Παύλου Παρασκευαΐδη, «Τούρκικες λέξεις στο μανταμαδιώτικο γλωσσικό ιδίωμα»

Γράφει ο Στέφανος Παρασκευαΐδης*

Τον τελευταίο μήνα του πολυτάραχου έτους 2020 ένα νέο βιβλίο ήλθε να εμπλουτίσει τη γνώση μας για τον λεσβιακό πολιτισμό. Πρόκειται για το πιο πρόσφατο πόνημα του συνταξιούχου Λυκειάρχη και συγγραφέα Παύλου Παρασκευαΐδη, με τίτλο «Τούρκικες λέξεις στο μανταμαδιώτικο γλωσσικό ιδίωμα». Το γεγονός ότι το συγκεκριμένο βιβλίο εκδόθηκε εν μέσω της πανδημίας έχει τη δική του συμβολική αξία. Διότι αν η πανδημία έκανε κάποιους να θεωρήσουν, έστω ανομολόγητα, ότι η ζωή των γηραιότερων αξίζει λιγότερο, το βιβλίο αυτό έρχεται να δώσει τη δική του απάντηση, όπως θα φανεί στη συνέχεια.

Ο συγγραφέας του βιβλίου, Παύλος Παρασκευαΐδης, έχει εκδώσει μέχρι σήμερα αρκετά συγγράμματα γύρω από την ιστορία και τον πολιτισμό των Σπετσών, όπου έζησε και εργάστηκε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του. Τα τελευταία όμως χρόνια το ερευνητικό και συγγραφικό του ενδιαφέρον έχει στραφεί στη γενέθλια γη του, την ιδιαίτερη πατρίδα του, τον Μανταμάδο. 

Το βιβλίο εκδόθηκε από τον Σύλλογο Γυναικών Μανταμάδου, έναν Σύλλογο ιδιαίτερα δραστήριο, ο οποίος, δίπλα στις ποικίλες πολιτιστικές εκδηλώσεις, έχει να επιδείξει και μια έντονη εκδοτική δραστηριότητα. Την έκδοση υποστήριξε η Περιφέρεια Βορείου Αιγαίου, και πρέπει να σημειωθεί ότι είναι σημαντικό η Περιφέρεια να στηρίζει τέτοιες πρωτοβουλίες, οι οποίες προσθέτουν νέες ψηφίδες στην εικόνα μας για τον πολυσύνθετο πολιτισμό του νησιού μας.

Ποια είναι η θέση όμως που μπορεί να έχει ένα βιβλίο με τίτλο «Τούρκικες λέξεις στο μανταμαδιώτικο γλωσσικό ιδίωμα» στη σημερινή πραγματικότητα; Σε μια επικαιρότητα που κατακλύζεται από συνταρακτικές ειδήσεις, μέσα σε όλον αυτόν τον καταιγισμό πληροφοριών, όπου δεσπόζουν θέματα που προκαλούν φόβο, ελπίδα, φρίκη, συμπόνια… πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι ένα τέτοιο βιβλίο;

Η ερώτηση εμπεριέχει και την απάντηση: Είναι ακριβώς αυτός ο καταιγιστικός χαρακτήρας και ο ξέφρενος ρυθμός της σημερινής πραγματικότητας που δημιουργούν έναν κίνδυνο και μια ανάγκη. Τον κίνδυνο απώλειας της ιστορικής μνήμης και την ανάγκη επαναπροσδιορισμού της ταυτότητάς μας σε έναν πολυσύνθετο κόσμο.

