Η 28η Οκτωβρίου 1940 αποτελεί μια από τις κορυφαίες στιγμές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Για τη Λέσβο, όμως, η επέτειος έχει και μια ιδιαίτερη, βαθιά ανθρώπινη διάσταση. Συνδέεται με τους εκατοντάδες άνδρες που εγκατέλειψαν τα σπίτια και τις οικογένειές τους, επιστρατεύτηκαν και βρέθηκαν να πολεμούν στις απόκρημνες πλαγιές της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου. Συνδέεται με το 22ο Σύνταγμα Πεζικού, τη μονάδα που ένωσε κάτω από την ίδια σημαία τους Λέσβιους και τους Λημνιούς στρατιώτες, αλλά και με τις οικογένειες που περίμεναν για μήνες την επιστροφή των δικών τους ανθρώπων, χωρίς να γνωρίζουν ποιοι θα γύριζαν και ποιοι θα έμεναν για πάντα μακριά από τον τόπο τους.
Πολύτιμα στοιχεία για τη δράση του 22ου Συντάγματος Πεζικού και τη συμμετοχή των Λέσβιων στρατιωτών στον πόλεμο του 1940 διασώζονται, μεταξύ άλλων, στο αρχείο της οικογένειας Βενέτα και στο βιβλίο του Μάκη Βενέτα, με τίτλο «22ο Σύνταγμα Πεζικού», γνωστό και ως «28ο Σύνταγμα Μυτιληνιών». Ιδιαίτερη αξία έχει η μαρτυρία που συνδέεται με τον πατέρα του, Δημήτρη Βενέτα, πρόσφυγα από τη Σμύρνη που εγκαταστάθηκε στη Λέσβο. Υπηρέτησε ως στρατιωτικός ταχυδρόμος και τραυματίστηκε στον πόλεμο, μεταφέροντας την αλληλογραφία των στρατιωτών προς τις οικογένειές τους και τις απαντήσεις των δικών τους ανθρώπων προς το μέτωπο. Μέσα από αυτή την αποστολή βρέθηκε κοντά στους άνδρες του Συντάγματος και γνώρισε από πρώτο χέρι την αγωνία της αναμονής, τις στερήσεις, τις κακουχίες και τις δύσκολες συνθήκες που αντιμετώπισαν οι Λέσβιοι πολεμιστές. Το αρχείο και η μαρτυρία αυτή φωτίζουν όχι μόνο την πολεμική δράση του Συντάγματος, αλλά και τους ανθρώπινους δεσμούς που κράτησαν ζωντανή την επικοινωνία ανάμεσα στους στρατιώτες και τις οικογένειές τους.
Οι ήρωες Λέσβιοι
Η συμμετοχή της Λέσβου στον ελληνοϊταλικό πόλεμο δεν άρχισε ξαφνικά το πρωινό της 28ης Οκτωβρίου. Η στρατιωτική προετοιμασία είχε προηγηθεί, ενώ η κινητοποίηση των ανδρών του 22ου Συντάγματος είχε ξεκινήσει σταδιακά, μέσα σε ένα κλίμα αυξανόμενης διεθνούς έντασης. Η ιταλική επιθετικότητα στην Ανατολική Μεσόγειο, οι εξελίξεις στα Βαλκάνια και ο τορπιλισμός της «Έλλης» στην Τήνο, τον Αύγουστο του 1940, είχαν καταστήσει σαφές ότι η Ελλάδα βρισκόταν αντιμέτωπη με μια σοβαρή απειλή. Για τους κατοίκους της Λέσβου, η απειλή αυτή σύντομα θα μετατρεπόταν σε προσωπική δοκιμασία.
Με την εκδήλωση της ιταλικής επίθεσης και την κήρυξη της γενικής επιστράτευσης, οι άνδρες του νησιού μας κλήθηκαν να αναλάβουν τις στρατιωτικές τους υποχρεώσεις. Το 22ο Σύνταγμα Πεζικού, που αποτελούσε τον βασικό στρατιωτικό σχηματισμό σε Λέσβο και Λήμνο, άρχισε να συγκεντρώνει και να οργανώνει τις δυνάμεις του. Οι στρατιώτες του 2ου Τάγματος, που είχε συγκροτηθεί πριν από τη γενική επιστράτευση, και του 3ου Τάγματος, που δημιουργήθηκε στη συνέχεια, προετοιμάστηκαν για τη μετακίνησή τους προς το μέτωπο. Η διαδρομή τους πέρασε από την Αλεξανδρούπολη, από όπου προωθήθηκαν προς τη βορειοηπειρωτική περιοχή των επιχειρήσεων.
Στρατιώτες από τη Λέσβο, άνδρες διαφορετικών ηλικιών, από τη Μυτιλήνη και τα χωριά της λεσβιακής υπαίθρου, βρέθηκαν να μοιράζονται την ίδια πορεία. Πίσω τους έμεναν γονείς, σύζυγοι, παιδιά και αδέλφια. Μπροστά τους απλωνόταν ένας πόλεμος για τον οποίο κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει τη διάρκεια ή την έκβασή του. Η στρατιωτική τους αποστολή θα τους οδηγούσε σε ένα από τα δυσκολότερα πεδία μάχης της εκστρατείας, εκεί όπου το ανάγλυφο του εδάφους, οι καιρικές συνθήκες και η αντίσταση του αντιπάλου θα δοκίμαζαν καθημερινά τις αντοχές τους.
Από τα μέσα Νοεμβρίου του 1940, το 22ο Σύνταγμα Πεζικού βρέθηκε πλέον σε ενεργό πολεμική δράση. Οι πρώτες σοβαρές συγκρούσεις σημειώθηκαν στην ευρύτερη περιοχή της Κρυσταλλοπηγής και της Βοτοσίτσας, όπου οι ελληνικές δυνάμεις επιχειρούσαν να προωθηθούν και να διασπάσουν τις ιταλικές αμυντικές γραμμές. Οι Λέσβιοι στρατιώτες κλήθηκαν να πολεμήσουν σε ένα περιβάλλον που ελάχιστη σχέση είχε με όσα γνώριζαν από την καθημερινότητά τους στο νησί. Τα βουνά ήταν απότομα, οι δρόμοι περιορισμένοι και οι μετακινήσεις εξαιρετικά δύσκολες. Η ανάγκη κατάληψης στρατηγικών θέσεων απαιτούσε συνεχή προσπάθεια, πειθαρχία και αποφασιστικότητα.
Στις 27 Νοεμβρίου, τμήμα του 2ου Τάγματος του Συντάγματος πραγματοποίησε επιθετική ενέργεια στην περιοχή της Πισκοπίγιε και κατάφερε να καταλάβει το χωριό. Η επιτυχία αυτή συνέβαλε στην απομάκρυνση των ιταλικών δυνάμεων από την κοιλάδα της Τσέρβας. Την επόμενη ημέρα, η ελληνική προέλαση συνεχίστηκε και οι άνδρες του Συντάγματος κατέλαβαν νέες θέσεις στη γραμμή Τσέρβα – Ζαγορίτσα – Τούσεμιτς. Οι ιταλικές μονάδες, υποχωρώντας προς το Πόγραδετς, άφησαν πίσω τους σημαντικές ποσότητες πολεμικού υλικού και πυρομαχικών.
Οι επιτυχίες αυτές, ωστόσο, δεν σήμαιναν ότι ο δρόμος προς την επικράτηση είχε ανοίξει χωρίς εμπόδια. Η προώθηση των ελληνικών δυνάμεων προς τις δυτικές περιοχές του Πόγραδετς εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά επίπονη επιχείρηση. Η στρατιωτική οδός που συνέδεε τη Λέσνιτσα με το Καλιβάτσι ήταν στενή και μπορούσε να εξυπηρετήσει κυρίως μια περιορισμένη φάλαγγα μεταφοράς εφοδίων. Το χιόνι και ο παγετός δυσχέραιναν την κίνηση των στρατιωτών, ενώ η ομίχλη περιόριζε την ορατότητα και δημιουργούσε πρόσθετους κινδύνους.
Οι δυσκολίες
Η αδυναμία ομαλής κυκλοφορίας των στρατιωτικών τμημάτων προκάλεσε συνωστισμό σε κρίσιμα σημεία της διαδρομής. Οι Ιταλοί εκμεταλλεύτηκαν την κατάσταση, πλήττοντας τις ελληνικές δυνάμεις με πυρά πυροβολικού και όλμων. Οι πρώτες σημαντικές απώλειες του 22ου Συντάγματος σε αυτή τη φάση συνδέθηκαν με τις δυσκολίες της μετακίνησης και την έκθεση των στρατιωτών στα εχθρικά πυρά.
Οι άνδρες του Συντάγματος έπρεπε να αντιμετωπίσουν όχι μόνο τον αντίπαλο, αλλά και το ίδιο το βουνό. Οι θέσεις που παραλάμβαναν δεν διέθεταν πάντοτε την απαιτούμενη οχύρωση. Τα χαρακώματα ήταν ρηχά, τα ορύγματα επικοινωνίας ανεπαρκή και τα προστατευτικά έργα περιορισμένα. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, οι στρατιώτες εργάζονταν αδιάκοπα για να ενισχύσουν την άμυνά τους, να βελτιώσουν τις θέσεις τους και να δημιουργήσουν όσο το δυνατόν ασφαλέστερες συνθήκες για τη συνέχιση των επιχειρήσεων.
Η δοκιμασία του 22ου Συντάγματος κορυφώθηκε στις επιχειρήσεις για την κατάληψη της στενωπού του Καλιβάτσι, στις αρχές Ιανουαρίου του 1941. Η περιοχή είχε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία, καθώς ο έλεγχός της θα διευκόλυνε την ελληνική προέλαση και θα περιόριζε τις δυνατότητες των ιταλικών δυνάμεων να διατηρήσουν τις αμυντικές τους θέσεις. Οι Ιταλοί είχαν οργανώσει ένα ισχυρό σύστημα άμυνας, με χαρακώματα, συρματοπλέγματα και διαδοχικές θέσεις πυρός.
Στις 4 Ιανουαρίου, οι ελληνικές μονάδες έλαβαν διαταγές για επιθετικές ενέργειες στην περιοχή δυτικά του Τραπεζοειδούς. Το 22ο Σύνταγμα κλήθηκε αρχικά να υποστηρίξει με τα πυρά του την προώθηση άλλων ελληνικών δυνάμεων και στη συνέχεια να επιχειρήσει την κατάληψη της στενωπού. Ο περιορισμένος χρόνος, η ισχυρή ιταλική άμυνα και οι δυσκολίες του εδάφους δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωση της αποστολής κατά τη διάρκεια της ημέρας.
Οι επιθέσεις συνεχίστηκαν και τη νύχτα. Οι στρατιώτες του Συντάγματος κινήθηκαν εναντίον των ιταλικών θέσεων, επιχειρώντας να διασπάσουν την άμυνα και να αποκτήσουν τον έλεγχο της περιοχής. Παρά το γεγονός ότι η κατάληψη του Καλιβάτσι δεν επιτεύχθηκε, οι νυχτερινές επιχειρήσεις είχαν αποτελέσματα, καθώς ελληνικά τμήματα κατάφεραν να εκδιώξουν Ιταλούς από ορισμένες θέσεις και να συλλάβουν αιχμαλώτους.
Αγώνας μέχρις εσχάτων
Ανάμεσα στις ενέργειες που ξεχώρισαν ήταν εκείνη του εφέδρου ανθυπολοχαγού Μανούσακα, ο οποίος, επικεφαλής της διμοιρίας του 11ου Λόχου, κινήθηκε με αποφασιστικότητα προς τις εχθρικές γραμμές και συνέβαλε στον περιορισμό των δυνατοτήτων υποχώρησης των Ιταλών. Η δράση του προκάλεσε σοβαρές απώλειες στις αντίπαλες δυνάμεις και καταγράφηκε στις στρατιωτικές αναφορές ως χαρακτηριστικό παράδειγμα πρωτοβουλίας και μαχητικού πνεύματος.
Οι συγκρούσεις δεν περιορίστηκαν στις ελληνικές επιθέσεις. Οι Ιταλοί επιχείρησαν επανειλημμένα να ανακτήσουν τις θέσεις που είχαν χάσει, χρησιμοποιώντας τα διαθέσιμα μέσα του πυροβολικού και επιδιώκοντας να εξουδετερώσουν τις ελληνικές αμυντικές γραμμές. Το 22ο Σύνταγμα βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπο με αριθμητικά ισχυρότερες δυνάμεις, όμως οι άνδρες του συνέχισαν να υπερασπίζονται τις θέσεις τους. Η αντοχή τους δεν στηριζόταν μόνο στην πειθαρχία και στην εκπαίδευση, αλλά και στον δεσμό που είχε αναπτυχθεί ανάμεσα στους στρατιώτες μέσα από τις κοινές δυσκολίες.
