Εμπεριστατωμένη περίληψη του δεύτερου τόμου του «Κεφαλαίου» του Καρλ Μαρξ

Spread the love

του Παράσχου  Μανιάτη*

Ο δεύτερος τόμος του «Κεφαλαίου», με υπότιτλο «Το προτσές κυκλοφορίας του κεφαλαίου», εξετάζει όχι πλέον τον τρόπο με τον οποίο παράγεται η υπεραξία μέσα στην παραγωγική διαδικασία, αλλά τον τρόπο με τον οποίο το κεφάλαιο κινείται, αλλάζει μορφές, επιστρέφει στον αρχικό του κάτοχο και ανανεώνει συνεχώς την παραγωγή. Το βασικό ερώτημα είναι πώς η καπιταλιστική παραγωγή μπορεί να επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, παρότι το κεφάλαιο περνά διαδοχικά από τη χρηματική, την παραγωγική και την εμπορευματική μορφή. Ο Μαρξ δείχνει ότι παραγωγή και κυκλοφορία δεν είναι δύο ανεξάρτητοι κόσμοι, αλλά αλληλένδετες φάσεις μιας ενιαίας κίνησης. 

Το έργο εκδόθηκε μετά τον θάνατο του Μαρξ από τον Φρίντριχ Ένγκελς, ο οποίος επεξεργάστηκε διαφορετικά χειρόγραφα, σημειώσεις και διαδοχικές εκδοχές. Η κεντρική γραμμή είναι σαφής: Ο πρώτος τόμος εξετάζει κυρίως το κεφάλαιο στη σφαίρα της παραγωγής, ενώ ο δεύτερος μελετά την ενότητα παραγωγής και κυκλοφορίας. Η κυκλοφορία δεν δημιουργεί από μόνη της αξία, αλλά χωρίς αυτήν η αξία δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί, ούτε να επιστρέψει στην παραγωγή ως νέο κεφάλαιο.

Τι σημαίνουν τα κατωτέρω γράμματα:

Χ = Χρήμα
Ε = Εμπόρευμα
Π = Παραγωγή
Ε΄ = νέο εμπόρευμα μεγαλύτερης αξίας
Χ΄ = αρχικό χρήμα αυξημένο με υπεραξία
Οι τελείες δείχνουν ότι η κυκλοφορία διακόπτεται προσωρινά και μεσολαβεί η παραγωγή.

Η ανάλυση αρχίζει από την κύκληση του χρηματικού κεφαλαίου, η οποία εκφράζεται με τον τύπο:

Χ–Ε…Π…Ε΄–Χ΄

Ο κεφαλαιοκράτης προκαταβάλλει χρήμα, με το οποίο αγοράζει μέσα παραγωγής και εργατική δύναμη. Τα εμπορεύματα αυτά εισέρχονται στην παραγωγή, όπου η εργατική δύναμη δημιουργεί νέα αξία και υπεραξία. Το παραγόμενο εμπόρευμα Ε΄ έχει μεγαλύτερη αξία από το αρχικό Ε και, όταν πωληθεί, μετατρέπεται σε Χ΄. Η κίνηση αυτή αποκαλύπτει τον σκοπό του κεφαλαίου: Όχι την απλή ικανοποίηση ανθρώπινων αναγκών, αλλά την αυτοαξιοποίηση της αξίας.

Η ίδια συνολική κίνηση μπορεί να εξεταστεί και από δύο άλλες αφετηρίες. Στην κύκληση του παραγωγικού κεφαλαίου,

Π…Ε΄–Χ΄–Ε…Π,

αφετηρία και κατάληξη είναι η παραγωγική διαδικασία. Εδώ τονίζεται ότι η παραγωγή πρέπει να επαναλαμβάνεται, αφού μέρος της πραγματοποιημένης αξίας επαναχρησιμοποιείται για την αγορά πρώτων υλών, μηχανημάτων και εργατικής δύναμης. Στην κύκληση του εμπορευματικού κεφαλαίου,

Ε΄–Χ΄–Ε…Π…Ε΄,

αφετηρία είναι το εμπόρευμα που περιέχει τόσο την προκαταβεβλημένη αξία όσο και την υπεραξία. Οι τρεις τύποι δεν περιγράφουν διαφορετικά κεφάλαια, αλλά διαφορετικές όψεις της ίδιας διαδικασίας. Στην πραγματική οικονομία το συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο βρίσκεται ταυτόχρονα και στις τρεις μορφές.