Η ιστορία μας δεν είναι μόνο αυτή που έχει γραφτεί στα βιβλία. Ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας του έθνους, της ιδιαίτερης πατρίδας, της οικογένειας δεν έχει εκδοθεί σε βιβλία αλλά βρίσκεται καλά φυλαγμένο στις ψυχές και τις συνειδήσεις των ανθρώπων. Και είναι μοιραίο η ιστορία αυτή να χάνεται με το πέρασμα του χρόνου μαζί με τους ανθρώπους που την κουβαλούν μέσα τους. Ίσως έχει τύχει σε αρκετούς από εμάς να νιώσουμε αυτή την απώλεια όταν χάνουμε έναν δικό μας ηλικιωμένο άνθρωπο. Μπορεί τότε να σκεφτούμε ότι ακολουθώντας τους ρυθμούς της καθημερινότητάς μας ξεχάσαμε να σταθούμε και να κουβεντιάσουμε με τον άνθρωπό μας, να μάθουμε από εκείνον περισσότερα για τις εμπειρίες του, τις συνθήκες στις οποίες έζησε και οι οποίες διαμόρφωσαν τόσο εκείνον όσο κι εμάς. Και ίσως είναι και αυτή η απώλεια που θρηνούμε μαζί με τον αγαπημένο μας, η απώλεια ενός μέρους της προσωπικής μας ιστορίας. 

Σε αυτήν ακριβώς την ανάγκη να διατηρηθεί ένα μέρος της ιστορικής μνήμης έρχεται να απαντήσει αυτό το βιβλίο. Όπως σημειώνει ο συγγραφέας στον πρόλογό του, στόχος του βιβλίου είναι να περισώσει μαζί με τις λέξεις και τις φράσεις, «έννοιες, ιδέες και νοοτροπίες, οι οποίες άφησαν ανεξίτηλα τα χνάρια τους, πάνω στα οποία, χωρίς ίσως να το συνειδητοποιούμε, βαδίζουμε εμείς σήμερα και θα βαδίσουν μελλοντικά τα παιδιά μας και τα παιδιά των παιδιών μας». Παρουσιάζοντας τη μέθοδο με την οποία δούλεψε αφήνει να φανεί η αγωνία του να σώσει από την οριστική λήθη όχι απλά κάποιες ξένες λέξεις τούρκικης προέλευσης, αλλά τον τρόπο με τον οποίο μιλούσαν και εκφράζονταν οι δικοί μας άνθρωποι. Σημειώνει ότι πολλές λέξεις υπέκυψαν στη φθορά του χρόνου και έχουν ήδη ξεχαστεί, ενώ σήμερα είναι ελάχιστοι οι άνθρωποι μεγάλης ηλικίας που συνεχίζουν να χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο λεξιλόγιο. Αυτό ανάγκασε τον συγγραφέα να μην μείνει μόνο στις δικές του αναμνήσεις και τις προφορικές μαρτυρίες, αλλά να χρησιμοποιήσει λογοτεχνικά και άλλα κείμενα γραμμένα στη μανταμαδιώτικη ντοπιολαλιά.

Το βιβλίο χωρίζεται σε δύο βασικά μέρη. Στο πρώτο καταγράφονται οι λέξεις τούρκικης προέλευσης που ενσωματώθηκαν στο μανταμαδιώτικο ιδίωμα, μαζί με τη σημασία τους και την καταγωγή τους. Εκείνο όμως που κάνει τις λέξεις να ζωντανέψουν στα μάτια του αναγνώστη είναι το γεγονός ότι τα λήμματα συνήθως εμπλουτίζονται με παραδείγματα χρήσης τους, τα οποία προέρχονται είτε από τη βιωματική εμπειρία του συγγραφέα, είτε από κείμενα που έχουν εκδοθεί κατά το παρελθόν. Το πρώτο αυτό μέρος του βιβλίου πλαισιώνεται από μια λεπτομερή παρουσίαση των κύριων χαρακτηριστικών του μανταμαδιώτικου ιδιώματος και από έναν κατάλογο με τα επώνυμα και τα παρατσούκλια Μανταμαδιωτών που έχουν τις ρίζες τους σε τούρκικες λέξεις.

