Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021

Το ποίημα του ‘74 από τον Αθανασίου για το «χαμένο αδελφό»

Ο Βουλευτής Λέσβου, Χαράλαμπος Αθανασίου, θα εκπροσωπήσει σήμερα τη Βουλή αποτίοντας φόρο τιμής στους αγωνιστές του Πολυτεχνείου, στον ομώνυμο χώρο, με την διατηρημένη μέχρι σήμερα πόρτα του Ιδρύματος που έριξε το τανκς και το άγαλμα στη βάση του οποίου αφήνουν οι πολίτες λίγα λουλούδια-ένα δάκρυ για το αίμα αυτών των παιδιών που πότισε τη δημοκρατία μας.

Φέτος η εκπροσώπηση του Κοινοβουλίου ανατέθηκε στον κ. Αθανασίου, ο οποίος πέρυσι ήταν ο ομιλητής στην εκδήλωση που είχε γίνει στη Βουλή για την ημέρα. 

Μάλιστα ο κ. Αθανασίου είχε προκαλέσει το ενδιαφέρον των συναδέλφων του καθώς στο τέλος της ομιλίας του διάβασε ένα ποίημα που ανέφερε ότι έγραψε στην πρώτη γιορτή του Πολυτεχνείου το 1974, εμπνευσμένο από το χαμό του συμπατριώτη μας Μιχάλη Μυρογιάννη. 

Στην ομιλία του ο Βουλευτής Λέσβου στην Ολομέλεια της Βουλής τονίζοντας για την ιστορική, για την πατρίδα μας, για τη δημοκρατία και τις ατομικές ελευθερίες επέτειο χαρακτήρισε «ιερή» την Παρασκευή 17 Νοέμβρη 1973, μεταφέροντας το κλίμα ομοψυχίας και την αποφασιστικότητα του λαού κατά του τυραννικού καθεστώτος, τις ιστορικές αυτές ώρες όπως ο ίδιος το έζησε από την πλευρά της καραμανλικής νεολαίας: «Η εξέγερση κατά της δικτατορίας φώλιαζε στις ψυχές του λαού μας και οι φοιτητές μας ανέλαβαν το βάρος και την ευθύνη αυτής της εξέγερσης».

Όπως ανέφερε για τους φοιτητές στην ομιλία του ο κ. Αθανασίου: «Ήταν έτοιμοι από καιρό, όπως θα ‘λεγε και ο ποιητής, να υποστούν οποιαδήποτε δεινά, έχοντας πλήρη συνείδηση των κινδύνων που διέτρεχαν.

Για ακόμα μια φορά, οι αρχές και αξίες του φυσικού δικαίου, που οι πρόγονοί μας μας κληροδότησαν, υπερίσχυσαν του θετού δικαίου των Συνταγματαρχών.

Αλήθεια, ποια ήταν τα όπλα των σπουδαστών μας;

Όχι, βέβαια, η υλική βία, την οποία ούτε που συζήτησαν. 

Τα όπλα τους; Η φιλοπατρία, η αδελφική ενότητα, η ομοψυχία, η αποφασιστικότητα. Η άσβεστη δίψα για ελευθερία.

Αυτή η εσωτερική ελευθερία που εμείς οι Έλληνες έχουμε ριζωμένη μέσα μας και μας οδήγησε σε όλους τους απελευθερωτικούς αγώνες. 

Γιατί εμείς μπορεί να υποδουλωθήκαμε ως λαός ή να μας στέρησε το αδίστακτο δικτατορικό καθεστώς θεμελιώδη ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα, αλλά όμως ανελεύθεροι δεν νοιώσαμε. Δεν υπήρξαμε ποτέ ανελεύθεροι».

Ο Αντιπρόεδρος της Βουλής είχε επισημάνει ότι ο αγώνας κατά της δικτατορίας ήταν αγώνας της Ελλάδας, αγώνας όλων των Ελλήνων, αγώνας υπερκομματικός. Μια ήταν η ιδεολογία του:  Αγώνας για την Ελευθερία, τη Δημοκρατία, την Κοινωνική Δικαιοσύνη. Αγώνας για την Ελλάδα.

«Κανένα κόμμα, κανένας πολιτικός σχηματισμός, καμιά πολιτική δύναμη, δεν αποφάσισε, σχεδίασε ή οργάνωσε την εξέγερση», είχε πει υπογραμμίζοντας ότι η ατομική ευθύνη, αυτή που χαρακτηρίζει τις Δημοκρατίες στα Κράτη Δικαίου, είναι αυτή που διήγειρε τη συλλογικότητα και ένωσε όλες τις φωνές. 

«Συνεπώς, όσοι, ελάχιστοι, κατά καιρούς προσπάθησαν να οικειοποιηθούν το αδούλωτο φρόνημα του Ελληνισμού, προσβάλλουν την ίδια την ιστορία. 