Ο Μαρξ υπογραμμίζει ότι η ομαλή κίνηση απαιτεί συνεχή συνύπαρξη χρηματικού, παραγωγικού και εμπορευματικού κεφαλαίου. Αν το εμπόρευμα δεν πουληθεί, η αξία παγιδεύεται στην εμπορευματική μορφή. Αν δεν υπάρχουν διαθέσιμα μέσα παραγωγής ή εργατική δύναμη, το χρήμα δεν μπορεί να μετατραπεί σε παραγωγικό κεφάλαιο. Επομένως, κάθε καθυστέρηση σε μία φάση επηρεάζει ολόκληρη την κύκληση και μπορεί να προκαλέσει ανισορροπίες ή κρίση.

Ιδιαίτερη θέση κατέχει η διάκριση μεταξύ χρόνου παραγωγής και χρόνου κυκλοφορίας. Ο χρόνος παραγωγής περιλαμβάνει όχι μόνο τον χρόνο κατά τον οποίο εργάζεται ενεργά ο εργάτης, αλλά και περιόδους κατά τις οποίες το προϊόν βρίσκεται υπό επεξεργασία χωρίς άμεση ανθρώπινη εργασία, όπως η ωρίμανση, η ξήρανση ή η ανάπτυξη των καλλιεργειών. Ο χρόνος κυκλοφορίας περιλαμβάνει τον χρόνο πώλησης των προϊόντων και τον χρόνο αγοράς των αναγκαίων συντελεστών παραγωγής. Κατά την κυκλοφορία δεν παράγεται υπεραξία. Ωστόσο, η κυκλοφορία είναι απαραίτητη για να πραγματοποιηθεί η ήδη παραχθείσα αξία και να ξεκινήσει ένας νέος παραγωγικός κύκλος.

Από εδώ προκύπτει η έννοια της περιστροφής του κεφαλαίου. Περιστροφή είναι η κύκληση του κεφαλαίου, όταν αυτή εξετάζεται ως διαδικασία που επαναλαμβάνεται περιοδικά. Ο χρόνος περιστροφής αποτελείται από τον χρόνο παραγωγής και τον χρόνο κυκλοφορίας. Όσο μικρότερος είναι ο συνολικός αυτός χρόνος, τόσο περισσότερες περιστροφές πραγματοποιεί το ίδιο κεφάλαιο μέσα σε ένα έτος και τόσο μεγαλύτερη μπορεί να γίνει η ετήσια μάζα της υπεραξίας. Δύο κεφάλαια με ίδιο μέγεθος και ίδιο ποσοστό εκμετάλλευσης μπορούν να αποφέρουν διαφορετική ετήσια υπεραξία, εφόσον περιστρέφονται με διαφορετική ταχύτητα.

Στο πλαίσιο αυτό ο Μαρξ διακρίνει το πάγιο από το κυκλοφορούν κεφάλαιο. Το πάγιο κεφάλαιο, όπως τα κτίρια, οι εγκαταστάσεις και οι μηχανές, συμμετέχει ολόκληρο στην παραγωγική διαδικασία, αλλά μεταβιβάζει τμηματικά την αξία του στα παραγόμενα προϊόντα, ανάλογα με τη φθορά του. Αντίθετα, το κυκλοφορούν κεφάλαιο, δηλαδή οι πρώτες ύλες, τα βοηθητικά υλικά και η αξία της εργατικής δύναμης, μεταβιβάζει ολόκληρη την αξία του σε κάθε κύκλο και πρέπει να ανανεώνεται.

