αποδίδεται με τον τύπο Χ-Ε-Χ΄. Ο καπιταλιστής ξεκινά με χρήμα, αγοράζει εμπορεύματα και καταλήγει σε μεγαλύτερο ποσό χρημάτων. Το Χ΄, δηλαδή «Χι τόνος», σημαίνει το αρχικό χρήμα συν μία πρόσθετη αξία. Η διαφορά μεταξύ Χ΄ και Χ είναι η υπεραξία. Εδώ ο σκοπός δεν είναι η κατανάλωση ενός προϊόντος, αλλά η αύξηση του αρχικού κεφαλαίου.

Ο Μαρξ εξετάζει από πού προέρχεται αυτή η αύξηση. Δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο από την ανταλλαγή, επειδή, όταν ανταλλάσσονται ισοδύναμες αξίες, δεν δημιουργείται νέα αξία. Εάν ένας πωλητής κερδίζει απλώς πουλώντας ακριβότερα, κάποιος άλλος χάνει το αντίστοιχο ποσό. Επομένως, η συνολική κοινωνική αξία δεν αυξάνεται μέσα στην κυκλοφορία.

Η εργατική δύναμη και η παραγωγή της υπεραξίας

Η λύση βρίσκεται σε ένα ιδιαίτερο εμπόρευμα: Την εργατική δύναμη, δηλαδή τη σωματική και πνευματική ικανότητα του ανθρώπου να εργάζεται. Ο εργαζόμενος, επειδή δεν διαθέτει τα μέσα παραγωγής και συντήρησής του, αναγκάζεται να πουλήσει την εργατική του δύναμη στον καπιταλιστή.

Η αξία της εργατικής δύναμης καθορίζεται από την αξία των αγαθών που απαιτούνται για τη διατροφή, την ένδυση, τη στέγαση, την εκπαίδευση και γενικότερα τη συντήρηση και αναπαραγωγή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Η ιδιαίτερη ιδιότητά της είναι ότι, κατά τη χρησιμοποίησή της, δημιουργεί περισσότερη αξία από εκείνη που κοστίζει.

Εάν ένας εργάτης παράγει σε έξι ώρες αξία ίση με τον ημερήσιο μισθό του, αλλά εργάζεται συνολικά 12 ώρες, οι υπόλοιπες έξι ώρες αποτελούν απλήρωτη εργασία. Το προϊόν αυτής της πρόσθετης εργασίας είναι η υπεραξία, την οποία ιδιοποιείται ο καπιταλιστής. Η εργάσιμη ημέρα χωρίζεται έτσι σε αναγκαίο χρόνο εργασίας, κατά τον οποίο αναπαράγεται η αξία της εργατικής δύναμης, και σε χρόνο υπερεργασίας, κατά τον οποίο παράγεται η υπεραξία.

Ο Μαρξ διακρίνει το κεφάλαιο σε σταθερό και μεταβλητό. Σταθερό κεφάλαιο είναι η αξία των μηχανών, των κτιρίων, των εργαλείων και των πρώτων υλών. Η αξία αυτή μεταφέρεται στο τελικό προϊόν, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη της νέα αξία. Μεταβλητό κεφάλαιο είναι το ποσό που δαπανάται για την αγορά της εργατικής δύναμης. Ονομάζεται μεταβλητό επειδή, μέσω της εργασίας, όχι μόνο αναπαράγει την αξία του, αλλά δημιουργεί και πρόσθετη αξία.

Απόλυτη και σχετική υπεραξία

Η απόλυτη υπεραξία αυξάνεται με την παράταση της εργάσιμης ημέρας ή την εντατικοποίηση της εργασίας. Η ιστορική σύγκρουση γύρω από τα όρια της εργάσιμης ημέρας αποδεικνύει ότι η σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και την εργασία δεν είναι πραγματικά ισότιμη. Ο καπιταλιστής επιδιώκει τη μέγιστη αξιοποίηση της εργατικής δύναμης, ενώ ο εργάτης προσπαθεί να προστατεύσει τη σωματική και πνευματική του ύπαρξη.

Η σχετική υπεραξία αυξάνεται χωρίς να παρατείνεται αναγκαστικά η εργάσιμη ημέρα. Αυτό επιτυγχάνεται όταν η άνοδος της παραγωγικότητας μειώνει την αξία των αγαθών που χρειάζεται ο εργαζόμενος για να ζήσει και, επομένως, την αξία της εργατικής του δύναμης. Έτσι περιορίζεται ο αναγκαίος χρόνος εργασίας και διευρύνεται ο χρόνος υπερεργασίας.

Συνεργασία, καταμερισμός και μηχανές

Η συνεργασία πολλών εργατών, ο καταμερισμός της εργασίας στη μανιφακτούρα και η χρήση μηχανών αποτελούν βασικές μεθόδους αύξησης της παραγωγικότητας και της σχετικής υπεραξίας.

Η συνεργασία δημιουργεί μια συλλογική παραγωγική δύναμη μεγαλύτερη από το απλό άθροισμα των ατομικών δυνάμεων. Στη μανιφακτούρα η παραγωγική διαδικασία διασπάται σε απλές και επαναλαμβανόμενες εργασίες. Ο εργαζόμενος γίνεται ιδιαίτερα ικανός σε μία περιορισμένη λειτουργία, αλλά συγχρόνως χάνει την ολοκληρωμένη γνώση και τον έλεγχο της συνολικής παραγωγικής διαδικασίας.

