Πέμπτη, 18 Ιουλίου, 2024

Ο σκοπός της ζωής μας

Του Γρηγόρη Δουμούζη – Θεολόγου, MSc Θεολογίας, Φοιτητή Κοινωνιολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου 

Δεν είναι τυχαίο πως μετά την Κυριακή της Πεντηκοστής, η Εκκλησία μάς αποκαλύπτει τους «καρπούς» και τα «δώρα» του Αγίου Πνεύματος. Ποια είναι; Η «αγιότητα». Γι’ αυτό την Κυριακή έχουμε τη σύναξη όλων των αγίων. Είναι η Κυριακή των Αγίων Πάντων. Η Εκκλησία είναι ένα «εργαστήρι αγιότητας». Ο λόγος ύπαρξης της Εκκλησίας είναι η αγιότητα. Ο λόγος της δικής μας ύπαρξης είναι ο αγιασμός.

Τι είναι, όμως, η «αγιότητα»; Ποιος είναι «άγιος»; Είναι κάποια ερωτήματα στα οποία δυσκολευόμαστε να δώσουμε μια σαφή απάντηση. Αρχικά, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι «άγιος» δεν είναι κανείς, πλην του Θεού. Η αγιότητα είναι αποκλειστικά ένα χαρακτηριστικό του Θεού. Θα ρωτήσει κάποιος: «Τότε, πώς εμείς γιορτάζουμε τους αγίους; Ποιος είναι άγιος τέλος πάντων;». Άγιος είναι όποιος «ανοίγεται» στην αγιότητα του Θεού, συνδέεται και ενώνεται μαζί Του, λαμβάνει απ’ την αγιότητά Του και, έτσι, γίνεται και αυτός άγιος. 

Σκοπός της ζωής μας δεν είναι να γίνουμε «καλοί» ή «ηθικοί» άνθρωποι, αλλά να γίνουμε άγιοι. Ποια είναι η διαφορά του «καλού ανθρώπου» και του «αγίου»; Μπορεί κάποιος να είναι καλός και να μην έχει σχέση με το Θεό. Ούτε η αμαρτία, ούτε η αρετή είναι το προσδοκώμενο, αλλά ο πόθος και η αναζήτηση του Θεού. Η μετάνοια τι είναι; Δεν είναι μια στενοχώρια για τα λάθη μου, αλλά είναι η διαπίστωση ότι χωρίς Θεό δεν έχω ζωή. 

Το ζητούμενο είναι να αφυπνιστεί αυτό που έχουμε «φυτεμένο» μέσα μας, που είναι ο πόθος του Θεού. Η ποιότητα, λοιπόν, της πνευματικής ζωής κρίνεται απ’ τον πόθο που έχουμε για το Θεό. Όπως έλεγε και ένας σύγχρονος ασκητής: «Δεν απασχολούν το Θεό ούτε οι αρετές μας, ούτε οι αμαρτίες μας, αλλά τον ενδιαφέρει τι είναι «γραμμένο» στην καρδιά μας». Αυτό είναι το σύμπτωμα της πτώσης των χριστιανών σήμερα: Ότι δεν έχουμε διάθεση για το Θεό και δεν καταλαβαίνουμε ότι χαρά μας είναι ο Θεός. Από εκεί και πέρα, ο άνθρωπος φτιάχνει τη δική του ιστορία, η οποία στηρίζεται στον εαυτό του. Δηλαδή, φτιάχνει τη δική του κόλαση, είτε λέγεται «αρετή», είτε λέγεται «αμαρτία».

Το σημαντικό και αυτό που μας «ζωντανεύει» είναι αν η καρδιά μας ελκύεται απ’ το Θεό και ζητεί το Θεό. Αυτό, όμως, δεν έρχεται από μόνο του. Κάποιος θα πει: «Πώς θα ποθήσω κάποιον που δεν γνώρισα;». Τι γίνεται τότε; Επειδή μέσα μας είναι «φυτεμένος» ο πόθος για το Θεό, τίποτα δεν μας αναπαύει πλην του Θεού. Άρα, αυτό το κενό που έχουμε, που δεν ξέρουμε για ποιο λόγο υπάρχει, αποτελεί την αφορμή να οδηγηθούμε στο Θεό. Άλλωστε, ακόμη και αν όλα τα κάνουμε, λέει το ευαγγέλιο: «Τι θα ωφελήσει τον άνθρωπο, αν κερδίσει τον κόσμο όλο και χάσει την ψυχή του;». Όλα και αν τα κερδίσουμε, στο τέλος διαπιστώνουμε ένα κενό.

Αυτό είναι το «ευλογημένο κενό» που θα μας διεγείρει στην αναζήτηση να βρούμε το λόγο που είμαστε κενοί και να το καλύψουμε. Οπωσδήποτε αν είμαστε φιλότιμοι, θα καταλάβουμε πως αυτό που μας λείπει είναι ο Θεός. Τότε, κάνουμε αρχή μετάνοιας που αποτελεί ένα υπαρξιακό γεγονός και λέμε: «Ζω μέσα στο θάνατό μου, είτε είμαι καλός, είτε είμαι κακός, αφού ακόμα δεν γεύτηκα το Θεό στη ζωή μου». Αυτό είναι που μας οδηγεί σε μια άλλη οδό. 

