Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας

Μόλις το 2017,  η 9η Φεβρουαρίου, ημέρα μνήμης του εθνικού ποιητή Διονυσίου Σολωμού καθιερώθηκε ως Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας, σύμφωνα με την υπ. αριθμ. 17889 κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Εξωτερικών και Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ Β’ 1384/24/04/2017). Με την θέσπισή της επιδιώκεται η ανάδειξη του θεμελιώδους ρόλου που διαδραμάτισε η ελληνική γλώσσα ανά τους αιώνες, συμβάλλοντας ουσιαστικά στην εδραίωση τόσο του ευρωπαϊκού όσο και του παγκόσμιου πολιτισμού.

Του Δρ. Παναγιώτη Δ. Βερναρδάκη*

Η συμβολή του Δημήτριου  Ν. Βερναρδάκη στη  διαμόρφωση της  Ελληνικής  Γλώσσας

Πριν αναφερθώ στη συμβολή του Βερναρδάκη στη γλωσσική διαμόρφωση στην Ελλάδα, θα ήθελα να παρουσιάσω εν συντομία μερικά βιογραφικά του στοιχεία.

Ο βίος του μπορεί να χαρακτηρισθεί μυθιστορηματικός: Πρωτότοκος γιος του Νικολάου Βερναρδάκη, του Κρητικού, όπως τον αποκαλούσαν, γιατί καταγόταν από το Βενεράτο της Κρήτης, και της Μελισσηνής Τραντάλη από τη Γέρα της Λέσβου, γεννήθηκε στην Αγία Μαρίνα της Λέσβου το 1833. Τα πρώτα του γράμματα τα έμαθε στο Καγιάνι, ένα γραφικό προάστιο δίπλα στην ωραία κωμόπολη της Αγ. Μαρίνας. Μετά φοίτησε στη Σχολή της Μυτιλήνης, υπηρετώντας ταυτόχρονα στη Μητρόπολη, υπό την προστασία του μητροπολίτη Μυτιλήνης και μετέπειτα πατριάρχη Αλεξανδρείας Καλλίνικου. Ο μητροπολίτης και οι περί αυτόν διέγνωσαν αμέσως την πρόωρη ευφυΐα και τη μεγάλη στα γράμματα επίδοση του νεαρού Βερναρδάκη. Με κοινό έρανο του μητροπολίτη, του αρχιμανδρίτη Γρηγ. Καλαγάνη και ενός μοναχού από το Σινά φεύγει ο δεκαπεντάχρονος Δημήτριος για την Αθήνα. Εκεί, αφού φοίτησε ένα χρόνο στο Γυμνάσιο, με γυμνασιάρχη τον ξακουστό διδάσκαλο του Γένους Γεώργιο Γεννάδιο, εγγράφεται το 1849, σε ηλικία 16 ετών, στο Πανεπιστήμιο, φοιτητής της Φιλοσοφικής Σχολής.

