Η γιορτή των Τριών Ιεραρχών δεν είναι απλά μια ημέρα τιμής στην Παιδεία και τους δασκάλους, αλλά μια αφορμή να αναρωτηθούμε τι σημαίνει σήμερα σχολείο. Σε μια χώρα όπου η εκπαίδευση θεωρείται θεμελιώδες δικαίωμα, τα σχολεία δεν είναι όλα ίδια: Άλλα σιωπούν, άλλα επιμένουν πεισματικά με έναν μόνο μαθητή, και άλλα ανοίγουν ξανά τις πόρτες τους σε ανθρώπους που δεν πρόλαβαν ή δεν μπόρεσαν να ολοκληρώσουν τη σχολική τους πορεία. Τρία σχολεία, τρεις διαφορετικές ιστορίες, που φωτίζουν όψεις της σύγχρονης ελληνικής παιδείας, της απουσίας, της μοναξιάς και της δεύτερης ευκαιρίας.
Παλιό Δημοτικό Σχολείο Βασιλικών
Το Δημοτικό Σχολείο των Βασιλικών στέκει στην έξοδο του ομώνυμου χωριού στον δρόμο προς Πολιχνίτο. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερο και ξεχωριστό κτίριο, η αρχιτεκτονική του οποίου θυμίζει νεοκλασικό αρχοντικό και δένει απόλυτα με την αρμονία του τοπίου της Κοινότητας Βασιλικών. Περιτριγυρισμένο από πεύκα, ευάερο και ευήλιο, διαθέτει τέσσερις μεγάλες αίθουσες διδασκαλίας και δύο γραφεία. Χτίστηκε το 1934 από τον Γεώργιο Παπανδρέου και εγκαινιάστηκε το 1935 στεγάζοντας τους μαθητές του χωριού, όπου μέχρι τότε έκαναν μάθημα σε κάτι τούρκικες αποθήκες.
Σήμερα στέκει εκεί αγέρωχο αψηφώντας τις ρωγμές στην πρόσοψη και την σκεπή, τα σπασμένα τζάμια στα παράθυρα και τα γκρεμισμένα σκαλοπάτια, αποτέλεσμα σεισμών και καθίζησης του εδάφους περιμένοντας στωικά να αποφασίσουν για την τύχη του πριν ο χρόνος το ισοπεδώσει. Κάποτε αυτό το σχολείο ήταν γεμάτο από χαρούμενες παιδικές φωνές, έβγαλε γενιές και γενιές επιστημόνων και επαγγελματιών. Το 1999 μετά από έναν μεγάλο σεισμό κρίθηκε ακατάλληλο για να στεγάζει το σχολείο και έτσι οι 14 μαθητές του το εγκατέλειψαν.
Από τότε στέκεται εκεί, μάρτυρας της ανικανότητας ενός υδροκέφαλου κράτους, που για να κάνει ένα βήμα προόδου πρέπει να περάσουν χίλια χρόνια. Αν και από το 2011 έχει χαρακτηριστεί προστατευόμενο μνημείο και ζητήθηκε μετ’ επιτάσεως και από τους κατοίκους και από φορείς να αναστηλωθεί και να γίνει εκπαιδευτικό κέντρο, εντούτοις δεν έχουν βρεθεί τα απαραίτητα κονδύλια για την αποκατάστασή του και την απόδοσή του στους κατοίκους και επισκέπτες του νησιού.
Δημοτικό Σχολείο Μεγαλοχωρίου
Στο Μεγαλοχώρι, ένα χωριό του Πλωμαρίου, πλούσιο σε βλάστηση με το προσωνύμιο «Ελβετία της Λέσβου», λειτουργούσε δημοτικό σχολείο από το 1902. Το χωριό κάποτε είχε περισσότερους κατοίκους ακόμα και από το Πλωμάρι και έσφυζε από ζωή. Σύμφωνα με τις καταγραφές, κάποια στιγμή το σχολείο αριθμούσε 200 μαθητές. Με τα χρόνια και την έντονη αστικοποίηση οι μόνιμοι κάτοικοι λιγόστεψαν και μαζί με αυτούς και τα παιδιά. Τη δεκαετία του 1990, όπως μας διηγήθηκε ο πρόεδρος της Κοινότητας Μεγαλοχωρίου Δημήτρης Μουτζούρης, μαθητής του σχολείου την εποχή εκείνη, διευθυντής στο σχολείο ήταν ο Νικόλαος Ρουμελιώτης, ένας δάσκαλος φωτισμένος που αγαπούσε το σχολείο και φρόντισε να το κάνει γνωστό πέρα από τα σύνορα του νησιού.
