Φαρμακευτικά Φυτά και Πόνος. Οικογένεια Lamiaceae από τα νησιά του Βορείου Αιγαίου (Μέρος Α’)

του Βαγγέλη Αξιώτη*

 

 

 

Ο πόνος έχει οριστεί από την Διεθνή Ένωση για την μελέτη του Πόνου το 1979, σαν «μία δυσάρεστη αισθητική και συναισθηματική εμπειρία που συνδέεται με πραγματική ή πιθανή ιστική βλάβη». Η αίσθηση του πόνου είναι υποκειμενική και διαφέρει από άτομο σε άτομο τόσο εμπειρικά, όσο και γενετικά. Ανάλογα τώρα με την χρονική διάρκεια, χαρακτηρίζεται ως παροδικός, περιστασιακός και χρόνιος και με βάση την έντασή του αμβλύς, ήπιος και οξύς. Στην δυτική ιατρική αντιμετωπίζεται με τα λεγόμενα Μη Στεροειδή Αντιφλεγμονώδη Φάρμακα (ΜΣΑΦ) και τα οπιοειδή για χρόνιες μορφές πόνου ή οξύ πόνο που δεν αντιμετωπίζεται διαφορετικά. Τα τελευταία χορηγούνται ή ανεξάρτητα ή σε συνδυασμό με τα ΜΣΑΦ.
Ο πόνος θεωρείται πλεον σαν ένα παγκόσμιο πρόβλημα, το οποίο απασχολεί καθημερινά εκατομμύρια ανθρώπους. Η αναγκαιότητα για πιο αποτελεσματικά σκευάσματα με λιγότερες παρενέργειες είναι στο στόχαστρο των φαρμακευτικών εταιρειών και της συνθετικής φαρμακευτικής χημείας. Τί συμβαίνει όμως με τα φαρμεκευτικά φυτά τα οποία χρησιμοποιούνται σαν αναλγητικά εδώ και εκατοντάδες χρόνια στην λαϊκή ιατρική; Θεωρείται ότι πάνω από 70.000 είδη φυτών χρησιμοποιούνται στην λαϊκή ιατρική μέσω αμέτρητων εθνοφαρμακολογικών αναφορών. Βέβαια οι εθνοφαρμακολογικές αναφορές δεν περιορίζονται μόνο στην αποκλειστική χρήση ενός είδους φυτού για την θεραπεία, αλλά και μίξη αυτών. Η στροφή προς φυτικά είδη με αναλγητική δράση ή ακόμα και η παράλληλη χρήση τους ίσως αποτελέσει μία θετική παρένθεση στα συνθετικά φάρμακα με λιγότερες παρενέργειες.
Μία από τις οικογένειες πλούσια σε φαρμακευτικά/αρωματικά φυτά είναι η οικογένεια Lamiaceae, στην οποία έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενο άρθρο με αναφορές των ειδών στα νησιά της Περιφέρειας Βορείου Αιγαίου. Ξεκινώντας λοιπόν θα κάνουμε αναφορά στο δενδρολίβανο (Rosmarinus sp.) με το πιο κοινό το Rosmarinus officinalis. Το αιθέριο έλαιο από το υπέργειο τμήμα του φυτού χρησιμοποιείται ευρέος για την πλούσια αντιοξειδωτική του δράση. Βέβαια χρειάζεται μεγάλη προσοχή καθώς ισχυρή δόση από το στόμα αιθερίου ελαίου μπορεί να προκαλέσει σοβαρά προβλήματα στο γαστρεντερικό καθώς επίσης και σοβαρές βλάβες στα νεφρά. Φυτοχημικές μελέτες αναφέρουν ότι από τα φύλλα του δενδρολίβανου μπορούμε να λάβουμε 0,5% – 2,5% αιθέριο έλαιο πλούσιο σε μονοτερπένια, υδρογονάνθρακες (πινένια), καμφένιο, λιμονένιο, καμφορά (10% – 20%), βορνεόλη, κινεόλη, λιναλοόλη κ.ά. Παράλληλα το φυτό είναι πλούσιο σε φλαβονοειδή, όπως διοσμίνη, απιγενίνη, λουτεολίνη κ.ά. Επίσης τερπενοειδή (τριτερπένια) και φαινολικά είναι χαρακτηριστικές κατηγορίες μεταβολιτών που θα συναντήσει κάποιος αναλύοντας εκχυλίσματα ή αιθέρια έλαια του φυτού.
Σε επιστημονικές μελέτες in-vitro σε «μοντέλα-πόνου» υπάρχουν σοβαρές αναφορές ότι το αιθανολικό εκχύλισμα από το υπέργειο τμήμα του δενδρολίβανου (Rosmarinus officinalis) εμφανίζει αναλγητική και αντιφλεγμονώδη δράση. Επίσης μελέτες έχουν αναφέρει ότι ο συνδυασμός εκχυλίσματος δενδρολίβανου με το διτερπένιο καρνοσόλη (το οποίο απομονώνεται από το αιθέριο έλαιό του), εμφανίζει καλύτερη αναλγητική και αντιφλεγμονώδη δράση από το εκχύλισμα μόνο του και αυτό μπορεί να οφείλεται στην μείωση της δράσης των ενζύμων COX1 και COX2, βασικών ενζύμων στα οποία έχουν δράση πολύ γνωστά μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη.
