Της Πασχαλιάς

Δεν μπορώ να μην θυμηθώ τα μικράτα μου, καθώς πλησιάζει η Πασχαλιά.
Το Πάσχα είναι η γιορτή που μου δημιουργεί αντιφάσεις.
Και θέλω και δεν θέλω.
Και μ’ αρέσει και δεν μ’ αρέσει.
Πάντα όμως μπαίνω στη διαδικασία της γιορτής όπου κι αν είμαι.

Καταρχήν…

-Μ’ αρέσει η γαστρονομία των ημερών με όλο το τελετουργικό.
-Νηστεία και προσευχή.
-Μια τυχαία στέρηση απόλαυσης και μεγαλείου.
-Μια καλά μελετημένη παράδοση της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού, που πιο πετυχημένη δεν βρίσκεις.
-Από τα νοστιμότερα φαγητά της ελληνικής κουζίνας.
Ένα ρεπερτόριο σοφού σχεδιασμού που συνταιριάζει ανελέητα τη γεύση, την αποτοξίνωση, την κατάνυξη, την απελευθέρωση των ελεύθερων ριζών με την ψυχή και το σώμα.

Ελληνική Πανδαισία Νηστείας

Σουπιές μαγειρεμένες στο μελάνι τους με κρασί και άνηθο. Το μαύρο γκρι χρώμα της βελούδινης σάλτσας αποκωδικοποιεί και συμμετέχει στον αλλόκοτο θρήνο των ημερών.
Χταποδάκι με κοφτό μακαρονάκι, κορυφαίος συνδυασμός γεύσης, υφής και εμφάνισης, αρκεί να ξέρει να το φτιάχνει η μαμά σου.
Ταχινόσουπα, η υπερτροφή με χτυπημένο ταχίνι και λεμόνι που αναμειγνύονται σαν αυγολέμονο πάνω στον ταπεινό αραιό λαπά δίνοντας στον οργανισμό τις πιο ζηλευτές βιταμίνες και ιχνοστοιχεία.
Ζυμώνουμε τις κουλούρες της Λαμπρής, πλάθουμε τα πασχαλινά κουλουράκια, βάφουμε τα αυγά, ετοιμάζουμε τη μαγειρίτσα, σφάζουμε το αρνάκι (έλεος!), γεμίζουμε την πλάτη του με συκωτάκια, κιμά, ρύζι, σταφίδες και κουκουνάρι – αλλού το σουβλίζουν ολόκληρο – και καταβροχθίζουμε ίσως την ωραιότερη τυρόπιτα με φρέσκια μυζήθρα και μάραθο.

Σαν άλλοτε

Στη Χρυσομαλλούσα η πάλη των τάξεων ξεκινούσε μέσα από τα ανταγωνιστικά πασχαλινά φουρνίσματα.
Η Κικίτσα, η Λίτσα και η Τζίνα, η κυρία Ρηνούλα, η κυρία Θάλεια, η Αργυρούλα, η Ρίτα, η κυρία Μαριάνθη, η κυρία-Μαρίκα, η Ουρανία και η μαμά ετοίμαζαν πυρετωδώς το σπίτι, τις αυλές και τα ρούχα και τα γεύματα.
Η γειτονιά μοσχοβολούσε.
Χρειάζομαι κάποιες δεκάδες σελίδες για να γράψω τις συνταγές με τα απίστευτα φαγητά και γλυκά που αποτελούσαν το επίκεντρο αυτών των ημερών.
Ανακαλώ κάποια φαγητά και γλυκά που επίσης κυκλοφορούσαν στην γειτονιά την εποχή της δεκαετίας του ‘70, που με σοκάρουν ευχάριστα μέχρι σήμερα.
Είναι συνταγές ξενόφερτες, που έφτασαν στα χέρια των Μυτιληνιών νοικοκυρών και δημιούργησαν μια αστική αντίληψη απέναντι σε μια μικρασιατική παράδοση και μια αγροτική κουζίνα. Το εντυπωσιακό είναι πως η αρμονία της γεύσης και οι συνδυασμοί, αποτελούν σημείο κατατεθέν του νησιού.
Πουτίγκα σοκολάτας, τούρτα Ντόμπος, τούρτα Σομφέ. Μαζί η κρέμα καραμελέ, τα κανόλι από την ιταλική ζαχαροπλαστική και πολλά άλλα. Όλα βρίσκονται φυλαγμένα στο Ευρετήριό μου, εκεί που καταγράφηκαν όλες οι συνταγές που μάζευα από 11 χρόνων.

Η Στρατούλα

Είναι η παιδική μου φίλη στη γειτονιά, που μένει ακόμα ακριβώς απέναντι από το σπίτι μου στην Αδαίου. Τότε, στα μικράτα μας, με έντυνε, μου χτένιζε τα μακριά μου μαλλιά, μου μάθαινε να ζωγραφίζω πρόσωπα ωραίων κοριτσιών πάνω στο χαρτί, να στενεύω με παραμάνες τις σουρωτές φούστες μου για στιλ.
Παίζαμε μαζί κουτσό και μαζί πηγαίναμε στις λειτουργίες της Μεγάλης Εβδομάδας. Τη Μεγάλη Παρασκευή στολίζαμε τον επιτάφιο με βιολέτες και αγγελικές και με τη σύνοψη στο χέρι πηγαίναμε ντυμένες με τα καλά μας στον γυναικωνίτη της εκκλησίας, άλλοτε με κατάνυξη κι άλλοτε με εκείνη την ξεγνοιασιά για κους-κους και τρέλες υπό το βλέμμα των μεγάλων. Σκανταλιό και Άγιος ο Θεός… σαν μικρά κορίτσια που ήμασταν!

Έτσι…

Τα κεντίδια απλωνόντουσαν στα τραπεζάκια – τι καλόγουστες βελονιές! – ενώ εκείνη η κομψότητα που εξέπεμπε η προσωπική φροντίδα των ανθρώπων της γειτονιάς με τα ανοιξιάτικα ταγέρ των κυριών που φορούσαν τις αλησμόνητες 60s γόβες στιλέτο, τα κοστούμια των ανδρών ενίοτε ταιριασμένα με ασυναγώνιστο στιλ και καπέλο, που πηγαινοέρχονταν στην Παναγιά της Χρυσομαλλούσας όλη αυτή την Μεγάλη Εβδομάδα, είναι μια ανάμνηση που σφράγισε την παιδική μου ηλικία.
Στην αυλή μας είχε ανθίσει η πασχαλιά.
Είχαν βγει τα μαρούλια, η ρόκα και τα ραπανάκια από το μικρό μπαξέ του μπαμπά.
Η γιαγιά μας στην Πέτρα είχε ήδη σφάξει – χωρίς ενοχές – το κατσικάκι, παιδί της κατσίκας μας της Κανέλας και μας το είχε στείλει μαζί με τα μάραθα, τα φρέσκα κρεμμυδάκια και τη συκωταριά για τη μαγειρίτσα, τα ζυμωτά ψωμιά και τη ρυζόπιτα.
Οι λαμαρίνες γεμάτες κουλουράκια και τσουρέκια πηγαινοέρχονταν στο φούρνο του κυρ-Παναγιώτη του Γενιτσαριώτη.
Πάσχα στη Χρυσομαλλούσα με τον Επιτάφιο να σεργιανεί μέχρι τα Μαύρα Σίδερα ακόμα και αγγίζοντας καμιά φορά τον Μακρύ Γιαλό – ανάλογα με τα κέφια του παπά (Καμναρώκος), με τον αγαπημένο μας Στρατή Πόθα να ψέλνει τους ύμνους πρώτος για ν’ ακολουθήσουμε εμείς επαναλαμβάνοντας το «Ω γλυκύ μου Έαρ».
Ένα φως παντού. Μια γλύκα τότε, μια νοσταλγία σήμερα.
ΚΑΛΗ ΑΝΑΣΤΑΣΗ!

Πτι φουρ της Βίκης Μουνδρέα

Τα πιο ωραία σπιτικά πτι φουρ μού τα έμαθε η λατρεμένη μου φίλη Βίκη. Την αγαπώ!

Υλικά

4 πακέτα πτι μπερ μπισκότα κομμένα στα 4
300 γρ. καρύδια χοντροτριμμένα
250 γρ. βούτυρο
4 σφηνάκια κονιάκ
300 γρ. άχνη
500 γρ. κουβερτούρα

Εκτέλεση

Τα ανακατεύουμε όλα μαζί σε ένα μπολ και στη συνέχεια, κολλάμε τα υλικά σχηματίζοντας οβάλ μπάλες σαν σουτζουκάκια. Αραδιάζουμε σε ένα ταψί, τα βάζουμε στο ψυγείο για 1 ώρα. Λιώνουμε 500 γρ. κουβερτούρα μαζί με 250 γρ. βούτυρο σε χαμηλή φωτιά και βουτάμε μέσα τα πτι φουρ. Τα ξαναβάζουμε στο ψυγείο. Το πιο υπέροχο κέρασμα όλων των εποχών.