Το 1854 δημοσιεύει τα δύο ποιητικά του πρωτόλεια, «Γραομυομαχία» και «Περίδρομος» και το 1855 εκδίδει «Το τρωγάλιον του δοκησισόφου ή Αυτοσχέδιος απάντησις εις τον K.(ύριον) Γ.(εώργιον) Χρυσοβέργην» υπερασπιζόμενος τον καθηγητή του Ασώπιο. Τον ίδιο χρόνο γράφει το επικό του ποίημα «Ο Πλάνης», που δημοσιεύεται αργότερα (μόνο το πρώτον άσμα). Το 1856 κερδίζει ο Λέσβιος ποιητής στο «Ράλειο Ποιητικό Διαγωνισμό» τη δάφνη με το επικολυρικό ποίημά του «Εικασία». Για την «Εικασία» του Βερναρδάκη γράφει ο εθνικός μας ποιητής Κωστής Παλαμάς, στη νεκρολογία του1): «Ο Βερναρδάκης δεν άρχισε το έργο του, καθώς οι περισσότεροι από μας, με τις απαραίτητες συλλογές στίχων των είκοσι χρονών. Άρχισε με ποίημα σπουδής, με τη βυζαντινή παράδοση της ‘Εικασίας’». Η βραβευθείσα «Εικασία» ήταν και ο λόγος που προέτρεψε το συγγενή και ομώνυμό του Δημήτριο Βερναρδάκη ή Μπεναρδάκη,  πλούσιο μεγαλέμπορο της Πετρούπολης, με ανακοίνωσή του στην πρυτανεία του Εθνικού Πανεπιστημίου, να αναλάβει την υποτροφία του νεαρού Δημητρίου για ευρύτερες σπουδές στην Ευρώπη. Ο μεγάλος Έλληνας ευεργέτης, ο Δημήτριος Μπεναρδάκης της Ρωσίας, προσέφερε, μεταξύ άλλων, μεγάλα ποσά στο Εθνικό Πανεπιστήμιο (είναι αναγραμμένος δεύτερος στη σειρά στη στήλη των ευεργετών του Πανεπιστημίου), καθώς και για την ανοικοδόμηση του Αρχαιολογικού Μουσείου. Κι έτσι αναχωρεί ο Δημήτριος το 1856 για τη Γερμανία. Θα πρέπει να σημειώσουμε εδώ ότι ο νεαρός υπότροφος έχει και άλλο προστάτη, τον καθηγητή της Ιστορίας στο  Πανεπιστήμιο  Θεόδωρο Μανούση, που ανέλαβε και την έδρα του, όταν γύρισε από τη Γερμανία. Στο Μανούση αφιέρωσε ο Δημήτριος και το προαναφερθέν ποίημά του «Εικασία». Στη Γερμανία σπουδάζει κυρίως στα Πανεπιστήμια του Μονάχου και του Βερολίνου. Το 1857 συγγράφει και το 1858 εκδίδει στο Μόναχο το δράμα «Μαρία Δοξαπατρή» μαζί με τα «Προλεγόμενα περί εθνικού ελληνικού δράματος». Τα Προλεγόμενα αποτελούν ένα από τα πιο σημαντικά κείμενα, όσον αφορά στη θεωρία του δράματος στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Στις 18 Ιουνίου του 1858 απαγγέλλει σε επίσημη τελετή στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου την ξακουστή πινδαρική ωδή προς τον Friedrich Wilhelm Thiersch, το μεγάλο φιλέλληνα Φρειδερίκο Γουλιέλμο Θείρσιο, όπως τον ονομάζουν οι Έλληνες. Ο Θείρσιος είναι ο διαπρεπής φιλόλογος και παιδαγωγός της Γερμανίας, που σε όλη του τη ζωή εξύμνησε το όνομα της Ελλάδος. Ήταν κηδεμόνας και προστάτης του Δημητρίου Βερναρδάκη. Η πινδαρική ωδή έγινε αφορμή να γνωρισθεί ο Δημήτριος με το μεγάλο Γερμανό ιστορικό και δημοσιογράφο Jacob Philipp Fallmerayer, τον περιβόητο «Fragmentist», που ισχυρίσθηκε στο σύγγραμμά του «Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters» (Ιστορία του Μορέως κατά τον Μεσαίωνα), ότι οι σημερινοί Έλληνες έχουν σλαβικό αίμα στις φλέβες  τους. Ο Λέσβιος σπουδαστής κατόρθωσε να μεταπείσει το Γερμανό ιστορικό, ότι το επιχείρημά του, ότι δηλαδή οι Έλληνες είναι Σλάβοι, στηριζόταν σε παρερμηνεία κειμένων, κυρίως αυτών του Κωνσταντίνου Πορφυρογεννήτου, ο οποίος στο συγγραμμά του «Περί Θεμάτων» αναφέρει σε ένα χωρίο: «ἐσλαβώθη δὲ πᾶσα ἡ χώρα καὶ γέγονε βάρβαρος». Ο Fallmerayer έδωσε απόλυτο δίκιο στο Βερναρδάκη και από τότε έγιναν φίλοι.2) Στο τέλος της ίδιας χρονιάς, δηλαδή του 1858, «ο αντιλήπτωρ και προστάτης και παρήγορος και πατήρ», όπως αποκαλεί ο Βερναρδάκης το Θεόδωρο Μανούση, αφήνει με διαθήκη όλη του την περιουσία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και ορίζει τα εξής: «Εις τον ως υιόν μου αγαπητόν Δημήτριον Βερναρδάκην, διαμένοντα χάριν σπουδών εις Γερμανίαν, αφίνω δραχμάς τριάκοντα χιλιάδας, τας οποίας το Πανεπιστήμιον θέλει πληρώση εις αυτόν, μετά την εις Ελλάδα επιστροφήν του, μέχρι τότε δε στέλλη προς αυτόν μόνον τους τόκους του ειρημένου ποσού»3). Δέον να σημειωθεί ότι η υποτροφία του από τον Μπεναρδάκη της Ρωσίας δεν επαρκούσε, για να καλύψει ο Δημήτριος όλα τα έξοδά του στην πανάκριβη Γερμανία (η επιστολή αυτή προς τους γονείς του βρίσκεται στο αρχείο του αδελφού του, Αθαν. Βερναρδάκη). Το 1860, τον ίδιο χρόνο που αναγορεύεται διδάκτωρ της Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, εκδίδει στη Λειψία την τραγωδία του «Κυψελίδαι» και την αφιερώνει στο Δημήτριο Μπεναρδάκη. Επιστρέφοντας στην Αθήνα ο Δημήτριος γίνεται στις 11 Ιουνίου 1861 καθηγητής της Γενικής Ιστορίας και Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών, πριν ακόμα συμπληρώσει τα 28 του χρόνια.                                              