Άλλο ένα φυτό, το οποίο ανήκει στην οικογένεια Lamiaceae και στο οποίο δεν έχουμε αναφερθεί προηγουμένως, είναι το Marrubium vulgare (εικόνα 1). Είναι κοινό φυτό στα νησιά του Αιγαίου και φυτρώνει πάνω σε ασβεστολιθικό υπόστρωμα. Μεσαίου μεγέθους, πολυετές με λευκή χνουδωτή επένδυση, με διακλαδιζόμενους βλαστούς. Έχει οσμή θυμαριού. Τα φύλλα είναι στρογγυλά – ωοειδή, με ελαφρά καρδιόσχημη βάση, έμμισχα, με ρυτιδωμένη επιφάνεια. Τα άνθη είναι λευκά, 12-15χιλ., σε πυκνούς κομβοειδείς σχηματισμούς επάνω από τα φύλλα. Κάλυκας με 10 βραχείς, αγκυστροειδείς οδόντες. Η ανθοφορία του παρατηρείται από τον Φεβρουάριο – Οκτώβριο.
Θα περιοριστούμε στις αναλγητικές δράσεις του συγκεκριμένου φυτού. Φυτοχημικές αναλύσεις ανέδειξαν την παρουσία αλκαλοειδών, διτερπενίων, στεροειδών, φλαβονοειδών κ.ά. Η «Marrubiin» το οποίο ανήκει στα λαβδανικά διτερπένια και αποτελεί χημειοταξονομικό δείκτη, απομονώνεται από τα φύλλα του φυτού και παρουσιάζει αναλγητική και αγγειοδιασταλτική δράση. Θεωρείται ότι η συγκεκριμένη ουσία παράγεται ως προϊόν διάσπασης κατά την διάρκεια της εκχύλισης σε υψηλές θερμοκρασίες. Μελέτες in-vivo έδειξαν ότι η δράση της Marrubiin εξαρτάται από την συγκέντρωση, είδικά σε πόνους που συνδυάζονται με νευρολογικά προβλήματα. Παράλληλα έχει βρεθεί ότι όταν ο δακτύλιος της λακτόνης «ανοίξει» και αντικατασταθεί από καρβοξυλικό οξύ και 2 εστέρες, τότε η αναλγητική δράση του είναι μεγαλύτερη. Από τα προηγούμενα γίνεται λοιπόν αντιληπτό ότι η «χρηστικότητα» του συγκεκριμένου φυτού για την αντιμετώπιση του «πόνου» σαν μία ανθρώπινη αντίληψη είναι σχετική, καθώς εντελώς τυχαία γεγονότα τα οποία προήλθαν από την διαδικασία εκχύλισης και από τον περαιτέρω μεταβολισμό του μεταβολίτη, απέδωσαν σε ικανοποιητική συγκέντρωση μία άλλη ουσία με την επιθυμητή δράση για τα ανθρώπινα πάντα πλαίσια. Μελέτες κυτταροτοξικότητας έχουν δείξει ότι η συγκεκριμένη ουσία δεν εμφανίζει τοξικότητα σε πάνω από 66 καρκινικές σειρές και το ασφαλές όριο τοξικότητας σε πειραματόζωα αγγίζει τα 100mg/kg.
Επόμενο είδος στην οικογένεια των Lamiaceae αποτελεί ο γνωστός μας σιδερίτης με το δικό μας ενδημικό είδος Sideritis sipylea. Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουν πραγματοποιηθεί πειραματικές μελέτες για την αναλγητική δράση του συγκεκριμένου ενδημικού είδους ακόμα, αλλά μπορούμε να δούμε τι συμβαίνει με άλλα είδη του γένους τα οποία βρίσκονται στον Ελλαδικό χώρο. Ένα από αυτά είναι και ο Sideritis scardica. Σε πειραματικά μοντέλα ex-vivo, εκχυλίσματα του φυτού ανέδειξαν την ικανότητα να μπλοκάρουν τους διαβιβαστές της ανθρώπινης σεροτονίνης (hSERT) και αυτό μπορεί να ερμηνεύει και την δράση του σιδερίτη ενάντια στην κατάθλιψη ή άλλων ψυχοσωματικών συμπτωμάτων.
Επίσης invivo πειράματα ανέδειξαν την αντιφλεγμονώδη δράση εκχυλισμάτων του σιδερίτη ειδικά σε φλεγμονές του γαστρεντερικού συστήματος (στομάχι, οισοφάγος), αποδίδοντας την δράση στην παρουσία φλαβονοειδών, όπως απιγενίνη και λουτεολίνη. Το αιθανολικό εκχύλισμα του φυτού παρουσίασε δράση σε σπλαχνικό πόνο, σε πόνο στο αυτί (τοπικές εφαρμογές) και σε πόνο που προκαλείται από απελευθέρωση ισταμίνης (δηλαδή που οφείλεται σε φαινόμενα τοπικής φλεγμονής). Μετά από την φυτοχημική ανάλυση που έχουμε πραγματοποιήσει σε διαφορετικά εκχυλίσματα του ενδημικού μας σιδερίτη, έχει γίνει γνωστό ότι είναι εξίσου πλούσιος σε μεταβολίτες, οι οποίοι παρουσιάστηκαν προηγουμένως. Επίσης η εθνοφαρμακολογική χρήση του σε προβλήματα που συνδυάζονται με το γαστρεντερικό αποτελούν ενδείξεις ότι και το συγκεκριμένο είδος έχει δράση για την αντιμετώπιση του σπλαχνικού πόνου.
(Οι φωτογραφίες είναι από το βιβλίο «Φυτά της Ελλάδας. Η έρευνα στην Λέσβο», Μάκης Αξιώτης, Βαγγέλης Αξιώτης, εκδόσεις Ενδελέχεια).

*Φαρμακοποιός / Χημικός Φαρμάκων, διδάκτορας Ιατρικής σχολής “La Sapienza” της Ρώμης
Μεταδιδακτορικός ερευνητής της Φαρμακευτικής σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.