Η διάκριση αυτή δεν ταυτίζεται με τη διάκριση ανάμεσα στο σταθερό και το μεταβλητό κεφάλαιο. Το σταθερό κεφάλαιο δεν δημιουργεί νέα αξία, αλλά μεταβιβάζει την ήδη υπάρχουσα αξία του στο προϊόν. Το μεταβλητό κεφάλαιο, επειδή δαπανάται για την αγορά εργατικής δύναμης, παράγει νέα αξία και υπεραξία. Ένα τμήμα του σταθερού κεφαλαίου μπορεί να είναι πάγιο, όπως μια μηχανή, και ένα άλλο κυκλοφορούν, όπως οι πρώτες ύλες.

Ο χρόνος ζωής του πάγιου κεφαλαίου και η απόσβεσή του έχουν επίσης μεγάλη σημασία. Η αξία των μηχανών επιστρέφει σταδιακά στον κεφαλαιοκράτη και σχηματίζει χρηματικό απόθεμα για τη μελλοντική αντικατάστασή τους. Ωστόσο, η τεχνική πρόοδος μπορεί να απαξιώσει μια μηχανή πριν αυτή φθαρεί φυσικά. Αυτή η «ηθική φθορά» αποτελεί ειδικό κίνδυνο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και ωθεί τους κεφαλαιοκράτες να επιταχύνουν τη χρησιμοποίηση των μηχανών και την περιστροφή του κεφαλαίου.

Ο Μαρξ εξετάζει ακόμη τις δαπάνες κυκλοφορίας. Ορισμένες, όπως η λογιστική, οι αγοραπωλησίες, η διαφήμιση και η διατήρηση χρηματικών αποθεμάτων, δεν δημιουργούν νέα αξία. Αποτελούν αναγκαίες αλλά μη παραγωγικές δαπάνες της εμπορευματικής οικονομίας. Άλλες, όπως η μεταφορά και η αποθήκευση, όταν είναι αναγκαίες για να φτάσει το προϊόν στον τόπο κατανάλωσης και να διατηρηθεί η χρηστική του αξία, μπορούν να θεωρηθούν συνέχεια της παραγωγικής διαδικασίας και να προσθέσουν αξία. Έτσι διακρίνεται η πραγματικά παραγωγική εργασία από τις λειτουργίες που συνδέονται αποκλειστικά με την αλλαγή της κυριότητας των εμπορευμάτων.

Στο τρίτο μέρος ο Μαρξ περνά από το ατομικό στο συνολικό κοινωνικό κεφάλαιο. Δεν αρκεί να εξηγηθεί πώς ένας μεμονωμένος κεφαλαιοκράτης πουλά τα προϊόντα του. Πρέπει να εξηγηθεί πώς το σύνολο των εμπορευμάτων της κοινωνίας βρίσκει αγοραστές και πώς ανανεώνονται ταυτόχρονα τα μέσα παραγωγής και τα μέσα κατανάλωσης. Για τον σκοπό αυτό διαιρεί την κοινωνική παραγωγή σε δύο μεγάλους τομείς:

  • Ο Τομέας Ι παράγει μέσα παραγωγής, όπως μηχανές, εργαλεία και πρώτες ύλες.
  • Ο Τομέας ΙΙ παράγει μέσα κατανάλωσης, δηλαδή αγαθά που καταναλώνονται από τους εργάτες και τους καπιταλιστές.

Στην απλή αναπαραγωγή, όπου η υπεραξία καταναλώνεται ολόκληρη από τους καπιταλιστές, απαιτούνται συγκεκριμένες αναλογίες ανταλλαγής. Το μεταβλητό κεφάλαιο και η υπεραξία του Τομέα Ι πρέπει να ανταλλάσσονται με το σταθερό κεφάλαιο του Τομέα ΙΙ. Οι εργάτες και οι καπιταλιστές του πρώτου τομέα αγοράζουν καταναλωτικά αγαθά από τον δεύτερο, ενώ ο δεύτερος αγοράζει από τον πρώτο τα μέσα παραγωγής που χρειάζεται για να αντικαταστήσει όσα καταναλώθηκαν. Αν αυτές οι αναλογίες διαταραχθούν, εμφανίζονται απούλητα εμπορεύματα, ελλείψεις και διακοπές στην αναπαραγωγή.