Στα εκατόχρονα από τη γέννηση του Βερναρδάκη, ο Γρηγόριος Ξενόπουλος, τελειώνοντας το άρθρο του στη «Νέα Εστία» με αναφορά στα θεατρικά έργα τού Βερναρδάκη, και κυρίως στη «Φαύστα», γράφει το 1934: «Σήμερα είμαι βέβαιος πως αν βρισκόταν ένας καλός ποιητής νἀγαπήση τη «Φαύστα», να εμπνευσθεί απ’ αυτήν και να την αναπλάση σε ωραίους δημοτικούς στίχους, […] θάχαμε ένα νεοελληνικό δραματικό αριστούργημα. Και θάταν ο μόνος τρόπος για να παρουσιάση λίγο Βερναρδάκη και το Εθνικό Θέατρο και να λείψη κάπως ένα τόσο παράξενο, μα και τόσο δικαιολογημένο παρατράγωδο: να κρατή εξόριστο η εθνική μας Σκηνή τον κορυφαίο από τους νεώτερους εθνικούς δραματογράφους! Το ίδιο δεν θα είχαμε και με τους αρχαίους, αν ήμαστε υποχρεωμένοι να τους παίζουμε στο πρωτότυπο; Αλλά τον Αισχύλο,  το  Σοφοκλή,  τον  Ευριπίδη,  τους μεταφράζουμε  στη  γλώσσα  μας. Γιατί όχι και τον Βερναρδάκη; Όσο είναι “ιεροσυλία” για κείνους, άλλο τόσο θάταν και γι᾿ αυτόν.»4)

