Σε μια προσπάθεια κατευνασμού των κτηνοτρόφων και αποφυγής κινητοποίησης αυτή την Κυριακή κατά τις επετειακές εκδηλώσεις στη Μυτιλήνη για την απελευθέρωση της πρωτεύουσας από τους Τούρκους, στελέχη του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης έκαναν δηλώσεις το απόγευμα στο Αθηναϊκό Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων, διαβεβαιώνοντας οτι εξετάζεται η δυνατότητα αξιοποίησης κρέατος από κτηνοτροφικές εκμεταλλεύσεις της Λέσβου, οι οποίες είναι ελεγμένες και καθαρές από τον αφθώδη πυρετό, για την παρασκευή γευμάτων που προορίζονται για δομές φιλοξενίας μεταναστών εξετάζουν το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και το υπουργείο Μετανάστευσης και Ασύλου.
Όπως ανέφεραν «η πρωτοβουλία αποσκοπεί στη στήριξη των κτηνοτρόφων του νησιού, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σοβαρές δυσκολίες στη διάθεση της παραγωγής τους λόγω των περιοριστικών μέτρων που έχουν επιβληθεί για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού».
Ο σχεδιασμός που εξετάζεται προβλέπει μια αυστηρά ελεγχόμενη διαδικασία, η οποία θα καλύπτει όλα τα στάδια, από τον έλεγχο των κτηνοτροφικών εκμεταλλεύσεων και τη σφαγή των ζώων μέχρι τη μεταποίηση του κρέατος και την τελική διάθεση των γευμάτων.
Βασική προϋπόθεση είναι τα ζώα να προέρχονται αποκλειστικά από εκτροφές στις οποίες δεν έχουν επιβεβαιωθεί κρούσματα αφθώδους πυρετού και οι οποίες πληρούν τις προβλεπόμενες κτηνιατρικές προϋποθέσεις.
Ο σχεδιασμός περιλαμβάνει τη διενέργεια εργαστηριακών ελέγχων εντός του δεκαημέρου που προηγείται της σφαγής, καθώς και την προηγούμενη έγκριση των αρμόδιων κτηνιατρικών αρχών.
Σε κάθε περίπτωση, η δυνατότητα μετακίνησης και σφαγής των ζώων θα εξαρτάται από τα ισχύοντα υγειονομικά μέτρα και την αξιολόγηση του κινδύνου διασποράς της νόσου.
Από τη συγκεκριμένη διαδικασία αποκλείονται ζώα εκτροφών στις οποίες έχει επιβεβαιωθεί αφθώδης πυρετός. Στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζονται τα προβλεπόμενα μέτρα αντιμετώπισης της νόσου, συμπεριλαμβανομένης της υγειονομικής θανάτωσης των ζώων, σύμφωνα με τις αποφάσεις των αρμόδιων κτηνιατρικών αρχών.
Σημειώνεται ότι στις ζώνες προστασίας και επιτήρησης της Λέσβου εξακολουθούν να ισχύουν αυστηροί περιορισμοί στις μετακινήσεις ζώντων ζώων, προκειμένου να αποτραπεί η περαιτέρω διασπορά του αφθώδους πυρετού.
Τονίζεται μάλιστα ότι το ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο προβλέπει τη δυνατότητα χορήγησης εξαιρέσεων για μετακίνηση ζώων προς άμεση σφαγή, υπό συγκεκριμένες και ιδιαίτερα αυστηρές προϋποθέσεις.
Για κάθε τέτοια μετακίνηση απαιτείται προηγούμενη έγκριση της αρμόδιας κτηνιατρικής αρχής, αφού πραγματοποιηθούν οι προβλεπόμενοι έλεγχοι και η αξιολόγηση κινδύνου καταλήξει ότι ο κίνδυνος περαιτέρω διασποράς της νόσου είναι αμελητέος.
Ειδικότερα, για τα ζώα που βρίσκονται στην περαιτέρω απαγορευμένη ζώνη εξετάζεται, υπό αυστηρές προϋποθέσεις, η δυνατότητα μετακίνησης προς άμεση σφαγή σε σφαγεία της ίδιας ζώνης ή στο πλησιέστερο κατάλληλο σφαγείο που βρίσκεται σε ζώνη επιτήρησης ή προστασίας, εφόσον αυτό επιτραπεί από τις αρμόδιες κτηνιατρικές αρχές.
«Όπως προβλέπει ο υπό εξέταση σχεδιασμός, προτεραιότητα θα μπορούσε να δοθεί σε εκτροφές που βρίσκονται πλησίον των σφαγείων, ώστε να περιορίζονται οι αναγκαίες μετακινήσεις ζώων», ανέφεραν στο ΑΠΕ-ΜΠΕ οι ίδιες πηγές.
Τι δεν λένε
Η ιδέα παρουσιάζεται για διάθεση μαγειρεμένων αρνιών από τη Λέσβο σε μερίδες στους μετανάστες πανελλαδικά αν και παρουσιάζεται ως μια πιθανή διέξοδος για ένα μέρος της παραγωγής η πραγματική οικονομική της διάσταση δημιουργεί σοβαρά ερωτήματα.