Οι στρατιωτικές αναφορές του αντισυνταγματάρχη Πολυχρονιάδη, διοικητή του 22ου Συντάγματος Πεζικού, αποτυπώνουν την εικόνα μιας μονάδας που διατήρησε τη μαχητική της ικανότητα παρά τις συνεχείς απώλειες, την έλλειψη ανάπαυσης και τις αντίξοες συνθήκες. Οι άνδρες του Συντάγματος είχαν αποδείξει ότι μπορούσαν να ανταποκριθούν σε ιδιαίτερα απαιτητικές αποστολές, ακόμη και όταν οι πιθανότητες δεν ήταν με το μέρος τους.
Η άνοιξη του 1941 έφερε μια νέα, δραματική εξέλιξη. Στις 6 Απριλίου, η γερμανική επίθεση εναντίον της Ελλάδας και της Γιουγκοσλαβίας άνοιξε ένα δεύτερο μέτωπο και άλλαξε ριζικά τη στρατιωτική κατάσταση. Ενώ οι ελληνικές δυνάμεις συνέχιζαν να αντιμετωπίζουν τους Ιταλούς στην Ήπειρο, η γερμανική προέλαση απειλούσε πλέον τη συνολική άμυνα της χώρας.
Το 22ο Σύνταγμα Πεζικού εξακολούθησε να μάχεται. Στις 7 και 8 Απριλίου, οι άνδρες του συμμετείχαν σε νέες επιχειρήσεις με στόχο την κατάληψη του Καλιβάτσι και των γύρω υψωμάτων. Οι συγκρούσεις ήταν ιδιαίτερα σκληρές και το τίμημα βαρύ. Δεκαπέντε αξιωματικοί και περίπου τετρακόσιοι οπλίτες του Συντάγματος τέθηκαν εκτός μάχης, σύμφωνα με τις σχετικές στρατιωτικές αναφορές.
Οι μάχες συνεχίστηκαν και στις 8 Απριλίου, όμως η γερμανική προέλαση στα Βαλκάνια επέβαλε σταδιακά την αναδίπλωση των ελληνικών δυνάμεων. Στις 15 Απριλίου, οι άνδρες του 22ου Συντάγματος ενημερώθηκαν για τη διαταγή σύμπτυξης. Η εξέλιξη αυτή σηματοδότησε την αρχή του τέλους της πολεμικής τους δράσης στο μέτωπο, όχι επειδή είχαν εγκαταλείψει τον αγώνα, αλλά επειδή η συνολική στρατιωτική κατάσταση είχε πλέον καταστεί μη αναστρέψιμη.
Στις 23 Απριλίου 1941, στο Μέτσοβο, οι άνδρες του Συντάγματος συγκεντρώθηκαν στο σχολείο του χωριού. Εκεί ολοκληρώθηκε η διαδικασία παράδοσης και καταστροφής του οπλισμού, κλείνοντας έναν κύκλο έξι μηνών σκληρών πολεμικών επιχειρήσεων. Για τους στρατιώτες της Λέσβου και της Λήμνου, η ημέρα αυτή σήμαινε το τέλος της εκστρατείας και την αρχή μιας δύσκολης επιστροφής.
Η επιστροφή
Στις 29 Απριλίου, στα Τρίκαλα, οι άνδρες του 22ου Συντάγματος απολύθηκαν και οι περισσότεροι επέστρεψαν στη Λέσβο μέσω Βόλου, με θαλάσσια μεταφορά. Η επιστροφή τους δεν ήταν μια απλή επάνοδος στην καθημερινότητα. Έφερναν μαζί τους τις μνήμες των μαχών, τις εικόνες των συντρόφων που είχαν χαθεί και το βάρος μιας εμπειρίας που θα τους συνόδευε σε όλη τους τη ζωή.
Μέσα σε αυτή τη δύσκολη συγκυρία, οι στρατιώτες του Συντάγματος προχώρησαν σε μια πράξη αλληλεγγύης που αποτυπώνει τον βαθύ δεσμό τους. Συγκέντρωσαν μεταξύ τους 110.000 δραχμές, με σκοπό να στηρίξουν τις οικογένειες των συναδέλφων τους που είχαν σκοτωθεί. Το ποσό παραδόθηκε στον δεσπότη της Μυτιλήνης, τον Ιάκωβο τον Α’, ώστε να διατεθεί για την ενίσχυση των οικογενειών των πεσόντων. Η πρωτοβουλία αυτή είχε ιδιαίτερη σημασία, καθώς οι άνδρες που επέστρεφαν δεν ξεχνούσαν εκείνους που είχαν μείνει πίσω. Η αλληλεγγύη τους δεν σταμάτησε με το τέλος των επιχειρήσεων, αλλά συνεχίστηκε ως έμπρακτη υποστήριξη προς τις οικογένειες των νεκρών.