Αν κάναμε μια Εκκλησία κάποιων κανόνων, αυτό είναι μια απάτη για να οχυρώσουμε τη δικαίωσή μας. Η Εκκλησία κάτι άλλο μας κάνει: Μας κάνει ζωντανούς. Και αρχή της ζωής είναι η διαπίστωση του δικού μας θανάτου και της απουσίας του Θεού. Αυτό είναι η αγιότητα. Ο άγιος δεν κάνει κηρύγματα, αλλά εκπέμπει όλη του η ύπαρξη ένα φως, μια λεπτότητα, μια γλυκύτητα και τον ίδιο τον Χριστό. Δεν ξέρει να κρίνει ο άγιος, δεν πετάει ιδέες, αλλά αναπαύει με την εσωτερική του τρυφερότητα, που είναι τρυφερότητα Χριστού.

Εμείς οι ψεύτικοι χριστιανοί, είτε είμαστε συντηρητικοί, είτε είμαστε φιλελεύθεροι, ψεύτες είμαστε. Το δικό μας εαυτό προβάλλουμε. Ο άγιος είναι κάτι άλλο: Σου προτείνει κάτι διαφορετικό. Δεν σου προτείνει τον εαυτό του και τη γνώμη του. Είναι εξαφανισμένος ο ίδιος και στο πρόσωπό του βλέπεις τον Χριστό. Αυτός είναι ο δρόμος της αγιότητας. 

Αυτά, όμως, τι σημασία έχουν για μας; Πόσο κοντινά είναι σε μας; Πάρα πολύ κοντινά είναι. Με ποιο τρόπο; Θα πει κάποιος: «Έχω την οικογένειά μου, έχω τα βάσανά μου, έχω τους λογισμούς μου. Πώς εγώ να έχω σχέση με την αγιότητα;». Η αρχή είναι αυτό που είπαμε: Να καταλάβουμε το κενό μας και να μην βρούμε ένα υποκατάστατο του κενού. Στη συνέχεια, να ζητήσουμε το Θεό και το έλεός Του. Με ποιο τρόπο; «Σταυρώνοντας» το λογισμό μας. 

Το μεγάλο μας πρόβλημα είναι οι λογισμοί μας. Και οι καλοί και οι κακοί. Αυτοί που μας λένε: «Δεν είσαι για το Θεό». Ή άλλος που λέει: «Πού να βρω το Θεό;». Άλλος λέει: «Τόσα προβλήματα έχω. Τώρα με το Θεό θ’ ασχοληθώ;». Έτσι, αρχίζουμε και τρελαινόμαστε με λογισμούς. Ποια είναι η επόμενη κίνηση; «Σταυρώνω» το λογισμό μου. Κάνοντας αυτό, όμως, έρχεται ο λογισμός και λέω: «Είμαι τόσο αμαρτωλός. Τι μπορώ να κάνω; Έχω τόσα προβλήματα». Η επόμενη κίνηση είναι να πω: «Να ‘ναι ευλογημένο». Ν’ αποδεχτώ, δηλαδή, την πραγματικότητα και να μην αντιδρώ ούτε στο Θεό, ούτε στον εαυτό μου, ούτε και στους άλλους. Το να κατηγορώ τον εαυτό μου δεν είναι ταπείνωση, αλλά εγωισμός. Το να κατηγορώ τον εαυτό μου είναι μια απασχόληση με τον εαυτό μου και όχι με το Θεό. 

Άρα, η αγιότητα είναι πάρα πολύ κοντά. Το θέμα είναι πώς τοποθετούμαστε. Είναι αυτό που διαβάζουμε: «Εαυτούς και αλλήλους και πάσα τη ζωή ημών Χριστώ τω Θεώ παραθώμεθα». Αυτό το «άφημα» στο Θεό. Τότε, γίνεται η αρχή του προσωπικού μας πνευματικού «τοκετού». Όταν ησυχάσουμε και έχουμε αυτή την ησυχία, τότε, θ’ «ακούσουμε» το Θεό.

Είναι απλά τα πράγματα. Θα πούμε στο Θεό: «Έχω τα χάλια μου, είμαι νεκρός, αλλά σε θέλω Θεέ μου. Δεν ξέρω πώς να σε βρω, αλλά ελέησέ με. Παραδίδομαι σε σένα». Αυτό κάνει ο Θεός: Μας «αλλάζει τα φώτα». Άρα, αγιότητα είναι να παύσουμε να ζούμε εμείς, αλλά ν’ αφήσουμε να δράσει ο Χριστός στη ζωή μας.

spot_img

More articles

spot_img
spot_img
spot_img