Για τη δράση του αυτή κλήθηκε από τον τότε πρόεδρο της Δημοκρατίας, Κωστή Στεφανόπουλο, ο οποίος τον βράβευσε. Όταν ο πρόεδρος της Δημοκρατίας τον ρώτησε τι θα ήθελε για το σχολείο του, ο δάσκαλος του είπε πως θέλει να του υποσχεθεί ότι το σχολείο αυτό δεν θα κλείσει ποτέ. Η αγάπη του δασκάλου για το σχολείο του ήταν τόση, που άφησε την τελευταία του πνοή στο γραφείο του σχολείου που υπηρέτησε για πολλά χρόνια. Σήμερα στο σχολείο αυτό φοιτά μόνο ένας μαθητής! Παραμένει όμως ανοιχτό με το μοναδικό μαθητή και τη μοναδική δασκάλα που φροντίζει να μεταδίδει τη γνώση, έστω και σε αυτό το ένα παιδί. Στην αυλή του σχολείου δεν ακούγονται παιδικές φωνές και γέλια μια που ο μαθητής είναι μόνος του και περνά το χρόνο του μόνο με τη συντροφιά της δασκάλας, που έχει και το ρόλο του παιδιού στα διαλείμματα. Το γεγονός όμως ότι έστω και κάτω από αυτές τις αντίξοες συνθήκες παραμένει το σχολείο ανοιχτό δίνει μια ελπίδα ότι πράγματι δεν θα κλείσει ποτέ.
Εσπερινό Γυμνάσιο-Λύκειο Μυτιλήνης
Το Εσπερινό Γυμνάσιο-Λύκειο Μυτιλήνης ξεκίνησε τη λειτουργία του το 1989. Είναι ένα σχολείο διαφορετικό από όλα τα άλλα. Στο σχολείο αυτό δεν θα ακούσεις παιδικές χαρούμενες φωνές, ούτε ποδοβολητά στα σκαλιά. Αντίθετα την πόρτα του διαβαίνουν άνθρωποι μέσης ηλικίας με γκρίζα μαλλιά, άνθρωποι που μόλις έχουν σχολάσει από τη δουλειά, πολλές φορές με τα ρούχα της δουλειάς, μετανάστες με διαφορετικό ντύσιμο, χρώμα και κουλτούρα, αλλά όλοι αυτοί με ένα κοινό: Τη δίψα για μάθηση και μάτια λαμπερά από την προσμονή κάθε νέου μαθήματος που θα τους προσφέρει γνώση, δεξιότητες και μια ευκαιρία να φτάσουν πιο κοντά στο όνειρό τους. Να καταφέρουν να αποφοιτήσουν και να πάρουν το απολυτήριό τους.
Άλλοι το χρειάζονται γιατί θέλουν να βρουν δουλειά και αυτό θα τους διευκολύνει, οι μετανάστες πρέπει να μάθουν τη γλώσσα για να μπορούν να ενταχθούν στην αγορά εργασίας και να ζήσουν στη νέα τους πατρίδα ως ισότιμα μέλη, μητέρες, ακόμα και γιαγιάδες που η ζωή τα έφερε έτσι και εγκατέλειψαν το σχολείο τώρα θα πραγματοποιήσουν το όνειρό τους να αποφοιτήσουν από το Γυμνάσιο ή το Λύκειο.
Και υπάρχουν και αυτοί, πολύ λίγοι όμως, που στοχεύουν και πετυχαίνουν να δώσουν πανελλήνιες και να μπουν στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Σήμερα το σχολείο αυτό αριθμεί 102 μαθητές, όλοι εργαζόμενοι. Είναι οι άνθρωποι που αποτελούν παράδειγμα για όλους εμάς πως δεν πρέπει να παρατάμε τα όνειρά μας και πως ποτέ δεν είναι αργά για να μάθεις κάτι περισσότερο στη ζωή σου. Γιατί η γνώση δεν έχει ηλικία και η μάθηση δεν σταματά ποτέ.