Οι ερωτήσεις αυτές του Ξενόπουλου εξακολουθούν να παραμένουν αναπάντητες κι᾿ εγώ προσωπικά δεν μπορώ να εξηγήσω, πώς μεταφράζονται και παίζονται στην ελληνική σκηνή πολλά δραματικά και άλλα έργα ξένων συγγραφέων με πλοκή όχι ελληνική, ενώ τα έργα του Βερναρδάκη, που αναφέρονται στην εθνική μας πολιτιστική κληρονομιά και που μπορούν, με ορισμένες παραλλαγές, ή να μεταφρασθούν άψογα στη δημοτική ή και να παιχθούν στο πρωτότυπο, μένουν στο περιθώριο. Για δυνητικές παραστάσεις των δραματικών έργων του Βερναρδάκη στο πρωτότυπο γράφει ο πατέρας μου, ομώνυμος ανιψιός του Δημητρίου Βερναρδάκη, το 1966: «Μα, η αλήθεια είνε, ότι τα δράματα του Βερναρδάκη, με την αρχαιοπρεπή γλώσσα τους, μπορούν να τα καταλάβουν, τουλάχιστον οι ξένοι, πολύ καλλίτερα, παρ᾿ όσο καταλαβαίνουν τις αρχαίες τραγωδίες, που είνε μεταφρασμένες στη δημοτική, που οι ξένοι την αγνοούν ολότελα».5) Δεν θα μπορούσε, με την έννοια αυτή, να υιοθετηθεί από τους αρμόδιους παράγοντες η πρόταση  του Ιωάννη Καβαρνού, στο έργο του «Η δραματική ποίησις του Δημητρίου Ν. Βερναρδάκη», να παιχτούν στο πρωτότυπο μερικά από τα δραματικά έργα του Βερναρδάκη στα πλαίσια του ρεπερτορίου των ελληνικών φεστιβάλ; Ο Δημήτρης Μυράτ θεωρεί την πρόταση αυτή σωστή, εστιάζοντάς την στη Φαύστα και παρατηρώντας: «Και πιστεύω πως εκείνο που προσφέρεται περισσότερο απ΄ όλα τα δράματα του περασμένου αιώνα, εκείνο που ταιριάζει περισσότερο στο κάντρο του Ωδείου του Ηρώδη, είναι και το καλύτερο έργο του Βερναρδάκη, η “Φαύστα”. Είναι το έργο που ενσαρκώνει τη «Μεγάλη Ιδέα» στο ξεκίνημά της».6) Αλλά και στο πρωτότυπο να μην παιχτούν τα έργα του, δεν θα μπορούσαν να παιχτούν, καλά μεταφρασμένα, στη δημοτική; π.χ. η «Φαύστα» στην αριστοτεχνική μετάφραση του συγγραφέα και ηθοποιού Δημήτρη Μυράτ;

Είναι, βέβαια, δύσκολο, σε λίγες γραμμές, να περιγράψει κανείς την πολυμερή δράση και το πολύμορφο έργο του Βερναρδάκη, που μεταξύ μιας Γραμματικής κι ενός δράματος, έγραφε ποιήματα, δημοσίευε μελέτες και άρθρα και συνέγραφε τον «Ψευδαττικισμού Έλεγχον», που θα μείνει σαν αιώνιο μνημείο της φιλολογικής του δόξας. Χτυπώντας την προγονοπληξία ο Βερναρδάκης και υποστηρίζοντας την απλούστευση της γλώσσας, έγραψε γι’ αυτή σελίδες αληθινά έξοχες, που το ύψος των εννοιών και την αγνότητα της επιστήμης απαλύνει το χαριτωμένο θέλγητρο μιας απαράμιλλης εκφραστικής δύναμης.

