- Το νέο χωροταξικό επιτρέπει την ανάπτυξη ήπιων μορφών τουρισμού στις περιοχές NATURA, εξαιρουμένων μόνο των ζωνών απόλυτης προστασίας
- Η Λέσβος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται σε κορεσμένους τουριστικούς προορισμούς
Μετά από μήνες δημόσιας διαβούλευσης, παρεμβάσεων αυτοδιοικητικών φορέων και δεκάδων παρατηρήσεων από την αγορά του τουρισμού, η κυβέρνηση υπέγραψε το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τον Τουρισμό, χωρίς να μεταβάλει τις βασικές ρυθμίσεις που είχαν προκαλέσει τις αντιδράσεις στη Λέσβο. Οι αλλαγές που ενσωματώθηκαν στο τελικό κείμενο είναι περιορισμένες και δεν αγγίζουν την ουσία των αιτημάτων που είχαν θέσει οι δύο δήμοι.
Η εξέλιξη αποκτά ιδιαίτερη σημασία για τη Λέσβο, καθώς οι σημαντικότερες διεκδικήσεις που είχαν διατυπωθεί κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης δεν βρήκαν ανταπόκριση. Η Δημοτική Ενότητα Μήθυμνας παραμένει στην ίδια κατηγορία τουριστικής ανάπτυξης, δεν προβλέπεται ειδική μεταχείριση για τις μικρές και οικογενειακές τουριστικές επιχειρήσεις που αποτελούν τη συντριπτική πλειονότητα των καταλυμάτων του νησιού, ούτε θεσπίζονται κίνητρα για τον εκσυγχρονισμό των παλαιών μονάδων που θα μπορούσαν να στηρίξουν την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι η Λέσβος καλείται να λειτουργήσει μέσα σ΄ ένα νέο χωροταξικό πλαίσιο, χωρίς να έχουν ληφθεί υπόψη οι ιδιαιτερότητες που επικαλέστηκαν οι εκπρόσωποί της, όπως είναι οι επιπτώσεις της μεταναστευτικής κρίσης στην τουριστική οικονομία, η ανάγκη στήριξης της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και η πραγματικότητα ενός προορισμού που απέχει ακόμη από τα επίπεδα του υπερτουρισμού που χαρακτηρίζουν άλλες περιοχές της χώρας. Παρότι η κυβέρνηση προχώρησε σε ορισμένες σημειακές βελτιώσεις μετά τη διαβούλευση, η φιλοσοφία του σχεδιασμού παρέμεινε αμετάβλητη, αφήνοντας αναπάντητα τα βασικά αιτήματα που είχαν καταθέσει οι τοπικοί φορείς.
Τι ζητούσαν οι δύο Δήμοι
Η σύγκριση των δημόσιων παρεμβάσεων των δύο αντιδημάρχων Τουρισμού της Λέσβου, τον περασμένο Μάιο, με το τελικό κείμενο της Κοινής Υπουργικής Απόφασης δείχνει ότι οι περισσότερες παρατηρήσεις τους είτε δεν υιοθετήθηκαν, είτε ενσωματώθηκαν μόνο έμμεσα, χωρίς να αλλάζουν ουσιαστικά το αναπτυξιακό πλαίσιο που θα ισχύσει τα επόμενα χρόνια για το νησί.
Η συζήτηση που είχε ανοίξει από τον περασμένο Μάιο στη Λέσβο, μέσω του πρωτοσέλιδου δημοσιεύματος των Νέων της Λέσβου, δεν ήταν τυχαία. Οι δύο αντιδήμαρχοι Τουρισμού του νησιού είχαν εκφράσει δημόσια προβληματισμούς για τις συνέπειες που θα μπορούσε να έχει το νέο χωροταξικό στην αναπτυξιακή πορεία της Λέσβου. Αν και οι προσεγγίσεις τους διέφεραν ως προς την ένταση της κριτικής, είχαν έναν κοινό παρονομαστή: Ότι η Λέσβος δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται με τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται σε ώριμους και κορεσμένους τουριστικούς προορισμούς.
