Το γιαπωνέζικο φλιτζάνι

Έτος 1980.
Τόπος: Αυστραλία.
Πιο συγκεκριμένα 75 Osborne street, South Yarra, Μελβούρνη.
Μια από τις ομορφότερες γειτονιές της πόλης.
Ήταν τότε που ήμουν ακόμα φοιτήτρια στο Monash University.
Βροχερός καιρός συνήθως και ενίοτε λαμπερός ήλιος με διαλείμματα όλο το χρόνο. Υγρασία, μπόλικο γρασίδι στα πάρκα και στις αυλές.
Πράσινο παντού. Ένα τοπίο Λονδίνου με ιστορία  μόλις 200 περίπου χρόνων. Αποικιοκρατικά κτίσματα, κτίρια χωρίς μπαλκόνια, παράθυρα χωρίς παντζούρια.
Μοκέτες παντού. “Καρπέτο” το λένε οι Έλληνες εκεί.
Το δικό μας σπίτι ευτυχώς δεν είχε ίχνος από ταπετσαρία γιατί όλα τα υπόλοιπα σπίτια είχαν κακόγουστες ταπετσαρίες με σκηνές του κυνηγιού και της ζούγκλας κάτι που μείωνε την αισθητική των χώρων που κατά τα άλλα ήταν υπέροχα english homes, αποτέλεσμα της αγγλικής κυριαρχίας.
Κατά τη γνώμη μου απ’ όσες χώρες πέρασε η αγγλική αυτοκρατορία έκανε πολλά καλά και οργάνωσε εξαιρετικά την γραφειοκρατία. Άσε που η νομοθεσία για την πολεοδομία έσωσε την ιστορία της αρχιτεκτονικής όλων αυτών των χωρών. Μπορεί να μην σεβαστήκανε τους αυτόχθονες οι Άγγλοι αποικιοκράτες… αλλά στην αισθητική… τους βγάζει κανείς το καπέλο.
Τα σπίτια λοιπόν στις γειτονιές της Μελβούρνης μέχρι σήμερα έχουν στιλ, παρόμοια αρχιτεκτονική, κήπους μπρος και πίσω, πλυσταριά, χώρο για να απλώνεις ρούχα στην πίσω αυλή για να μην φαίνονται από την είσοδο, αποθήκη, γκαράζ, εργαλειοθήκη. Νοικοκυριό.
Οι σκουπιδοτενεκέδες  φροντίζονται αποκλειστικά από τον ιδιοκτήτη κάθε σπιτιού ή πολυκατοικίας και βγαίνουν 1-2 φορές την εβδομάδα αναλόγως, συγκεκριμένη ώρα και μέρα έτσι ώστε να μην υπάρχουν σκουπιδότοποι στις γειτονιές.
Αυτή η ποιότητα ζωής σ’ αυτή τη χώρα μου λείπει πάντα όσο κι αν η ζωή σε τούτη εδώ την Ψωροκώσταινα παραμένει πιο ενδιαφέρουσα, καθώς ο ήλιος και η θάλασσα σχεδόν φτάνει για να χαμογελάς.
Παρόλα αυτά στη μνήμη μου από εκείνα τα χρόνια στην άλλη μου πατρίδα –  εκείνη των ωκεανών και της ψιχάλας – βρίσκεται ένα γιαπωνέζικο φλιτζάνι που μαζί με άλλα αντικείμενα με ακολουθεί πάντα. Ή καλύτερα το κουβαλάω πάντα μαζί μου σε όποιο σπίτι. Από την Αυστραλία στη Μυτιλήνη, ξανά, τώρα στην Αθήνα.
Είναι το γιαπωνέζικο φλιτζάνι που πίνω τον καφέ μου κάθε πρωί.
Είναι  εκείνο το stonewear φλιτζάνι που μου αγόρασε ο μπαμπάς από ένα πολυκατάστημα, το MAYER το 1980.
Ήταν ένα δώρο.
Από τα πολλά δώρα που μου έκαναν οι γονείς μου γενναιόδωρα και με πολλή αγάπη, έτσι για να βγω στο τέλος χορτάτη και γεμάτη από αγάπη και λατρεία.
Χωρίς ανασφάλεια της καρδιάς.
Όταν μεγαλώνουμε η υπόσχεση για μια καλύτερη ζωή είναι απλά υπόθεση αγάπης, φροντίδας, στηρίγματος της μαμάς και του μπαμπά.
Είναι  εκείνο το γιαπωνέζικο φλιτζάνι που δεν αποχωρίζομαι ποτέ γιατί εμπεριέχει την μεγαλύτερη δικλείδα ασφάλειάς μου.


 


Φύλλο για πίτες

Υλικά για 6 λεπτά φύλλα και για ταψί 40 εκ. στρογγυλό

750 γραμ. αλεύρι για όλες τις χρήσεις
100 γραμ. ελαιόλαδο
2 κ.σ. ξίδι
1½ κ. γλ. αλάτι
340 γραμ. χλιαρό νερό (περίπου)
έξτρα αλεύρι για το άνοιγμα των φύλλων
έξτρα λάδι για από πάνω

Εκτέλεση

Βάζουμε  σε μπολ 750 γραμ. αλεύρι, κάνουμε μια λακκούβα στο κέντρο του.
Προσθέτουμε 1 1/2 κ. γλ. αλάτι, 100 γραμ.  λάδι, 2 κ.σ.  ξίδι και 340 γραμ. νερό.
Δουλεύουμε  κυκλικά με τα δάχτυλα, βάζοντας  λίγο-λίγο το αλεύρι μέσα στα υγρά.
Μόλις σχηματιστεί μια μπάλα ζύμης, τη βάζουμε στον πάγκο και τη ζυμώνουμε με δυνατές κινήσεις, τραβώντας την και γυρίζοντάς τη για 5 λεπτά.
Η ζύμη πρέπει να είναι εύπλαστη, απαλή, αφράτη.
Τη σκεπάζουμε καλά και την αφήνουμε να ξεκουραστεί  από 1 ώρα μέχρι όσο θέλουμε έτσι ώστε να αναπτυχθεί η γλουτένη που δένει τα συστατικά και η ζύμη γίνεται δυνατή και ελαστική. Μ’ αυτό τον τρόπο όταν ανοίγω το φύλλο με τον πλάστη δεν θα σπάει.
Στη συνέχεια τη χωρίζουμε σε 4 ή 6 κομμάτια.
Αλευρώνουμε την επιφάνεια εργασίας και με το λεπτό πλάστη, ανοίγουμε κάθε κομμάτι σε λεπτό φύλλο, αλευρώνοντας κάθε φορά.
Αφήνουμε τα ανοιγμένα φύλλα πάνω σε καθαρή μεγάλη πετσέτα για να τραβήξουν την υγρασία  και να στεγνώσουν ελαφρώς.

Για την πίτα

Στρώνουμε σε λαδωμένο ταψί 3 φύλλα λαδώνοντάς τα ενδιάμεσα με λίγο ελαιόλαδο. Βάζουμε τη γέμιση που επιθυμούμε κρύα και σε λεπτή στρώση.
Γυρίζουμε τα φύλλα που εξέχουν πάνω στην πίτα.
Καλύπτουμε την πίτα με τα υπόλοιπα τρία φύλλα, ελαφρώς τσαλακωμένα και λαδωμένα ενδιάμεσα.
Χαράζουμε τα πάνω φύλλα της πίτας και περιχύνουμε με έξτρα ελαιόλαδο, ραντίζουμε με λίγο νερό και ψήνουμε την πίτα.