Αίσθηση και έντονο προβληματισμό προκάλεσε η παρέμβαση του προέδρου Εφετών Βορείου Αιγαίου, κατά την έναρξη της χθεσινής συνεδρίασης του Εφετείου. Πριν από την εκφώνηση των υποθέσεων, ο πρόεδρος απευθύνθηκε αιφνιδιαστικά προς τον νομικό κόσμο της Λέσβου, επιλέγοντας να αναδείξει την κρίσιμη κατάσταση που αντιμετωπίζει ο κλάδος της κτηνοτροφίας στο νησί μας.
Με λόγο φορτισμένο, τους κάλεσε όλους να σταθούν στο πλευρό των κτηνοτρόφων, τονίζοντας πως «αν χαθούν οι κτηνοτρόφοι, θα χαθούμε». Παράλληλα, προέτρεψε να «θυμηθούμε την ελληνικότητά μας» και να «βγάλουμε από μέσα μας τον παλιό γρεκό», δίνοντας έναν έντονα συμβολικό και αξιακό τόνο στην τοποθέτησή του.
Η παρέμβαση αυτή αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα όχι μόνο λόγω του περιεχομένου της, αλλά και λόγω της ιδιότητας του ομιλητή. Είναι σπάνιο ένας ανώτατος δικαστικός λειτουργός να τοποθετείται δημόσια, εντός δικαστικής διαδικασίας, για ένα κοινωνικοοικονομικό ζήτημα, γεγονός που καταδεικνύει το μέγεθος της ανησυχίας για την κατάσταση που επικρατεί στον πρωτογενή τομέα της Λέσβου.
Η κτηνοτροφία στη Λέσβο βρίσκεται τα τελευταία χρόνια υπό έντονη πίεση, με αυξημένο κόστος παραγωγής, μειωμένες τιμές προϊόντων και συσσωρευμένα προβλήματα βιωσιμότητας. Ο κλάδος, που παραδοσιακά αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας, συνδέεται άμεσα με την κοινωνική συνοχή της υπαίθρου, την απασχόληση και τη διατήρηση της πολιτισμικής ταυτότητας του νησιού μας.
Η επισήμανση ότι «αν χαθούν οι κτηνοτρόφοι, θα χαθεί η Ελλάδα» δεν αποτελεί απλώς ρητορική υπερβολή, αλλά αποτυπώνει έναν υπαρκτό φόβο που είναι η ερημοποίηση της υπαίθρου, η εγκατάλειψη παραγωγικών δραστηριοτήτων και η αποδυνάμωση της αυτάρκειας σε βασικά αγαθά.
Μήνυμα προς τη Δικαιοσύνη
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αποστροφή του λόγου προς τον νομικό κόσμο, τον οποίο κάλεσε να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων. Η αναφορά αυτή ερμηνεύεται ως έμμεση υπόδειξη για την ανάγκη ευαισθησίας στη διαχείριση υποθέσεων που σχετίζονται με κινητοποιήσεις ή παραβάσεις που πηγάζουν από την οικονομική ασφυξία των κτηνοτρόφων.
Σε αυτό το πλαίσιο, η παρέμβαση μπορεί να ιδωθεί και ως μια υπενθύμιση ότι η Δικαιοσύνη, πέρα από τον θεσμικό της ρόλο, λειτουργεί και μέσα σε ένα κοινωνικό περιβάλλον, το οποίο καλείται να κατανοεί και να συνεκτιμά.
Παράλληλα, η τοποθέτηση εγείρει και ερωτήματα για τα όρια της δημόσιας παρέμβασης των δικαστικών λειτουργών. Η Δικαιοσύνη οφείλει να διατηρεί την ουδετερότητα και την ανεξαρτησία της, ωστόσο τέτοιες παρεμβάσεις αναδεικνύουν μια πιο «ανθρώπινη» διάσταση του θεσμού, που δεν μένει αμέτοχος μπροστά σε κρίσιμα κοινωνικά ζητήματα, αλλά απεναντίας δείχνει να έχει γνώση και συμμετοχή και όχι να παρακολουθεί από αποστεωμένους χώρους.
Τελικά, η τοποθέτηση του προέδρου Εφετών δεν απευθυνόταν μόνο στους παριστάμενους νομικούς. Αγγίζει την πολιτεία, τους τοπικούς φορείς, αλλά και την κοινωνία συνολικά, θέτοντας στο επίκεντρο την ανάγκη στήριξης ενός κλάδου που δοκιμάζεται.
Σε μια περίοδο όπου τα αδιέξοδα στον πρωτογενή τομέα εντείνονται, τέτοιες παρεμβάσεις λειτουργούν ως καμπανάκι κινδύνου ότι η αντιμετώπιση της κρίσης απαιτεί ευθύνη, δράση και ευαισθησία παίρνοντας δύναμη από το dna του λαού μας.