Το ανθρώπινο τίμημα της συμμετοχής της Λέσβου στον πόλεμο υπήρξε βαρύ αν κρίνει κανείς το ρόλο που είχε στο μέτωπο το 22ο Σύνταγμα Πεζικού. Ωστόσο επίσημος ακριβής αριθμός δεν υπάρχει, έχουν γίνει κάποιες αναφορές για 296 στρατιώτες που πέθαναν στις μάχες και αν και ακούγεται ρεαλιστικός, δεν είναι επίσημα τεκμηριωμένος. Έτσι κι αλλιώς πολλές από τις στιγμές και τα γεγονότα εκείνης της περιόδου έχουν μεταφερθεί από προσωπικές μαρτυρίες συμμετεχόντων, όπως εν προκειμένω το παράδειγμα που αναφέραμε με τον Δημήτρη Βενέτα, που ήταν ο ταχυδρόμος.
Η επιστροφή των επιζώντων δεν σήμανε το τέλος των δοκιμασιών για τη Λέσβο. Λίγες ημέρες αργότερα, στις αρχές Μαΐου του 1941, το νησί πέρασε υπό γερμανική κατοχή. Η στρατιωτική ήττα της Ελλάδας έφερε μια νέα πραγματικότητα, με την πείνα, τις στερήσεις και την καταπίεση να επηρεάζουν την καθημερινότητα των κατοίκων. Η εμπειρία του πολέμου συνεχίστηκε μέσα από την Κατοχή, ενώ σταδιακά αναπτύχθηκαν αντιστασιακές δραστηριότητες που εξέφραζαν την επιθυμία των Λέσβιων να διατηρήσουν ζωντανό τον αγώνα για την ελευθερία.
Η ιστορία του 22ου Συντάγματος Πεζικού αποτελεί έτσι ένα σημαντικό κεφάλαιο όχι μόνο της στρατιωτικής ιστορίας, αλλά και της κοινωνικής ιστορίας της Λέσβου. Οι άνδρες του πολέμησαν, υπέμειναν τις κακουχίες, έχασαν συντρόφους και επέστρεψαν σε έναν τόπο που σύντομα θα γνώριζε τη δική του δοκιμασία. Η συμμετοχή τους στον ελληνοϊταλικό πόλεμο αποτυπώνει τη συμβολή ενός νησιού στον αγώνα της Ελλάδας, αλλά και την αντοχή μιας κοινωνίας που κλήθηκε να αντιμετωπίσει τις συνέπειες ενός πολέμου με βαθιές και μακροχρόνιες επιπτώσεις.
Η 28η Οκτωβρίου παραμένει για τη Λέσβο μια ημέρα μνήμης και τιμής. Δεν αφορά μόνο τη γενναία στάση της χώρας απέναντι στην ιταλική επίθεση, αλλά και τους ανθρώπους που έζησαν την ιστορία στο πεδίο της μάχης. Οι Λέσβιοι στρατιώτες του 22ου Συντάγματος Πεζικού άφησαν το δικό τους αποτύπωμα στις επιχειρήσεις της Ηπείρου και της Βορείου Ηπείρου, προσφέροντας τη ζωή, τη δύναμη και την αντοχή τους στον αγώνα για την ελευθερία. Οι 296, που δεν επέστρεψαν, αποτελούν το πιο σκληρό και διαχρονικό σύμβολο αυτής της προσφοράς. Η μνήμη τους δεν ανήκει μόνο στο παρελθόν. Αποτελεί μέρος της ιστορίας της Λέσβου και παραμένει ζωντανή μέσα από τις αφηγήσεις και το αρχειακό υλικό, αποτελώντας την παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές.
Η επέλαση της ναζιστικής Γερμανίας στη χώρα μας και στη Λέσβο δεν ήταν ήττα της Ελλάδας, αλλά η αρχή για να γράψουν οι Έλληνες με ακόμα πιο λαμπρά χρώματα την ιστορία μας, μέσα από την αντίσταση.