Ας υποθέσουμε ότι ένα δίκτυο εταιρειών catering αναλαμβάνει τη σίτιση 30.000 ανθρώπων, προσφέροντας τρία γεύματα με αρνί την εβδομάδα και μερίδα 200 γραμμαρίων μαγειρεμένου καθαρού κρέατος.
Οι εβδομαδιαίες ανάγκες φτάνουν τα 18.000 κιλά μαγειρεμένου κρέατος. Με δεδομένη μια απώλεια περίπου 30% κατά το μαγείρεμα, απαιτούνται περίπου 25.700 κιλά νωπού καθαρού κρέατος.
Με βάση την απόδοση ενός αρνιού, αυτό μεταφράζεται σε περίπου 4.300 έως 4.600 ζώα την εβδομάδα.
Σε διάστημα 17 εβδομάδων, η συνολική απορρόφηση θα μπορούσε να φτάσει περίπου τα 75.000 αρνιά. Ένας σημαντικός αριθμός, αλλά όχι αρκετός για να λύσει το πρόβλημα.
Εάν η ετήσια παραγωγή ξεπερνά τα 250.000 αρνιά, τότε ακόμη και σε αυτό το ευνοϊκό υποθετικό σενάριο, περίπου 175.000 ζώα θα εξακολουθούν να αναζητούν διέξοδο.
Και υπάρχει ένα ακόμη μεγαλύτερο ζήτημα που είναι το κόστος. 23 ευρώ το κιλό για να καλύψει ο παραγωγός τα έξοδά του.
Με βάση έναν ενδεικτικό υπολογισμό που στηρίζεται σε 55 ημέρες θηλασμού και κατανάλωση δύο κιλών μητρικού γάλακτος ημερησίως, το αρνί καταναλώνει συνολικά 110 κιλά γάλακτος.
Με τιμή αναφοράς 1,80 ευρώ ανά κιλό, η αξία του γάλακτος φτάνει τα 198 ευρώ. Προσθέτοντας 9,90 ευρώ για το ποιοτικό παρακράτημα και 10 ευρώ για τα έξοδα σφαγής, το συνολικό ποσό διαμορφώνεται στα 217,90 ευρώ ανά ζώο.
Με βάση την παραδοχή των 9,5 κιλών αξιοποιήσιμου προϊόντος, προκύπτει κόστος περίπου 22,94 ευρώ ανά κιλό. Δηλαδή, σχεδόν 23 ευρώ το κιλό.
Πρόκειται για έναν υπολογισμό που δεν περιλαμβάνει την προσωπική εργασία, τις λειτουργικές δαπάνες και το σύνολο των υπόλοιπων εξόδων της εκμετάλλευσης. Επιπλέον, οι συγκεκριμένες παραδοχές χρειάζονται αναλυτική επιβεβαίωση, καθώς το κόστος του μητρικού γάλακτος δεν μπορεί να ταυτίζεται αυτομάτως με πραγματική απώλεια εισοδήματος χωρίς να εξεταστούν οι συνθήκες παραγωγής και εμπορίας του.
Όταν, όμως, οι τιμές που αναφέρονται στην ελεύθερη αγορά κινούνται μεταξύ 6 και 8 ευρώ ανά κιλό, η απόσταση είναι τεράστια.
Ο κτηνοτρόφος κινδυνεύει να βρεθεί στη θέση να διαθέτει το προϊόν του σε τιμές που δεν καλύπτουν ούτε τις δαπάνες που ο ίδιος υπολογίζει ότι απαιτούνται για την παραγωγή του. Δεν αρκεί να βρεθεί αγοραστής. Πρέπει να εξασφαλιστεί βιώσιμη τιμή.
Εδώ βρίσκεται και η ουσία της υπόθεσης. Η σίτιση των δομών φιλοξενίας μπορεί να αποτελέσει ένα εργαλείο απορρόφησης μέρους της παραγωγής. Δεν αποτελεί, όμως, αυτομάτως σχέδιο διάσωσης της λεσβιακής κτηνοτροφίας.
Χωρίς δεσμευμένες ποσότητες, χωρίς σαφές χρονοδιάγραμμα, χωρίς διαφανή διαδικασία προμηθειών και, κυρίως, χωρίς εγγυημένη τιμή που να ανταποκρίνεται στο πραγματικό κόστος παραγωγής, η εξαγγελία κινδυνεύει να μετατραπεί σε ακόμη μία χαμένη ευκαιρία.
Η Λέσβος δεν χρειάζεται απλώς να βρει πού θα καταναλωθούν τα αρνιά της. Χρειάζεται να εξασφαλίσει ότι οι άνθρωποι που τα παράγουν θα μπορούν να συνεχίσουν να ζουν από τη δουλειά τους.
Γιατί, μετά από επτά μήνες αντιπαραθέσεων, καθυστερήσεων, συγκρούσεων και διαδοχικών αδιεξόδων, το χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί είναι να φτάσει η κτηνοτροφία του νησιού μας στην επόμενη ημέρα, έχοντας γλιτώσει ενδεχομένως από τον αφθώδη, αλλά έχοντας καταστραφεί οικονομικά.
Και τότε δεν θα αρκούν ούτε οι εξαγγελίες, ούτε οι συσκέψεις, ούτε οι υποσχέσεις για να ξαναστηθεί στα πόδια της η κτηνοτροφία της Λέσβου.



