Η κλιματική κρίση δεν αποτελεί πλέον μια μελλοντική απειλή, αλλά μια καθημερινή πραγματικότητα που ανατρέπει τον παραδοσιακό σχεδιασμό των υδάτινων πόρων. Με τα ακραία καιρικά φαινόμενα, από τις παρατεταμένες ξηρασίες έως τις καταστροφικές πλημμύρες να εντείνονται, η θωράκιση των τοπικών κοινωνιών καθίσταται επιτακτική. Σε αυτό το πλαίσιο, η κατασκευή σύγχρονων έργων υποδομής, όπως τα φράγματα και οι ταμιευτήρες, αναδεικνύεται σε στρατηγική προτεραιότητα για την αποθήκευση του πλεονάζοντος νερού και την εξασφάλιση της βιωσιμότητας των οικοσυστημάτων και της οικονομίας.
Τι γίνεται στη Λέσβο
Το Φράγμα Τσικνιά, που βρίσκεται πλέον σε τροχιά υλοποίησης, θεωρείται σημαντικό έργο υποδομής για τη Λέσβο, το οποίο θα λύσει οριστικά το πρόβλημα της ύδρευσης και της άρδευσης, μειώνοντας την πίεση στους φυσικούς υγροβιότοπους.
Από την άλλη η περίπτωση της Μεγάλης Λίμνης αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα όπου η επαναφορά της στην πρότερη κατάσταση, θα βοηθήσει στην αποκατάσταση ενός οικοσυστήματος που επηρεάστηκε από ανθρώπινες παρεμβάσεις, αλλά και την κλιματική αλλαγή. Η περιοχή, που βρίσκεται κοντά στον Πολιχνίτο, είχε υποβαθμιστεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες. Η σταδιακή αποξήρανση και η μείωση της στάθμης του υδροφόρου ορίζοντα οδήγησαν στην απώλεια ενός πολύτιμου υγροβιότοπου.
Μεγάλη Λίμνη: Πώς από λίμνη έγινε κτήματα
Το 1823 ο Μουσταφά αγάς Κουλαξίζ που ζούσε στην Αγιάσο, σφετερίστηκε τη «Μεγάλη Λίμνη» και αποξήρανε ορισμένα τμήματά της για να τα σπείρει σιτάρι, υποχρεώνοντας τους κατοίκους της Αγιάσου να εργάζονται καταναγκαστικά και εκ περιτροπής σ’ αυτήν για να μεταφέρουν με τα υποζύγιά τους τα παραγόμενα προϊόντα στη Μυτιλήνη. Η αγγαρεία των Αγιασωτών διήρκεσε μέχρι το τέλος της Επανάστασης, οπότε η καλλιέργεια της Μεγάλης Λίμνης εγκαταλείφθηκε από το Μουσταφά ως ασύμφορη και η περιοχή μετατράπηκε σε βοσκότοπο. Οι απόγονοί του την κράτησαν μέχρι το 1874, οπότε την αγόρασε η Εκκλησία από το τουρκικό Δημόσιο. Το 1929 απαλλοτριώθηκε η Μεγάλη Λίμνη, αποξηράθηκε έκταση 1.200 στρεμμάτων και μετατράπηκε σε περιβόλια και ποτιστικές καλλιέργειες σιτηρών, επιλύοντας ένα μεγάλο κοινωνικό πρόβλημα της εποχής εκείνης.
Η πρόταση του ΤΕΕ
Το 2025 το Τεχνικό Επιμελητήριο Ελλάδας – Τμήμα Βορειοανατολικού Αιγαίου, διαβλέποντας τις επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής που σημειώνονται, κατέθεσε πρόταση προς τις αρμόδιες αρχές του νησιού και την Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αιγαίου. Η πρόταση αφορούσε τη διερεύνηση της σκοπιμότητας αποκατάστασης της ιστορικής λίμνης «Μεγάλη Λίμνη», ώστε να επανακτήσει τον ρόλο της ως φυσική λεκάνη συγκράτησης επιφανειακών απορροών. Η προσπάθεια επαναφοράς της Μεγάλης Λίμνης στην πρότερη κατάσταση, σύμφωνα με την πρόταση του ΤΕΕ, αφορούσε στην ενίσχυση υδατικών αποθεμάτων, στην οικολογική αναβάθμιση της περιοχής και κυρίως στην ανθεκτικότητα στην κλιματική αλλαγή: Η αποκατάσταση της λίμνης θα λειτουργεί ως φυσική αποθήκη νερού, συμβάλλοντας στην αντιμετώπιση της ξηρασίας και της διάβρωσης του εδάφους, προβλήματα που είναι έντονα στη Λέσβο λόγω της ερημοποίησης.