Η σημαντικότερη ένσταση αφορούσε τη Δημοτική Ενότητα Μήθυμνας. Η αντιδήμαρχος Τουρισμού του δήμου Δυτικής Λέσβου, Αφροδίτη Βατή, είχε υποστηρίξει ότι η ένταξη της περιοχής στην Κατηγορία Β, δηλαδή στις ανεπτυγμένες τουριστικά περιοχές, δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είχε επισημάνει ότι ο Μόλυβος εξακολουθεί να προσπαθεί να ανακάμψει από τις συνέπειες της μεταναστευτικής κρίσης, ότι η πλειονότητα των επιχειρήσεων είναι μικρές και οικογενειακές και ότι η περιοχή χρειάζεται κίνητρα ανάπτυξης και όχι πρόσθετους περιορισμούς.
Η τελική ΚΥΑ, όμως, δεν μεταβάλλει αυτή την εικόνα. Η Μήθυμνα εξακολουθεί να κατατάσσεται στην Κατηγορία Β, γεγονός που σημαίνει ότι παραμένει το ίδιο καθεστώς για τις νέες τουριστικές επενδύσεις και τους περιορισμούς που συνδέονται με αυτήν την κατηγορία. Έτσι, η βασικότερη διεκδίκηση της Δυτικής Λέσβου δεν βρήκε ανταπόκριση.
Χωρίς ειδική μέριμνα για τις μικρές επιχειρήσεις
Αντίστοιχα, δεν υιοθετήθηκαν οι προτάσεις που αφορούσαν στην ενίσχυση των μικρών και οικογενειακών επιχειρήσεων. Η κ. Βατή είχε τονίσει ότι περίπου 8 στις 10 ξενοδοχειακές μονάδες του Μολύβου ανήκουν στις χαμηλότερες κατηγορίες αστέρων και αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της τοπικής οικονομίας. Είχε ζητήσει ένα πιο ευέλικτο πλαίσιο που θα επιτρέπει τον εκσυγχρονισμό και την αναβάθμισή τους, ώστε να μπορέσουν να παραμείνουν ανταγωνιστικές και να συμβάλουν στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου.
Στο τελικό κείμενο της ΚΥΑ δεν υπάρχει ειδική πρόβλεψη προς αυτή την κατεύθυνση. Αντίθετα, διατηρείται η βασική φιλοσοφία του χωροταξικού, η οποία δίνει έμφαση στον έλεγχο της χωρικής ανάπτυξης και στον καθορισμό αυστηρότερων κανόνων για τις νέες τουριστικές επενδύσεις.
Η αντιδήμαρχος Τουρισμού, Αφροδίτη Βατή με δήλωσή της στα Νέα της Λέσβου, επισημαίνει ότι «η νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση για το Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο Τουρισμού, που υπογράφηκε στις 7 Αυγούστου 2026, δημιουργεί σοβαρά εμπόδια στις αναπτυξιακές προοπτικές της Δυτικής Λέσβου. Υπογραμμίζει ότι, παρά τις τεκμηριωμένες παρατηρήσεις του Δήμου, η Δημοτική Ενότητα Μηθύμνης εντάχθηκε στην Κατηγορία Β («Ανεπτυγμένες Περιοχές»), χωρίς να αποτυπώνεται η πραγματική κατάσταση της περιοχής».
Τονίζει δε πως η Δυτική Λέσβος «δεν ζητά προνομιακή μεταχείριση, αλλά δίκαιη και αντικειμενική αξιολόγηση, ώστε να εφαρμοστούν χωροταξικές πολιτικές που θα στηρίζουν τη βιώσιμη τουριστική ανάπτυξη και θα λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες της περιφέρειας».
Παρόμοια ήταν και η προσέγγιση του αντιδημάρχου Τουρισμού του δήμου Μυτιλήνης, Νίκου Γιαννάκα. Αν και υιοθέτησε πιο ήπιους τόνους, είχε επισημάνει ότι η Λέσβος δεν αντιμετωπίζει προβλήματα υπερτουρισμού, όπως άλλοι δημοφιλείς προορισμοί της χώρας. Είχε υποστηρίξει ότι το νησί χρειάζεται ένα χωροταξικό προσαρμοσμένο στις ιδιαιτερότητες της νησιωτικότητας, που να στηρίζει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα και το μοντέλο της ήπιας τουριστικής ανάπτυξης.