Με την είσοδο των μηχανών η τεχνική βάση της παραγωγής μεταβάλλεται ριζικά. Η μηχανή δεν ελαφρύνει αυτομάτως τον εργαζόμενο. Κάτω από τον καπιταλιστικό έλεγχο χρησιμοποιείται κυρίως για την αύξηση της παραγωγής, την εντατικοποίηση της εργασίας και την αντικατάσταση ειδικευμένων εργατών από φθηνότερη εργασία.

Η μεγάλη βιομηχανία υποτάσσει τον άνθρωπο στον ρυθμό της μηχανής. Αντί το εργαλείο να αποτελεί προέκταση του εργαζομένου, ο εργαζόμενος μετατρέπεται σε εξάρτημα του μηχανικού συστήματος. Μέσα στον καπιταλισμό, η τεχνολογία χρησιμοποιείται κυρίως για την αύξηση της κερδοφορίας, δημιουργώντας ανεργία, ανασφάλεια και πίεση στους μισθούς.

Η συσσώρευση του κεφαλαίου

Ένα μέρος της υπεραξίας καταναλώνεται από τον καπιταλιστή, ενώ ένα άλλο επανεπενδύεται και μετατρέπεται σε πρόσθετο κεφάλαιο. Έτσι η παραγωγή διευρύνεται και αναπαράγεται σε μεγαλύτερη κλίμακα η σχέση ανάμεσα στον καπιταλιστή και τον μισθωτό εργάτη.

Η συσσώρευση είναι η μετατροπή της απλήρωτης εργασίας σε νέα οικονομική δύναμη και σε πρόσθετη εξουσία πάνω στους εργαζομένους. Όσο περισσότερο πλούτο παράγει η εργατική τάξη, τόσο περισσότερο ενισχύεται το κεφάλαιο που την απασχολεί και την ελέγχει.

Παράλληλα, η συσσώρευση συνοδεύεται από συγκέντρωση και συγκεντροποίηση του κεφαλαίου. Μεγαλύτερες επιχειρήσεις απορροφούν ή εκτοπίζουν τις μικρότερες. Δημιουργείται ένας σχετικός υπερπληθυσμός, δηλαδή μια μάζα ανέργων και υποαπασχολουμένων, η οποία λειτουργεί ως εφεδρικός στρατός εργασίας.

Η πρωταρχική συσσώρευση και η γέννηση του καπιταλισμού

Ο Μαρξ απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι ο καπιταλισμός δημιουργήθηκε επειδή ορισμένοι ήταν εργατικοί και αποταμιευτικοί, ενώ άλλοι τεμπέληδες. Η ιστορική γέννησή του στηρίχθηκε στον βίαιο χωρισμό των παραγωγών από τη γη και τα μέσα παραγωγής τους.

Οι περιφράξεις στην Αγγλία, η απαλλοτρίωση των αγροτών, η αποικιοκρατία, το δουλεμπόριο, η φορολογία και η κρατική βία δημιούργησαν, από τη μία πλευρά, μάζες «ελεύθερων» εργατών χωρίς περιουσία και, από την άλλη, συγκεντρωμένο χρηματικό πλούτο στα χέρια μιας ανερχόμενης καπιταλιστικής τάξης.

Ο φετιχισμός του εμπορεύματος

Στην εμπορευματική κοινωνία, οι κοινωνικές σχέσεις μεταξύ ανθρώπων εμφανίζονται σαν σχέσεις μεταξύ πραγμάτων. Η αξία, το χρήμα και το κεφάλαιο μοιάζουν να διαθέτουν φυσικές και αυτόνομες δυνάμεις, ενώ στην πραγματικότητα εκφράζουν συγκεκριμένες κοινωνικές σχέσεις παραγωγής.

Έτσι η καπιταλιστική τάξη πραγμάτων παρουσιάζεται ως φυσική και αιώνια, ενώ αποτελεί ιστορικό κοινωνικό σύστημα.

Συμπέρασμα

Συνολικά, ο πρώτος τόμος του «Κεφαλαίου» δείχνει ότι το κεφάλαιο δεν είναι απλώς ένα σύνολο χρημάτων, εμπορευμάτων ή μηχανών, αλλά μια κοινωνική σχέση εξουσίας. Βασίζεται στην αγορά της εργατικής δύναμης, στην ιδιοποίηση της απλήρωτης εργασίας και στη συνεχή μετατροπή της υπεραξίας σε νέο κεφάλαιο.

Ο καπιταλισμός αναπτύσσει σε πρωτοφανή βαθμό την τεχνολογία και τις παραγωγικές δυνάμεις. Ταυτόχρονα, όμως, παράγει ανισότητα, αλλοτρίωση, ανεργία, ανασφάλεια και διαρκή σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας. Η βασική αντίφασή του βρίσκεται στο ότι η παραγωγή γίνεται ολοένα περισσότερο κοινωνική και συλλογική, ενώ τα αποτελέσματά της εξακολουθούν να ιδιοποιούνται ιδιωτικά από τους κατόχους του κεφαλαίου.

*Ο Παράσχος Μανιάτης είναι  καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις, Μουσική Σύνθεση & Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε  41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο.

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση