Με σαφή και ξεκάθαρα διατυπωμένο τρόπο, οι δήμαρχοι Μυτιλήνης και Δυτικής Λέσβου, Παναγιώτης Χριστόφας και Ταξιάρχης Βέρρος, αντίστοιχα, τοποθετήθηκαν δημόσια απέναντι στο ενδεχόμενο μεταφοράς των Υπηρεσιών Δόμησης από τους δήμους στο Ελληνικό Κτηματολόγιο. Οι παρεμβάσεις τους δεν κινούνται στο επίπεδο γενικών ενστάσεων, αλλά αποτυπώνουν συγκεκριμένες αποφάσεις, συλλογικές διαδικασίες και πρόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, ακολουθώντας τη γραμμή της Κεντρικής Ένωσης Δήμων Ελλάδας.
Ο δήμαρχος Μυτιλήνης, Παναγιώτης Χριστόφας,με δήλωσή του στα “Νέα της Λέσβου” υποστηρίζει ότι «ο δήμος Μυτιλήνης είναι αντίθετος με την προοπτική μεταφοράς των Υπηρεσιών Δόμησης στο Ελληνικό Κτηματολόγιο». Όπως ανέφερε, αυτή η θέση δεν διατυπώνεται για πρώτη φορά, αλλά έχει ήδη αποτυπωθεί θεσμικά, καθώς τον προηγούμενο μήνα εκδόθηκε σχετικό ψήφισμα, το οποίο εγκρίθηκε ομόφωνα από το Δημοτικό Συμβούλιο. Με το ψήφισμα αυτό, ο δήμος ζητά την ανάκληση της απόφασης που αφορά στη μεταφορά των ΥΔΟΜ.
Η δήλωση Χριστόφα προσδιορίζει επίσης το επόμενο βήμα σε περίπτωση που υπάρξει νομοθετική ρύθμιση προς αυτή την κατεύθυνση. Όπως ξεκαθαρίζει, «ο δήμος Μυτιλήνης θα είναι μεταξύ των δήμων που θα προσφύγουν στο Συμβούλιο της Επικρατείας, στη βάση και σχετικής απόφασης της ΚΕΔΕ». Πρόκειται για μια θέση που συνδέει τη δημοτική αρχή με τη συλλογική στάση της αυτοδιοίκησης και μεταφέρει τη διαφωνία από το πολιτικό στο νομικό πεδίο.
Αντίστοιχη, αν και πιο λακωνική, είναι η δήλωση του δημάρχου Δυτικής Λέσβου, Ταξιάρχη Βέρρου. Μιλώντας στα “Νέα της Λέσβου”, ο δήμαρχος ανέφερε ότι «ο δήμος Δυτικής Λέσβου θα ακολουθήσει την πρόταση της ΚΕΔΕ για το ζήτημα που αφορά στην παραμονή των Υπηρεσιών Δόμησης στους δήμους και θα προσφύγει και αυτός στο Συμβούλιο της Επικρατείας». Η τοποθέτηση αυτή ευθυγραμμίζει καθαρά τον δήμο Δυτικής Λέσβου με τη γραμμή της ΚΕΔΕ, χωρίς επιπλέον διευκρινίσεις ή επιμέρους διαφοροποιήσεις.
Οι δύο δηλώσεις, αν και διαφορετικές σε έκταση, συγκλίνουν πλήρως ως προς την ουσία ότι και οι δύο δήμοι στηρίζουν τη θέση της ΚΕΔΕ και δηλώνουν πρόθεση δικαστικής προσφυγής. Η σύγκλιση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς αφορά στους δύο διοικητικούς φορείς του νησιού, οι οποίοι καλύπτουν το σύνολο της Λέσβου.
Το ζήτημα αφορά άμεσα στον ρόλο των δήμων στη διαχείριση της δόμησης και της πολεοδομικής λειτουργίας. Οι Υπηρεσίες Δόμησης είναι αρμόδιες για την έκδοση οικοδομικών αδειών, τον έλεγχο της εφαρμογής της πολεοδομικής νομοθεσίας και τη διαχείριση ζητημάτων που συνδέονται άμεσα με τη χρήση του χώρου. Η παραμονή τους στους δήμους σημαίνει ότι αυτές οι αρμοδιότητες ασκούνται στο επίπεδο της τοπικής αυτοδιοίκησης, υπό την ευθύνη των δημοτικών αρχών και με άμεση διοικητική σύνδεση με τις τοπικές κοινωνίες.
Αντιθέτως, η μεταφορά τους στο Ελληνικό Κτηματολόγιο συνεπάγεται αλλαγή διοικητικής υπαγωγής και κεντρικοποίηση της αρμοδιότητας. Αυτό ακριβώς είναι το σημείο στο οποίο εστιάζει η αντίδραση της αυτοδιοίκησης, όπως εκφράζεται μέσω της ΚΕΔΕ και υιοθετείται ρητά από τους δύο δήμους της Λέσβου. Η επιλογή της προσφυγής στο Συμβούλιο της Επικρατείας καταδεικνύει ότι το ζήτημα αντιμετωπίζεται ως θέμα θεσμικής τάξης και κατανομής αρμοδιοτήτων και όχι απλώς ως τεχνική αλλαγή. Ιδιαίτερο βάρος έχει το γεγονός ότι, στην περίπτωση του δήμου Μυτιλήνης, η αντίθεση δεν αποτελεί προσωπική θέση του δημάρχου, αλλά απόφαση που έχει εγκριθεί ομόφωνα από το Δημοτικό Συμβούλιο. Η ομοφωνία προσδίδει στη θέση αυτή χαρακτήρα ευρύτερης πολιτικής και θεσμικής συναίνεσης σε τοπικό επίπεδο.
Συνολικά, οι παρεμβάσεις Χριστόφα και Βέρρου διαμορφώνουν ένα καθαρό και ενιαίο μήνυμα από τη Λέσβο ότι οι δήμοι συντάσσονται με τη συλλογική στάση της ΚΕΔΕ, χρησιμοποιώντας όλα τα θεσμικά μέσα που προβλέπονται. Έτσι το ζήτημα μεταφέρεται στο επίπεδο των κεντρικών αποφάσεων και της δικαστικής κρίσης, με τη θέση των τοπικών αρχών να έχει διατυπωθεί με σαφήνεια και χωρίς περιθώρια παρερμηνείας.