Ακούστε μιά περικοπή από τον «Έλεγχο του Ψευδατικισμού» που θυμίζει τη σκωπτική διάθεση του Λουκιανού και τη φραστική εντέλεια του Λογγίνου και αφορά το «αφιππεύω» και το «ξεκαβαλικεύω». Γράφει λοιπόν ο Βερναρδάκης: «Άλλο πάλιν ξεφούρνισμα Λεξικού. Οι παλαιοί, λέγει (ο Κόντος – που ήταν ο αμείλικτος και εμπαθέστερος φιλολογικός εχθρός του Βερναρδάκη και που ο Λέσβιος σοφός τον εξευτέλισε ως φιλόλογο και γραμματικό, Π. Β.), αφιππεύω λέγοντες δεν εννόουν ό,τι εννοούσι  σήμερον πολλοί μεταχειριζόμενοι την λέξιν, ήτοι πεζεύω ή ξεκαβαλικεύω, αλλά «απελαύνω» ή «απέρχομαι ιππεύων». Και τις, ερωτώμεν, αντιλέγει; Ή μήπως είνε τούτο το πρώτον και τελευταίον ρήμα, ή η πρώτη και τελευταία λέξις, εις ην συνέβη τούτο, άλλο να σημαίνη παρά τοις παλαιοίς, και άλλο παρ᾿ ημίν σήμερον; Αφ᾿ ου δε λέγει ό,τι λέγουσι τα Λεξικά, καταστρώνει έπειτα και τα σύνθετα, αντιγράφων τον Σκάπουλαν ή τον Αγγλικόν Θησαυρόν και τα παρόμοια Λεξικά, και παραγεμίζων, εννοείται, ταύτα και με αφθόνους περικοπάς. Αλλά, προς τι πάντα ταύτα; Προς ουδέν, αποκρινόμεθα. Το αφιππεύω δεν τω αρέσκει, διότι παρά τοις αρχαίοις η λέξις είχεν άλλην έννοιαν· το πεζεύω και ξεπεζεύω του βρωμά, διότι είνε λέξις της «πεπατημένης χυδαιολογίας»· το ξεκαβαλικεύω ουδ΄ έπρεπε καν να ληφθή υπ΄ όψιν ως έτι «βαρβαρώτερον και ασχημονέστερον». Αλλά τότε πώς πρέπει να είπωμεν; Ερεί τις ου χρην· αλλά τι χρην είπατε!
Ουδέν περί τούτου λέγει ο δεινός Ελληνιστής. Μένετε λοιπόν και σεις καρφωμένοι, ω πανέλληνες, επί των εφιππίων σας, μέχρις ου σκεφθή και αποφασίση ο Γλωσσικός Παρατηρητής (Κόντος, Π.Β.), τι πρέπει να κάμετε, να ξεκαβαλικεύσετε, να πεζεύσετε, ή να ξεπεζεύσετε, αφ᾿ ου δεν πρέπει ν΄ αφιππεύσετε».7)

Η μονομαχία του Βερναρδάκη με τους αττικιστές παρέμεινε ιστορική και η εξέλιξη του γλωσσικού ζητήματος δικαίωσε τον Βερναρδάκη. Ο «Κοντισμός», ο οποίος απείλησε να μεταδοθεί στην Ελλάδα σαν μια φοβερή επιδημία, κατατροπώθηκε και η γλώσσα έκτοτε ακολούθησε τη φυσική της ροή· και σίγουρα δεν υπάρχει σήμερα άνθρωπος που να τολμά να γράψει: «ο λέμβος», όπως ήθελε ο Κόντος. Ο “Ψευδαττικισμού Έλεγχος” αναδεικνύει τον Βερναρδάκη ως πρόδρομο του δημοτικισμού. Ο ερημίτης της Λέσβου ήταν βαθύς γνώστης της δημοτικής, αλλά το πνεύμα της εποχής του δεν τον άφησε να τη γράψει, όπως συνέβη και με τον Παπαδιαμάντη. Αν η γλώσσα μας η ζωντανή ήταν άγνωστη στον Βερναρδάκη, θα τολμούσε να καταπιαστεί τη σύνταξη του Λεξικού της δημοτικής, που είναι ίσως το δυσκολότερο είδος, που θα δοκίμαζε ένας δημοτικιστής τις δυνάμεις του; Κοντά σ΄αυτά έχουμε και μια είδηση από τον ίδιο τον Αλέξανδρο Πάλλη, επιστήθιο φίλο και θαυμαστή τού Βερναρδάκη, πως οι πρώτοι δέκα στίχοι της Ιλιάδας του βγήκαν από την πέννα του Λέσβιου σοφού. Άλλα δείγματα είναι οι “Δυό πέρδικες” στην Ευφροσύνη του καθώς και άλλα αποσπάσματα από το ίδιο δράμα, αλλά και από άλλα δράματά του, γραμμένα στη δημοτική. 