Η ανάλυση αυτή επιτρέπει στον Μαρξ να απορρίψει την ιδέα ότι κάθε παραγωγή δημιουργεί αυτομάτως ισόποση ζήτηση. Οι εργάτες αγοράζουν κυρίως μέσα κατανάλωσης, οι καπιταλιστές διαθέτουν μέρος της υπεραξίας για προσωπική κατανάλωση και μέρος για συσσώρευση, ενώ οι επιχειρήσεις ανταλλάσσουν μεταξύ τους μέσα παραγωγής. Η συνολική ζήτηση πρέπει να αντιστοιχεί όχι μόνο σε ίσες αξίες αλλά και σε κατάλληλες υλικές μορφές. Ένα πλεόνασμα μηχανών δεν μπορεί να καλύψει άμεσα μια έλλειψη τροφίμων.

Στη διευρυμένη αναπαραγωγή, μέρος της υπεραξίας δεν καταναλώνεται, αλλά κεφαλαιοποιείται. Μετατρέπεται σε πρόσθετα μέσα παραγωγής και πρόσθετη εργατική δύναμη, επιτρέποντας τη συσσώρευση. Η επέκταση όμως δεν μπορεί να γίνεται αυθαίρετα. Χρειάζεται ο Τομέας Ι να παράγει αρκετά πρόσθετα μέσα παραγωγής και ο Τομέας ΙΙ αρκετά μέσα κατανάλωσης για τους νέους εργάτες και καπιταλιστές. Η ισορροπία είναι θεωρητικά δυνατή, αλλά απαιτεί αναλογίες τις οποίες η άναρχη λειτουργία της καπιταλιστικής αγοράς δεν εγγυάται.

Συμπέρασμα

Συνολικά, ο δεύτερος τόμος αποκαλύπτει ότι το κεφάλαιο δεν είναι πράγμα, ούτε απλό χρηματικό ποσό, αλλά κοινωνική σχέση που υπάρχει μόνο ως συνεχής κίνηση. Η παραγωγή της υπεραξίας δεν αρκεί: Η υπεραξία πρέπει να πραγματοποιηθεί με την πώληση, το κεφάλαιο να επιστρέψει στην κατάλληλη μορφή και οι υλικοί όροι της παραγωγής να ανανεωθούν. Η ταχύτητα περιστροφής, οι αναλογίες ανάμεσα στους δύο τομείς και η αλληλεξάρτηση παραγωγής και κυκλοφορίας εξηγούν την εγγενή του αστάθεια. Ο δεύτερος τόμος λειτουργεί, επομένως, ως αναγκαίος σύνδεσμος ανάμεσα στην παραγωγή της υπεραξίας του πρώτου τόμου και στις πιο σύνθετες μορφές του κέρδους, του τόκου και της καπιταλιστικής κρίσης που εξετάζονται στον τρίτο τόμο.

*Ο Παράσχος Μανιάτης είναι  καθηγητής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών, κάτοχος 5 διδακτορικών διπλωμάτων από Σουηδικά και Αμερικανικά Πανεπιστήμια στους κλάδους: Logistics για Μηχανικούς, Μάνατζμεντ για Μηχανικούς, Οικονομικά & Χρηματοοικονομικά, Πολιτικές Επιστήμες & Δημόσιες Σχέσεις, Μουσική Σύνθεση & Μαέστρος Μουσικής. Δίδαξε 41 χρόνια σε 9 δημόσια Πανεπιστήμια και 3 ιδιωτικά Πανεπιστήμια ανά τον κόσμο.

Μείνετε ενημερωμένοι με τα πιο σημαντικά νέα

Πατώντας το κουμπί Εγγραφή, επιβεβαιώνετε ότι έχετε διαβάσει και συμφωνείτε με τηνΠολιτική Απορρήτου και τουςΌρους Χρήσης
Διαφήμιση