«Ακριτική Ευρώπη ή όχι;»

Γράφει ο Γιώργος Γιαντάς*

Σε πρόσφατη ομιλία της, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής κ. Φον Ντερ Λάιεν, ανακοίνωσε πως η νέα πολιτική της Ένωσης για το μεταναστευτικό θα κινηθεί σε μία «ανθρώπινη και ανθρωπιστική προσέγγιση». Με μία προσεκτική ματιά στο πολυσέλιδο «Νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο» γίνονται αντιληπτές ορισμένες βασικές διαφοροποιήσεις σε σχέση με το παρελθόν και οι οποίες αφορούν άμεσα τη Λέσβο και τα εμπλεκόμενα ακριτικά νησιά. 

Για τους υπηκόους τρίτων χωρών που θα διέρχονται χωρίς άδεια, οι νέοι έλεγχοι θα εφαρμόζονται εξ’ ολοκλήρου στα «εξωτερικά σύνορα» συμπεριλαμβάνοντας τη διαδικασία ασύλου, την ταυτοποίηση, τον υγειονομικό έλεγχο, τον έλεγχο ασφαλείας και την καταχώριση δεδομένων στη βάση Eurodac.

Είναι αξιοσημείωτο το στοιχείο πως οι προς αξιολόγηση αιτήσεις ασύλου δεν θα συνιστούν αυτόματο δικαίωμα εισόδου στην Ε.Ε.

Στα κράτη-μέλη της Ένωσης παρέχονται εναλλακτικές μορφές συνδρομής, οι λεγόμενες «ευέλικτες συνεισφορές», όπως η υποστήριξη σε επιχειρησιακό επίπεδο ή η ανάληψη οικονομικής ευθύνης για την επιστροφή ατόμων χωρίς δικαίωμα παραμονής. Το νέο Σύμφωνο τονίζει την «δίκαιη κατανομή ευθύνης και αλληλεγγύης των χωρών-μελών», προκειμένου φυσικά να ικανοποιηθούν κατά το δυνατόν όλες οι πλευρές, όπως των κρατών-μελών της «ομάδας του Βίσεγκραντ».

Η πρόβλεψη για την αντιμετώπιση έκτακτων ανθρωπιστικών κρίσεων βασίζεται σε κριτήρια «αμεροληψίας, ανθρωπισμού και ουδετερότητας». Προβλέπεται η προστασία όσων έχουν ανάγκη, η άμεση στήριξη των ευάλωτων, η παροχή βοήθειας σε πρόσφυγες που πλήττονται από τη συριακή κρίση.

Εντός του πλαισίου που περιγράψαμε, μπορούν να διατυπωθούν ορισμένες παρατηρήσεις που αφορούν τα «εξωτερικά σύνορα», που στην περίπτωσή μας είναι τα ακριτικά νησιά.

  • Οι διαδικασίες ελέγχου συγκεντρώνονται εξ’ ολοκλήρου στα «εξωτερικά σύνορα». Για τον τρόπο με τον οποίο έτσι οι διαδικασίες θα απλουστευτούν, το Σύμφωνο αναφέρει κατ’ επανάληψη, κάπως αόριστα, τον όρο «ταχέως». Η διαρκής τάση συσσώρευσης που διαχρονικά υπάρχει, δεν φαίνεται να επιλύεται με μία τέτοια διατύπωση επί του Συμφώνου.
  • Οι υπό εξέταση διαδικασίες ασύλου στα «εξωτερικά σύνορα» δεν συνιστούν αυτόματο δικαίωμα εισόδου στην Ε.Ε. Συνεπώς, σημεία εντός της επικράτειας της Ε.Ε. θα αποτελούν «πλασματικά» χώρους της.
  • Για τις περιπτώσεις των αιτήσεων ασύλου που θα απορρίπτονται, θα εφαρμόζεται ενωσιακή διαδικασία επιστροφής στα σύνορα. Εδώ γίνεται αντιληπτός ο βασικός ρόλος των κλειστών δομών, ίσως και η επιθυμία της Ε.Ε. για συμμετοχή στη διαχείριση τέτοιων δομών, καθώς άτομα που θα εντοπίζονται «παράνομα» οπουδήποτε στην επικράτειά της, θα μεταφέρονται σε αυτές.