Εκτός από τον Fallmerayer, με το ισχυρισμό του ότι οι σημερινοί Έλληνες έχουν σλαβικό αίμα στις φλέβες τους, ο μεγάλος Έλληνας Δημήτριος Βερναρδάκης αντέκρουσε σε γλωσσικό επίπεδο, λίγα χρόνια προτού πεθάνει, και τον Γερμανό, Karl Krumbacher, καθηγητή της Βυζαντινής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου. Ο Κωστής Παλαμάς, μη γνωρίζοντας την απάντηση του Βερναρδάκη, που δεν είχε δημοσιευθεί, γράφει μεταξύ άλλων στη νεκρολογία του για το Δημήτριο το 1907: «Του Κρουμπάχερ το κήρυγμα για τη γλώσσα μας τον εξερέθισε· μάθαμε πως πήρε να τ΄ αποκριθή· μα δεν τον αφήσαν τα χρόνια».8) Στο επαναστατικό γλωσσικό κήρυγμα του Krumbacher αποκρίθηκε  λοιπόν ο Βερναρδάκης. Η απάντηση του Βερναρδάκη φέρει τον τίτλο: «Ο εν Μονάχω καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας περί της νεοελληνικής γραπτής γλώσσης – Το πρόβλημα της νεοελληνικής γραπτής γλώσσης».

Εκτός από το μνημειώδες έργο «Ψευδαττικισμού Έλεγχος», έργο στο οποίο ο Βερναρδάκης τίθεται υπέρ της ζωντανής γλώσσας, ελέγχοντας τον αττικιστή Κόντο και τους οπαδούς του, δίνει την τελευταία του μάχη πάλι σ΄ ένα γλωσσικό θέμα, αυτή τη φορά εναντίον του Krumbacher. Λόγω της επικαιρότητας, όσον αφορά το μέλλον της ελληνικής γλώσσας σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο, θα ήθελα να υπεισέλθω κάπως πιο λεπτομερειακά στο κύκνειο άσμα του Δημητρίου Βερναρδάκη, στην απάντησή του στον Krumbacher. Ο Krumbacher, καθηγητής της Βυζαντινής Φιλολογίας και της Νεοελληνικής Γλώσσας και Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, εκφώνησε στις 15 Νοεμβρίου 1902, στη Βαυαρική Ακαδημία, τον περίφημο πανηγυρικό λόγο με τίτλο «Das Problem der neugriechischen Schriftsprache», τουτέστιν «Το πρόβλημα της γραφομένης νεωτέρας ελληνικής γλώσσης». Την ίδια μέρα η Γενική Εφημερίδα του Μονάχου δημοσίευσε στο Παράρτημά της (Beilage zur Allgemeinen Zeitung) το λόγο του Krumbacher, ο οποίος και πέρασε ύστερα συμπληρωμένος στο περιοδικό της Ακαδημίας με τον ίδιο τίτλο και το 1903 βγήκε σε βιβλίο. Ο Krumbacher παρομοίασε στον προαναφερθέντα εορταστικό λόγο τη γραφόμενη νεοελληνική γλώσσα, δηλαδή την καθαρεύουσα, με αιγυπτιακή μούμια, που δεν έχει καμιά ομοιότητα με τη ζώσα γλώσσα του λαού. Ο Krumbacher φέρει λοιπόν, για να υποστηρίξει τη θέση του, το εξής παράδειγμα: «Φέρτε μου νερό, κρασί και ψωμί  ΄ς  το σπίτι» από τη δημοτική και το αντίστοιχο από την καθαρεύουσα, δηλαδή «Φέρετέ μοι (ή ευγενικώτερα ενέγκατέ μοι) ύδωρ, οίνον και άρτον εις την οικίαν». Αντιπαραβάλλει δε προς τούτο το λατινικό «Portate mihi aquam, vinum et panem in domum» και το παράγωγο ιταλικό «Portate mi acqua, vino e pane nella casa» και παρατηρεί ο Krumbacher ότι η δημοτική δεν διαφέρει από την τότε γραφόμενη γλώσσα, μόνο όσον αφορά την κατάληξη και άλλες μικροδιαφορές, όπως τα ιταλικά από τα λατινικά, αλλά και κατά τη ρίζα. Σε μια πρώτη αντίδρασή του γράφει ο Βερναρδάκης: «Τα παραδείγματα ταύτα μάς ενθυμίζουσι τον  σχολαστικόν τού Ιεροκλέους, όστις, θέλων να πωλήση την οικίαν του, έλαβε κέραμον εξ αυτής και περιέφερεν αυτήν εις την αγοράν προς δείγμα της πωλουμένης οικίας του» και συνεχίζει: «Το επαναλαμβάνομεν, δεν καταλαμβάνομεν, τι θέλει να μας είπη με το παράδειγμα τούτο. Ότι αι δημοτικαί λέξεις δεν είναι ελληνικαί, διότι και η ρίζα αυτών είναι διάφορος; Επομένως ότι ο δημότης Έλλην γνωρίζει μόνας ταύτας τας δημοτικάς λέξεις και ότι τας αντιστοίχους της μούμιας δεν τας εννοεί; Αν τούτο, διαβεβαιούμεν αυτόν, ότι ο δημότης και τας δημοτικάς εννοεί και τας άλλας, διότι αυτός και οι γονείς αυτού ήκουσαν πάσας εν τη εκκλησία χιλιάκις, καθώς δια μακρών προείπομεν».9)

