Η νεανική παραβατικότητα εξελίσσεται τα τελευταία χρόνια σε ένα από τα πιο ανησυχητικά κοινωνικά φαινόμενα, προκαλώντας έντονο προβληματισμό σε κοινωνία και θεσμούς. Τα περιστατικά βίας μεταξύ ανηλίκων, οι συγκρούσεις σε σχολικούς χώρους αλλά και η αυξανόμενη εμπλοκή ολοένα και μικρότερων ηλικιών σε παραβατικές συμπεριφορές, συνθέτουν μια εικόνα που πολλοί χαρακτηρίζουν πλέον ιδιαίτερα ανησυχητική.
Μέσα σε αυτό το κλίμα αυξανόμενης ανησυχίας, η αντιδήμαρχος Πολιτισμού και Κοινωνικής Πρόνοιας του δήμου Μυτιλήνης, Εριφύλη Χιωτέλλη, τοποθετήθηκε δημόσια για το θέμα, ασκώντας κριτική στη στάση της κυβέρνησης και ζητώντας σαφείς πολιτικές επιλογές και συγκεκριμένα μέτρα αντιμετώπισης του φαινομένου.
Η κ. Χιωτέλλη υπογράμμισε ότι το πρόβλημα της νεανικής παραβατικότητας δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται αποσπασματικά ή με μετακύλιση ευθυνών σ΄ άλλους φορείς, αλλά απαιτεί ολοκληρωμένη στρατηγική από την πλευρά της Πολιτείας. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά, η κυβέρνηση οφείλει να παρουσιάσει ένα σαφές σχέδιο για την αντιμετώπιση του φαινομένου, με συγκεκριμένες παρεμβάσεις και στόχους. «Ας διαμορφώσει η κυβέρνηση τη στρατηγική της για τη νεανική παραβατικότητα, ας καταθέσει τις προτάσεις της και τι θα εφαρμόσει, ποια μέτρα σκοπεύει να λάβει, και ποιους στόχους έχει και σε ποια κατεύθυνση. Ας παρουσιάσει τις μετρήσεις των αποτελεσμάτων γι’ αυτό το ζήτημα και ας τις παρουσιάσει στην κοινωνία», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Παράλληλα, σημείωσε ότι η Πολιτεία θα πρέπει να αξιοποιήσει τις προτάσεις που έχουν διατυπωθεί από θεσμικούς φορείς, και ιδιαίτερα από την Αυτοδιοίκηση και την εκπαιδευτική κοινότητα, ώστε να διαμορφωθεί ένα συνεκτικό πλαίσιο πολιτικών πρόληψης. «Πρέπει να υιοθετήσει τις προτάσεις των θεσμών της εκπαίδευσης και όταν τις εφαρμόσει ας μας παρουσιάσει τα αποτελέσματα όλων αυτών και τότε θα το συζητήσουμε», πρόσθεσε. Κλείνοντας την τοποθέτησή της, η αντιδήμαρχος ήταν ιδιαίτερα σαφής ως προς την ευθύνη της κεντρικής διοίκησης, τονίζοντας ότι «ας αναλάβει η κυβέρνηση τις ευθύνες της κι όχι να τις μετατοπίζει αλλού».
Η παρέμβαση της κ. Χιωτέλλη έρχεται σε μια περίοδο κατά την οποία η συζήτηση για τη νεανική παραβατικότητα έχει ενταθεί σε εθνικό επίπεδο, με την Τοπική Αυτοδιοίκηση να επιχειρεί να συμβάλει ενεργά στη διαμόρφωση πολιτικών πρόληψης. Στο πλαίσιο αυτό, ιδιαίτερη σημασία έχουν οι θέσεις που έχουν διατυπωθεί από την Κεντρική Ένωση Δήμων Ελλάδας (ΚΕΔΕ) και το Ινστιτούτο Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΙΤΑ). Σύμφωνα με τις προτάσεις που παρουσιάστηκαν σε σχετική ημερίδα, η Αυτοδιοίκηση επιδιώκει ν΄ αναλάβει ενεργό ρόλο στην πρόληψη κι αντιμετώπιση του φαινομένου, αξιοποιώντας τη θέση της ως θεσμός που βρίσκεται πιο κοντά στην καθημερινότητα των πολιτών. Οι δήμοι μπορούν να λειτουργήσουν ως κρίσιμος κρίκος σύνδεσης ανάμεσα στη νεολαία, την οικογένεια, την εκπαιδευτική κοινότητα και τις τοπικές κοινωνίες.
Κεντρική θέση στις προτάσεις της ΚΕΔΕ αποτελεί η ανάγκη για μια τεκμηριωμένη και επιστημονική προσέγγιση του ζητήματος. Στο πλαίσιο αυτό, το ΙΤΑ προχώρησε σε ερευνητική προσπάθεια που περιλαμβάνει τόσο ποιοτική όσο και ποσοτική μελέτη για τις αντιλήψεις της κοινωνίας γύρω από τη νεανική παραβατικότητα, αλλά και για τους τρόπους πρόληψης κι αντιμετώπισής της.
Η νεανική παραβατικότητα δεν αποτελεί απλώς ατομικό πρόβλημα, αλλά ένα σύνθετο κοινωνικό φαινόμενο που επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες, όπως οι κοινωνικές συνθήκες, η οικονομική αβεβαιότητα και οι προοπτικές που διαμορφώνονται για τους νέους ανθρώπους. Σ΄ αυτό το πλαίσιο, η συμβολή της Τοπικής Αυτοδιοίκησης θεωρείται καθοριστική, καθώς μπορεί να λειτουργήσει ως «γέφυρα» επανασύνδεσης των νέων με την κοινωνία και τους δημοκρατικούς θεσμούς.