Και σ΄ αυτή την περίπτωση, οι αλλαγές που ενσωματώθηκαν δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστική δικαίωση των θέσεων που είχαν διατυπωθεί. Η μοναδική σημαντική τροποποίηση αφορά ειδική ρύθμιση για τις νησιωτικές περιοχές στις Περιοχές Ελεγχόμενης Ανάπτυξης, με διαφοροποίηση στον υπολογισμό της δυναμικότητας των τουριστικών καταλυμάτων. Πρόκειται όμως για μια οριζόντια ρύθμιση που αφορά όλα τα νησιά και δεν μεταβάλλει την κατάταξη ή τη φιλοσοφία του σχεδιασμού για τη Λέσβο.
Τι προβλέπει η ΚΥΑ για τις περιοχές Natura
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τη Λέσβο παρουσιάζουν και οι προβλέψεις της νέας ΚΥΑ για τις προστατευόμενες περιοχές Natura, καθώς το νησί διαθέτει εκτεταμένο δίκτυο προστατευόμενων οικοσυστημάτων. Το νέο χωροταξικό επιτρέπει την ανάπτυξη ήπιων μορφών τουρισμού στις περιοχές αυτές, εξαιρουμένων μόνο των ζωνών απόλυτης προστασίας. Προωθεί τον τουρισμό φύσης, τον αγροτουρισμό και τον οινοτουρισμό, καθώς και τη δημιουργία δικτύων πεζοπορικών διαδρομών, παρατηρητηρίων, κέντρων ενημέρωσης και μικρών υποδομών εξυπηρέτησης επισκεπτών. Παράλληλα, ενθαρρύνει την ανακαίνιση διατηρητέων κτιρίων, τη σύνδεση της τουριστικής δραστηριότητας με την τοπική παραγωγή και τη γαστρονομία, αναδεικνύοντας τις προστατευόμενες περιοχές ως μοχλό ήπιας και βιώσιμης ανάπτυξης.
Εκεί όπου υπήρξε αλλαγή είναι η απόσυρση της πρόβλεψης για την επιβολή νέου πράσινου τέλους, η οποία είχε προκαλέσει αντιδράσεις κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης. Ωστόσο, η συγκεκριμένη τροποποίηση δεν επηρεάζει τον βασικό σχεδιασμό του χωροταξικού, ούτε αλλάζει τις προϋποθέσεις ανάπτυξης των τουριστικών επενδύσεων.
Στην πράξη, το νέο Ειδικό Χωροταξικό διατηρεί την ίδια αρχιτεκτονική που είχε παρουσιαστεί στη δημόσια διαβούλευση. Παραμένει η κατηγοριοποίηση των περιοχών με βάση την τουριστική ένταση, διατηρούνται τα κριτήρια που συνδέονται με τον αριθμό των τουριστικών κλινών και του μόνιμου πληθυσμού, ενώ εξακολουθούν να καθορίζονται μέσω αυτής της κατάταξης οι δυνατότητες ανάπτυξης νέων τουριστικών μονάδων.
Για τη Λέσβο αυτό σημαίνει ότι οι αναπτυξιακές προσδοκίες που είχαν δημιουργηθεί κατά τη διάρκεια της διαβούλευσης δεν επιβεβαιώθηκαν. Το νησί εξακολουθεί να υπάγεται στο ίδιο μοντέλο σχεδιασμού, χωρίς ειδικές προβλέψεις που να λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητές του ή τις συνέπειες που άφησε πίσω της η πολυετής μεταναστευτική κρίση στην τουριστική οικονομία.
Το τελικό συμπέρασμα είναι ότι η διαβούλευση οδήγησε σε περιορισμένες διορθώσεις, αλλά όχι σε ουσιαστική αναθεώρηση του σχεδιασμού. Οι βασικές ανησυχίες που είχαν διατυπώσει οι εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης της Λέσβου παρέμειναν, στην πλειονότητά τους, εκτός του τελικού κειμένου.