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου αποτελείται από ένα εκτενές παράρτημα, όπου συγκεντρώνονται και αναδημοσιεύονται κείμενα γραμμένα στη μανταμαδιώτικη ντοπιολαλιά. Για τον αμύητο αναγνώστη ιδιαίτερα βοηθητικό είναι το γλωσσάρι που παρατίθεται στο τέλος του βιβλίου. Άλλα λογοτεχνικά, άλλα ιστορικά και άλλα σατιρικά, τα κείμενα αυτά αποτελούν ηθογραφικούς και λαογραφικούς θησαυρούς, που ξαναδίνουν ζωντάνια σε ήθη, δοξασίες, ιστορικές συνθήκες, σε έναν ολόκληρο κόσμο. Κυρίως όμως αυτό που ζωντανεύει μπροστά στα μάτια του αναγνώστη είναι η ιδιαίτερη ματιά απέναντι στα πράγματα, η νοοτροπία και η διάνοια των παλαιότερων γενιών, η οποία δίνει και τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του τοπικού πολιτισμού. Όλα αυτά αποκτούν μεγάλη βαρύτητα αν σκεφτεί κανείς τον ισοπεδωτικό τρόπο με τον οποίο η κουλτούρα της ψηφιακής εποχής διαμορφώνει τον σύγχρονο άνθρωπο. Τα χαρακτηριστικά της μαζικότητας και της ισοπέδωσης του σημερινού πολιτισμού αντικατοπτρίζονται ασφαλώς στη γλώσσα, με την σταδιακή υποχώρηση και συρρίκνωση των νεοελληνικών ιδιωμάτων. Διότι η γλώσσα, εκτός από κώδικας επικοινωνίας, είναι και ένας καθρέπτης του πολιτισμού μιας ομάδας, ενός λαού. 

Αν προσεγγίσουμε τη γλώσσα από αυτή τη σκοπιά γίνεται αμέσως αντιληπτή άλλη μια διάσταση στη συνεισφορά του συγκεκριμένου βιβλίου. Όπως σημειώνει πολύ εύστοχα ο Αναπληρωτής Καθηγητής Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου κ. Γιώργος Κοτζόγλου, που προλογίζει το βιβλίο, η μελέτη για τις τούρκικες λέξεις στο μανταμαδιώτικο ιδίωμα «πετυχαίνει απόλυτα τον διπλό στόχο που έχει κάθε τέτοια μελέτη»: αφενός αναδεικνύει τα στοιχεία που διαφοροποιούν το μανταμαδιώτικο ιδίωμα από άλλα ιδιώματα της Ελλάδας, ακόμα και της Λέσβου, και προβάλλει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του που λειτουργούν και ως στοιχεία συνοχής της συγκεκριμένης γλωσσικής κοινότητας. Αφετέρου υπογραμμίζει τις συνδέσεις και τις γέφυρες επικοινωνίας αυτής της ιδιαίτερης και μοναδικής ελληνικής κοινότητας με μια ξένη γλώσσα και με έναν ξένο πολιτισμό, τον τουρκικό. Έτσι η γλώσσα αποτελεί αδιάψευστο μάρτυρα ότι οι επαφές και οι πολιτιστικές ανταλλαγές ακολουθούν πολλές φορές δρόμους διαφορετικούς από εκείνους που ίσως υποθέτουμε.

Από τα παραπάνω είναι φανερό πως η μελέτη αυτή εκτός από γλωσσικό έχει και ιστορικό, ηθογραφικό και λαογραφικό περιεχόμενο. Γι’ αυτό και ο συγγραφέας ευελπιστεί ότι το βιβλίο του «θα αποτελέσει χρήσιμο βοήθημα για κάθε ερευνητή και μελετητή της μανταμαδιώτικης ντοπιολαλιάς και γενικότερα της λεσβιακής διαλέκτου. Ίσως εγείρει ερωτήματα και προβληματισμούς που θα δώσουν ώθηση για συζητήσεις και έρευνα σε θέματα που επηρεάζουν την εξέλιξη της γλώσσας, της παράδοσης και του πολιτισμού του λαού μας». Παράλληλα τα λαογραφικά και ηθογραφικά στοιχεία που παραθέτει «δεν αποκλείεται να δώσουν το έναυσμα για λαογραφικές μελέτες που θα προσφέρουν μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της παραδοσιακής ζωής και του λαϊκού πολιτισμού στον τόπο μας».

*Ο Στέφανος Παρασκευαΐδης είναι Φιλόλογος – Δρ Ιστορίας