Δεν είχε πολιτικό χρώμα η παρέα μου των 15 αποφοίτων της Νομικής, της Ιατρικής και της ΑΣΟΕΕ, ούτε τα μέλη της Λεσβιακής Παροικίας, που τρέξαμε να συμπαρασταθούμε στους φοιτητές μας.

Το Πολυτεχνείο ανήκει σε όλους μας! Και δεν το χαρίζουμε σε κανέναν», ανέφερε στην ομιλία του ο κ. Αθανασίου και κλείνοντας με αυτά τα λόγια διάβασε το ποίημα που, όπως ανέφερε, είχε γράψει το 1974 για τα γεγονότα της «Ιερής Παρασκευής» του Νοέμβρη του 1973.

 

Στό χαμένο αδελφό τού Πολυτεχνείου

 Ο δείχτης τής λευτεριάς ισορροπούσε.

πάνω απ’ τής πολιτείας τά σκούρα χρώματα,

πάνω απτών ηρώων τήν ελπίδα,

μιά ώρα γεμάτη από φουσκωμένα σύννεφα.

 

Χώρα μου, γεμισμένη απ’ του τρόμου τή’ φοβέρα•

γερμένη στίς ζεστές παλάμες τών παιδιών σου

αμπαρωμένη χώρα, μακρυά απ’ τή χαρά τού ήλιου

ξεσηκώθηκες στίς φωνές τής τρυγόνας

παθιασμένή στον έρωτά σου, πέτρα τής ελπίδας.

 

Καί σύ, πού κοίτεσαι δώ χάμω αδελφέ μου,

περήφανε καί τιμημένε,

μέ τό στεφάνι τής λευτεριάς λουσμένο στό αίμα σου,

μέ τή μυρουδιά τού καπνού καί τού ιδρώτα σου

χωμένα όλα τούτα στή ψυχή μας,

τή μόνη μας αλήθεια,

ξύπνα αδελφέ

κι άκουσε τίς φωνές τών πουλιών

πάνω απ’ τό μνήμα σου,

αφουγκράσου τόν ήχο απ’ τίς ανάσες μας,

σφίξε τά χέρια μας πού σέ ευγνωμονούν,

εσένα, αιώνιε φίλε τού πιστεύω μας.

 

Ποτισμένη στό δάκρυ είν’ η μοίρα τής χώρας

σκοτεινή είν’ η αλήθεια τού άδικου χαμού σου.

Φωτεινό θά μείνη τ’ όνομά σου στούς άλλους,

χαραγμένο στόν αγέρα καί στή χλόη,

στή φωνή μας καί στή γή μας,

στή ζωή μας καί στόν θάνατο.

 

Αγκάλιασε τή μάνα σου πού δίπλα σου στέκει

μονάκριβό της αγόρι,

σύμβολο τής μητρότητάς της,

στεφάνι τού πόνου της,

δάκρυ τής χαράς της.

 

Όλες οι μάνες σ’ έχουν παιδί τους

κι όλα τά αγόρια τή φωνάζουν μητέρα.

Η λύπη δέν πρέπει στού ήλιου τό ξύπνημα

κι η χλόη γενιέται πιό φρέσκια καί πράσινη

στόν τόπο πού πάτησες,

παιδί τού αγέρα, παιδί τής πατρίδας.

 

Τά δάκρυα στάζουν, λασπώνουν τό χώμα

τό αίμα μαζεύεται στού αλωνιού τό σημάδι,

τό ψωμί τής αλήθειας είναι όλο δικό

μας ζυμωμένο απ’τά χέρια σου,

μέ φωτιά πολυβόλα καί τάνκς καί ντουφέκια,

καθαρό ψωμί, γερό γιά ν’αντέξει στού χρόνου τό πέταγμα.

 

Ολόρθος προσκυνώ τή γενέα φωνή σου

μαζύ μέ τά δάκρυα τή μορφή σου κοιτάζω,

κοντά στό πέρασμα τού άσπρου χιονιού,

πιό πέρα απ’ τ’ άπειρο.

στήν αιώνια κατοικία τού χρόνου.

 

Κοιμήσου κι ησύχαζε,

θά βαστάμε γερά ότι έδωσες,

τό βαμμένο μέ αίμα σεντόνι ποτέ δέ θά στεγνώσει,

ούτε τα λουλούδια θά μαραθούν,

ούτε οι φωνές μας θά σωπάσουν’

θά υμνούν καί θά ακούγονται,

δυναμωμένες από σένα.

Πιό πέρα απ’ τή πολιτεία

πιό μέσα στίς καρδιές μας

πιό πάνω απ’ τά τανκς.

Αδελφέ μου ησύχαζε…