Στην απάντησή του ο Βερναρδάκης ελέγχει τον Krumbacher, αναλύοντας μία προς μία τις λέξεις του παραδείγματος και παραθέτοντας τα αντίστοιχα χωρία των αρχαίων Ελλήνων ποιητών και συγγραφέων, όπου συναντά ο αναγνώστης τις αντίστοιχες ρίζες των λέξεων αυτών της δημοτικής (εκτός από τη λέξη σπίτι, που προέρχεται από τα λατινικά), αποδεικνύει με τα ατράνταχτα αυτά επιχειρήματα ότι η σημερινή ελληνική γλώσσα, που μιλά ο λαός, όπως και η καθαρεύουσα, έχουν τις ρίζες τους στην αρχαία ελληνική γλώσσα και ότι από την εποχή του Ομήρου δεν έχει αλλάξει σχεδόν τίποτε, όσον αφορά την ετυμολογία των λέξεων.

Ο Δ. Βερναρδάκης υπήρξε ο πρώτος Έλληνας που προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας. Το 1904 και το 1905 ο Δ. Βερναρδάκης ήταν υποψήφιος για το Βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας· δυστυχώς, η γνωμάτευση του αρμοδίου Julius Centerwall, μεταφραστή τής Αμαρυλλίδος του Γ. Δροσίνη, δεν βρέθηκε ποτέ…10)


