- Η διακοπή της χρηματοδότησης αφήνει χιλιάδες ασθενείς αντιμέτωπους με υψηλό κόστος
- Τι δηλώνει στα Νέα της Λέσβου ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου Απόστολος Βαλτάς
Η χορήγηση του Ozempic σε ενέσιμη μορφή τα τελευταία χρόνια αποτέλεσε μία από τις πιο συζητημένες εξελίξεις στον χώρο της αντιμετώπισης του σακχαρώδη διαβήτη και της παχυσαρκίας. Μέσω συγκεκριμένης διαδικασίας, με ιατρική αξιολόγηση, γνωμάτευση και ελέγχους από τις αρμόδιες δομές, αρκετοί ασθενείς που πληρούσαν τα προβλεπόμενα κριτήρια εντάχθηκαν σε πρόγραμμα κάλυψης μέσω ΕΟΠΥΥ και απέκτησαν πρόσβαση στη θεραπεία.
Περασμένα μεγαλεία
Η συγκεκριμένη αγωγή, η οποία αρχικά αντιμετωπίστηκε με επιφυλάξεις από μέρος της ιατρικής και φαρμακευτικής κοινότητας, στη συνέχεια απέκτησε ιδιαίτερη αναγνώριση λόγω των αποτελεσμάτων που παρουσίασαν πολλοί ασθενείς με διαβήτη και αυξημένο σωματικό βάρος. Σε αρκετές περιπτώσεις, η απώλεια κιλών συνέβαλε στη βελτίωση της συνολικής κατάστασης της υγείας τους και στη σημαντικότερη ρύθμιση των επιπέδων σακχάρου στο αίμα.
Όμως το πρόγραμμα χορήγησης του συγκεκριμένου σκευάσματος από το κράτος, διακόπηκε αυτό το καλοκαίρι. Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε αναστάτωση σε όσους είχαν ήδη ενταχθεί στο πρόγραμμα. Στις αρχές του καλοκαιριού, η χρηματοδότηση της συγκεκριμένης παροχής διακόπηκε, με αποτέλεσμα ασθενείς που είχαν ξεκινήσει τη θεραπεία τους να μην μπορούν πλέον να συνεχίσουν μέσω της ασφαλιστικής κάλυψης και να καλούνται να καλύψουν το κόστος από την τσέπη τους.
Το ποσό που απαιτείται για τη συνέχιση της θεραπείας μπορεί να φτάσει ακόμη και τα 2.800 ευρώ, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά προβλήματα σε ανθρώπους οι οποίοι είχαν ξεκινήσει μία οργανωμένη θεραπευτική διαδικασία με την υποστήριξη του δημόσιου συστήματος υγείας.
Για το θέμα μίλησε στα Νέα της Λέσβου ο πρόεδρος του Φαρμακευτικού Συλλόγου Λέσβου και πρόεδρος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου, Απόστολος Βαλτάς, ο οποίος εξήγησε ότι μετά τις παρεμβάσεις που έγιναν το προηγούμενο διάστημα, εξασφαλίστηκε η προσωρινή συνέχιση του προγράμματος από τον Σεπτέμβριο, αλλά μόνο για τους ασθενείς που είχαν ήδη ξεκινήσει τη θεραπεία.
Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά «το πρόγραμμα θα συνεχιστεί από τον Σεπτέμβριο για όσους έχουν ήδη ξεκινήσει, ώστε να ολοκληρώσουν τη θεραπεία τους. Από εκεί και πέρα, με τα σημερινά δεδομένα, δεν υπάρχει κάποια εξέλιξη που να δείχνει ότι θα συνεχιστεί για νέους ασθενείς».
Μόνο η Ελλάδα
Ο κ. Βαλτάς σημείωσε ότι η Ελλάδα ήταν η μοναδική χώρα στην Ευρώπη που υλοποίησε τη συγκεκριμένη δράση μέσω ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, με στόχο την αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και τη βελτίωση της υγείας των ασθενών με σακχαρώδη διαβήτη.
«Η κάλυψη αυτή εφαρμόστηκε στη χώρα μας μέσω ευρωπαϊκού προγράμματος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση χρηματοδότησε το Εθνικό Σύστημα Υγείας της Ελλάδας, ώστε να υποστηριχθεί η χορήγηση των συγκεκριμένων θεραπειών. Δεν ήταν μία διαδικασία που αφορούσε τον καθένα. Υπήρχαν αυστηρές προϋποθέσεις και έλεγχοι από τις δημόσιες δομές υγείας», τόνισε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η εφαρμογή του προγράμματος στην Ελλάδα ενδέχεται να προκάλεσε το ενδιαφέρον και άλλων χωρών, οι οποίες επεδίωξαν να ενταχθούν σε αντίστοιχες δράσεις, γεγονός που πιθανώς συνέβαλε στην απόφαση για διακοπή της συγκεκριμένης χρηματοδότησης.
«Είναι δυσάρεστο για πολύ κόσμο, το κατανοούμε, όμως η πραγματικότητα είναι ότι το πρόγραμμα έχει διακοπεί. Μέσα από τις διεκδικήσεις που έγιναν, καταφέραμε να εξασφαλίσουμε τη συνέχισή του για όσους είχαν ήδη ξεκινήσει, ώστε να ολοκληρώσουν την αγωγή τους», ανέφερε ο πρόεδρος του Πανελλήνιου Φαρμακευτικού Συλλόγου.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι τέτοιες δράσεις δημόσιας υγείας είναι ιδιαίτερα σημαντικές και θα πρέπει να συνεχίσουν να υποστηρίζονται τόσο από την Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και από το ελληνικό κράτος, καθώς η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας και του διαβήτη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα δημόσιας υγείας.
Η περίπτωση του Ozempic ανέδειξε, πάντως, και τη μεγάλη ζήτηση που υπάρχει για αποτελεσματικές θεραπείες κατά της παχυσαρκίας, καθώς πολλοί άνθρωποι αναζήτησαν μέσω του προγράμματος μία επιστημονικά ελεγχόμενη λύση για τη βελτίωση της υγείας τους. Το επόμενο διάστημα αναμένεται να φανεί αν θα υπάρξει νέα παρέμβαση ή αν η συγκεκριμένη παροχή θα αποτελέσει ένα πρόγραμμα που ολοκληρώθηκε οριστικά.