Την ίδια στιγμή, οι ευέλικτες συνεισφορές των άλλων κρατών-μελών, η δυνατότητα να επιλέγουν μεταξύ «οικονομικής» ή «επιχειρησιακής» συμμετοχής, παρέχει την ευχέρεια μιας ουσιαστικής «απεμπλοκής» από το πρακτικό μέρος, που αφορά την διαχείριση και παραμονή ατόμων που δεν έχουν δικαίωμα εισόδου στην Ε.Ε., κρίθηκαν επικίνδυνοι για την ασφάλεια κτλ. Η επακόλουθη διαδικασία «επιστροφής» – για τις περιπτώσεις αυτές – στις χώρες προέλευσης, ακόμα και μέσω της γειτονικής Τουρκίας, είναι γνωστό πως παραμένει περίπλοκη και χρονοβόρα διαδικασία.

Συνοπτικά, το Νέο Σύμφωνο φαίνεται να μετατοπίζει το βασικό όγκο των διαδικασιών στα «εξωτερικά σύνορα», για την περίπτωσή μας στα ακριτικά νησιά, με την «εγγύηση» του «ταχέως»  και την υπόσχεση αλληλεγγύης σε περιπτώσεις μεγάλης ανθρωπιστικής κρίσης. Ομοίως, προβλέπει και χώρους παραμονής ατόμων που η είσοδός τους δεν θα γίνεται αποδεκτή στην Ε.Ε. και οι οποίοι θα βρίσκονται στα «εξωτερικά σύνορα». Η δημιουργία «χώρων» οι οποίοι «πλασματικά» θα αποτελούν έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, εισάγει μια νέα παράμετρο για τους ακρίτες κατοίκους των νησιών, οι οποίοι είναι επίσης πολίτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 

Στην πράξη, τα «εξωτερικά σύνορα», ακριτικά νησιά όπως η Λέσβος, αποτελούν και κατοικημένες περιοχές με περιορισμένη έκταση (νησιά) και σοβαρές ιδιαιτερότητες που σχετίζονται άμεσα με την εθνική ασφάλεια. Το γεγονός πως γεωγραφικά αποτελούν «σημείο εισόδου» δεν παρακάμπτει αυτές τις ιδιαιτερότητες. Η παράτυπη είσοδος ανθρώπων από τρίτες χώρες στα «εξωτερικά σύνορα» δεν αποτελεί επιλογή του κράτους-μέλους, στην περίπτωσή μας της Ελλάδας, καθώς ως γνωστό οι άνθρωποι που εισέρχονται επιθυμούν να μεταβούν σε χώρες-μέλη σε ολόκληρη την Ευρώπη. Συνεπώς το δικαίωμα που παρέχει η Ένωση στην ευελιξία, ίσως πρέπει πρώτα να αποτελεί επιλογή των χωρών που έχουν «εξωτερικά σύνορα», για να μπορούμε να μιλάμε για πραγματική και έμπρακτη  αλληλεγγύη. 

Ενδεχομένως οι ακρίτες κάτοικοι θα μπορούσαν κάποτε να ερωτηθούν για αποφάσεις τόσο κρίσιμες, όταν μάλιστα οι επικράτειες των νησιών στις οποίες σχεδιάζονται οι σχετικές δομές είναι κατά πολλές φορές μικρότερες από τις επικράτειες κρατών-μελών που θα δικαιούνται να επιλέξουν πώς θα βοηθήσουν. Το δικαίωμα «ευέλικτων συνεισφορών» που τόση ευελιξία δίνεται σε άλλα κράτη-μέλη της Ένωσης, ακούγεται κάπως άδικο έναντι των μελών που τα «εξωτερικά σύνορά» τους έχουν σοβαρές ιδιαιτερότητες, ενώ σήκωσαν και εξακολουθούν να σηκώνουν το κύριο, το πρακτικό μέρος του μεταναστευτικού ζητήματος. 

Η περίφημη «ευρωπαϊκή αλληλεγγύη» καλύπτει τελικά την επικράτειά της από άκρη σε άκρη ή μήπως οι νησιώτες στα «εξωτερικά σύνορα» δεν πατούν και σε τόσο «στέρεο» ευρωπαϊκό έδαφος;

*Ο Γιώργος Γιαντάς είναι συγγραφέας