  1. Κωστή Παλαμά, Βερναρδάκης. «Ο Νουμάς» 21-1-1907 (231), σ. 2
  2. Δημ. Ν. Βερναρδάκη, Ο εν Μονάχω καθηγητής της βυζαντινής φιλολογίας περί της νεοελληνικής γλώσσης – Το πρόβλημα της νεοελληνικής γραπτής γλώσσης. Περιοδ. «Λεσβιακά», τόμος Β΄, τεύχος Α΄ (1955), σ. 5-6 και Μιχαήλ Ι. Μιχαηλίδη, Λεσβιακαί Σελίδες – Μέρος Πρώτον – Βίος και Έργα Δημητρίου Ν. Βερναρδάκη, Μυτιλήνη 1909. σ. 28, παραπομπή *)
  3. Δημ. Γρ. Βερναρδάκη, Οι Βερναρδάκηδες πνευματικοί πρόδρομοι της Λεσβιακής Λευτεριάς. Ανάτυπο από τη «Νέα Εστία», τεύχος 975 της 15-2-1968, σ. 6.          
  4. Γρηγορίου Ξενόπουλου, Στα Εκατόχρονα του Βερναρδάκη. Περιοδ. «Νέα Εστία», Τόμος ΙΣΤ΄  (1  Ιουλ. -31 Δεκ. 1934), σ. 950
  5. Δημ. Γρ. Βερναρδάκη, Οι Βερναρδάκηδες πνευματικοί πρόδρομοι…, ό.π., σ. 7. Εξ ιδίας πείρας αναφέρω ότι ο κ. Heinz Gerd Ingenkamp, ομότιμος καθηγητής κλασικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης, με τον οποίο συνεργάζομαι όσον αφορά τα δράματα «Μερόπη» και «Αντιόπη» του Δ. Ν. Βερναρδάκη, τα οποία πρόκειται να εκδοθούν στη Γερμανία, εκφράζει την άποψη ότι για ένα μη Έλληνα κλασικό φιλόλογο, η μετάφραση ενός έργου του Βερναρδάκη, ακόμα και έμμετρου, σε οποιαδήποτε γλώσσα, δεν παρουσιάζει δυσκολίες λόγω της ιδιάζουσας καθαρεύουσας που προσανατολίζεται στα ελληνικά κλασικά πρότυπα, κάτι που δεν συμβαίνει με κείμενα γραμμένα στη δημοτική.                                 
  6. Γιάννη Σιδέρη,  Το  θέατρο  του  Βερναρδάκη.   Τα  εβδομήντα  χρόνια  της  «Φαύστας». «Θέατρο»: Δίμηνη θεατρική επιθεώρηση, Χρόνος Β΄, Τεύχος 9 (Μάιος – Ιούνιος 1963), σ. 41
  7. Δημ. Ν. Βερναρδάκη, Ψευδαττικισμού Έλεγχος, ήτοι Κ. Σ. Κόντου Γλωσσικών Παρατηρήσεων…, Τεργέστη 1884, σ. 164-165. Λόγω περιορισμένου χώρου, παραπέμπω στην ολοκληρωμένη έκδοση του μνημειώδους αυτού έργου του Βερναρδάκη που συνιστά σημείο αναφοράς  και σημαντικότατο σταθμό στην ιστορία του νεοελληνικού γλωσσικού ζητήματος. Ο «Ψευδαττικισμού Έλεγχος» στην τελική του μορφή εκδόθηκε στην Αθήνα τον Απρίλιο του 2016 στη σειρά Νεοελληνική Βιβλιοθήκη του ιδρύματος  Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών (επόπτης: καθηγητής Γιάννης Παπακώστας). Την φιλολογική και τυπογραφική επιμέλεια του βιβλίου είχε ο καθηγητής Νικόλαος Α. Ε. Καλοσπύρος, ενώ ο καθηγητής Γεώργιος Α. Χριστοδούλου συνέβαλε στην αρτιότερη μορφή της έκδοσης, καταρτίζοντας ένα δοκίμιο κριτικής βιβλιογραφίας του Δημ. Ν. Βερναρδάκη (βλ. και το σχόλιό μου στο σύνδεσμο: https://www.dimokratis.gr/index.php?article=2016-6-14_bibliofagos)
  8. Κωστή Παλαμά, Βερναρδάκης., ό.π., σ. 2
  9. Δημ. Ν. Βερναρδάκη, Ο εν Μονάχω καθηγητής…, ό.π., σ. 21, 32-44.
  10. Βικιπαίδεια, λήμμα «Δημήτριος Βερναρδάκης»

* Ο Παναγιώτης Δ. Βερναρδάκης, εγγονός του Γρηγορίου Ν. Βερναρδάκη (αδελφού του Δημ. Ν. Βερναρδάκη), είναι διπλ. οικονομολόγος του Πανεπιστημίου του Mainz και διδάκτωρ οικονομικών επιστημών του Πανεπιστημίου της Φρανκφούρτης. Εκτός των οικονομικών ασχολείται και με φιλολογικά θέματα. Έχει εκδώσει στα γερμανικά δύο βιβλία οικονομικού περιεχομένου:«Ανάλυση φερεγγυότητας διεθνών πιστωτικών ιδρυμάτων» και «Η Ελλάδα ως 12ο μέλος της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης-Γεγονότα και Προοπτικές». Είναι επίτιμο μέλος της Διεθνούς Εταιρείας Πλουτάρχου (International Plutarch Society), έχει δε επιμεληθεί από το 2008 έως το 2017, μαζί με τον ομότιμο καθηγητή Κλασικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο της Βόννης κ. Heinz Gerd Ingenkamp τη μείζονα έκδοση των Ηθικών του Πλουτάρχου του Γρηγ. Ν. Βερναρδάκη (editio maior) στην Ακαδημία Αθηνών (λεπτομερής πληροφόρηση γίνεται στην ιστοσελίδα: www.bernardakis.de). Τον Αύγουστο του 2020 εξέδωσε στη Γερμανία το δράμα τού Δημ. Ν. Βερναρδάκη «Antiope» (Αντιόπη).