Σύμφωνα με την πρόταση που κατατέθηκε, το πρώτο βήμα δεν αφορούσε την άμεση κατασκευή έργων, αλλά την εκπόνηση αναγνωριστικής μελέτης σκοπιμότητας, η οποία θα αξιολογούσε τις δυνατότητες αποκατάστασης της λίμνης, τη διαχείριση των υδάτινων αποθεμάτων και την περιβαλλοντική συμβατότητα του σχεδιασμού. Μάλιστα στην πρόταση αναφέρεται ότι θα μπορούσε να ενταχθεί σε έναν στρατηγικό σχεδιασμό για την περιβαλλοντική αναβάθμιση της Λέσβου και θα μπορούσε να χρηματοδοτηθεί από το ΕΣΠΑ, το Ταμείο Ανάκαμψης ή άλλες ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες για την αειφόρο ανάπτυξη και διαχείριση υδάτινων πόρων, ενώ το ΤΕΕ δήλωνε πως ζητά τη στήριξη των φορέων για την εκκίνηση αναγνωριστικής μελέτης, που θα διερευνήσει τη σκοπιμότητα αποκατάστασης της «Μεγάλης Λίμνης».
Επιστήμονες κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου
Την πρόταση του ΤΕΕ έρχεται να ενισχύσει πρόσφατο άρθρο του πολιτικού μηχανικού του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου και επίτιμου Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών Αντώνη Κοτσώνη, με τίτλο «Φράγματα: Το αναπτυξιακό στοίχημα της Ελλάδας στην εποχή της κλιματικής κρίσης». Στο μακροσκελές άρθρο του αναφέρει μεταξύ άλλων: «…Τα φράγματα και οι ταμιευτήρες τους δεν είναι απλώς τεχνικές κατασκευές μεγάλης κλίμακας. Είναι ολοκληρωμένα πολυλειτουργικά εργαλεία ανθεκτικότητας και ανάπτυξης. Ο σχεδιασμός τους επιτρέπει να συνδυάζουν πολλαπλές χρήσεις. Εξασφαλίζουν πόσιμο νερό για τον πληθυσμό, άρδευση για τη γεωργία, παραγωγή καθαρής και οικονομικής ενέργειας, αντιπλημμυρική προστασία για πόλεις και χωριά, ενώ οι τεχνητές λίμνες δημιουργούν δυνατότητες τουριστικής αξιοποίησης, αλιείας και τοπικής ανάπτυξης.
Από οικονομική σκοπιά, η Ελλάδα πληρώνει ήδη βαρύ τίμημα λόγω της απουσίας επαρκών έργων ταμίευσης. Οι ζημιές από πλημμύρες και ξηρασίες ξεπερνούν τα 2-3 δις ευρώ το έτος, η γεωργία παραμένει εξαρτημένη από τις γεωτρήσεις… Η ύπαρξη των ταμιευτήρων μπορεί να εξασφαλίσει βιώσιμες λύσεις περιορίζοντας τις ανισότητες και στηρίζοντας τις τοπικές κοινωνίες. Επιπλέον οι τεχνητές λίμνες συμβάλλουν στη βελτίωση του μικροκλίματος, στην αναβάθμιση του τοπίου και στη δημιουργία νέων προοπτικών για τον τουρισμό…», αναφέρει μεταξύ άλλων στο πολύ σημαντικό αυτό άρθρο.
Στο διά ταύτα
Οι εποχές αλλάζουν και μαζί τους αλλάζουν και οι κοινωνικές ανάγκες των κατοίκων. Τότε, στις αρχές του περασμένου αιώνα οι άνθρωποι ήθελαν γη για να καλλιεργήσουν και να ζήσουν. Τώρα και σε μερικά χρόνια από τώρα και να έχουν τη γη, αν δεν υπάρχει νερό, δεν θα μπορούν να κάνουν τίποτα!
Η πρόταση από το ΤΕΕ έχει γίνει εδώ και κάποιους μήνες για να προλάβει αυτή ακριβώς την εικόνα της ερημοποίησης του τόπου. Παρόλα αυτά δεν υπάρχει καμία απάντηση, γεγονός που προκαλεί εντύπωση και εγείρει ερωτήματα ως προς την σκοπιμότητα της αδράνειας…



